Δραστηριότητες, μέλη και συνεργάτες της εταιρίας
Εθνικά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα
Φάκελοι
Θέματα περιβαλλοντικής επικαιρότητας
Επιστημονικές συμβολές
Βιβλιοθήκη Περιβαλλοντικού Δικαίου
Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας
Πορίσματα και Εκθέσεις του Συνήγορου του Πολίτη
Νέες εκδόσεις
Επισκόπηση Περιοδικού Τύπου
Εκδηλώσεις, συνέδρια, ημερίδες και περιβαλλοντικοί διάλογοι


 
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2011/I


Περιεχόμενα

- ΣτΕ 938/2011 [Νόμιμη α.ε.π.ε. για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού σε περιοχή του Νομού Χανίων]

- ΣτΕ 899/2011 [Παράνομη, ως εκδοθείσα χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, η πράξη προσωρινής οριοθέτησης τμήματος του ρέματος Πικροδάφνης και η οικοδομική άδεια για την ανοικοδόμηση παραρεμάτιας ιδιοκτησίας]

- ΣτΕ 905/2011 [Ε.Π.Ο. για λατομείο εντός της ζώνης απόλυτης προστασίας του αρχαιολογικού χώρου Ραμνούντας]

- ΣτΕ 902/2011 [Νόμιμη η χωροθέτησητων εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης διαχείρισης αποβλήτων στην Ανατολική Αττική]

- ΣτΕ 901/2011 [Νόμιμη έγκριση του Περιφερειακού Σχεδίου Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) Περιφέρειας Αττικής]

- ΣτΕ 616/2011 [Νόμιμη άρνηση έγκρισης για την ανοικοδόμηση ακινήτου εντός αρχαιολογικού χώρου]

- ΣτΕ 505/2011 (επταμ.) [Παράνομη σφράγιση παιδικού σταθμού στο Δήμο Ψυχικού]

- Επιτροπή Αναστολών ΣτΕ 151/2011 [Απόρριψη αιτήσεων για ανάκληση της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών 141/2010 που διέταξε τη διακοπή της κατασκευής και λειτουργίας των έργων εκτροπής του Αχελώου]

- ΣτΕ 4452/2010 [Αυτοδίκαιη ανάκληση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής πλήρους αποζημίωσης].

- Επιτροπή Αναστολών ΣτΕ 68/2011 [Περιβαλλοντική αδειοδότηση ΑΣΠΗΕ σε αναδασωτέα έκταση].

- Επιτροπή Αναστολών ΣτΕ 31/2011 [Ολοκληρωμένη εγκατάσταση διαχείρισης αποβλήτων νοτιοανατολικής Αττικής].

 

 

ΣτΕ  938/2011

[Νόμιμη α.ε.π.ο. για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού σε περιοχή του νομού Χανίων]

 

Πρόεδρος: N. Ρόζος  

Εισηγητής: Α. Ντέμσιας

Δικηγόροι: Ιωαν. Βαρότσος, Σοφ. Διαμαντοπούλου, Δημ. Καμπίρης 

 

Ενόψει της μικρής έκτασης του γηπέδου, όπου θα γίνει η εγκατάσταση του έργου και της μικρής ισχύος του σταθμού οι επιπτώσεις στο έδαφος και την χλωρίδα θα είναι αμελητέες και δεν θα επηρεαστεί το ανθρωπογενές περιβάλλον και η υγεία των κατοίκων της περιοχής.

Άλλωστε σε όρο της α.ε.π.ο. προβλέπεται ότι σε περίπτωση οχλήσεων ο κύριος του έργου θα λάβει πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπισή τους, ένα μάλιστα από τα οποία ενδεικτικά αναγράφεται.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 21623/22.9.2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε η από 22.7.2009 προσφυγή του αιτούντος κατά της υπ' αριθμ. 17655/24.6.2009 απόφασης του Νομάρχη Χανίων. Με την τελευταία αυτή απόφαση εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση και λειτουργία διασυνδεδεμένου φωτοβολταϊκού συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 79,8 kwp ιδιοκτησίας των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων Θ. (Ζ.Α.Ε.) στη θέση «Κούκος» του Δ.Δ. Σταλού και εκτός των οικισμών του Δήμου Νέας Κυδωνίας Νομού Χανίων.

3.  Επειδή, ο αιτών, φερόμενος ως   κάτοικος του Δήμου Νέας Κυδωνίας Χανίων με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση ακύρωσης και εμπροθέσμως εφ΄όσον η 60ή ημέρα από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα (22.11.2009) ήταν Κυριακή.

4. Επειδή, η εταιρεία «Ι. Ε. Θ. (Ζ. Α.Ε.)»  παρεμβαίνει με προφανές   έννομο   συμφέρον υπέρ του   κύρους   των προσβαλλόμενων πράξεων.

5. Επειδή, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπροσβάλλεται η ανωτέρω νομαρχιακή απόφαση, η οποία δεν ενσωματώθηκε στην ασκήσασα επ΄αυτής έλεγχο νομιμότητας απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης.

6. Επειδή, κατά τις παρ. 1α και 2 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (Α' 160), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 (Α' 91), για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες του προηγούμενου άρθρου 3, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, σύμφωνα με την Η.Π.: 15393/2332/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β΄1022), όπως το Παράρτημα 1 αυτής συμπληρώθηκε με την Οικ. 145799/2005 κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄1002), η ηλεκτροπαραγωγή από φωτοβολταϊκά συστήματα 2 ΜW - 20 ΚW κατατάχθηκε στην τρίτη υποκατηγορία της δεύτερης κατηγορίας (ομάδα 10: Ειδικά έργα Α/Α 12). Προβλέπεται δε για την υποκατηγορία αυτή, από το άρθρο 2 παρ. 1 της Οικ. 104247/ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΔΕ/2006 κοινής απόφασης των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Εσωτερικών,  Δημόσιας  Διοίκησης και  Αποκέντρωσης  (Β'  663/26.5.2006) για την διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ότι για τα περιλαμβανόμενα σε αυτήν έργα και δραστηριότητες εγκρίνονται περιβαλλοντικοί όροι. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 της απόφασης αυτής διακρίνει μεταξύ έργων ΑΠΕ που, κατόπιν σχετικής απόφασης της ΔΙΠΕΧΩ της οικείας Περιφέρειας, υπάγονται στην υποκατηγορία 2, για τα οποία ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 6 και 7 και εκείνων που υπάγονται στην υποκατηγορία 4, για τα οποία ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 10 της εν λόγω ΚΥΑ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 της ανωτέρω 104247/ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΔΕ/2006 ΚΥΑ, κατά το στάδιο έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων έργου ΑΠΕ αξιολογούνται οι περιβαλλοντικές και άλλες επιπτώσεις από την εγκατάστασή του στην πέριξ αυτού περιοχή, κατά τους ορισμούς των διατάξεων του ν. 1650/1986 (Α΄160), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 3010/2002 (Α' 91). Κατά την αξιολόγηση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι των Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης των Περιφερειών της Χώρας, που ψηφίστηκαν το 2003.

7. Επειδή, εξάλλου, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας συνιστούν πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον και βασική συνιστώσα της αειφόρου ανάπτυξης, η δε ανάπτυξή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού. Συγκεκριμένα με βάση την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, έχει τεθεί ως στόχος, μέχρι το 2010, το 22,1% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Κοινότητα να προέρχεται από Α.Π.Ε., ειδικότερα δε για την Ελλάδα, με βάση τους εθνικούς στόχους όπως προσδιορίζονται στο ν. 3468/2006, (Α' 129), το ποσοστό συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, πρέπει να ανέλθει μέχρι το 2010 σε 20,1% και μέχρι το 2020, σε 29%. Περαιτέρω, και στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο (ν. 3017/2002, Α' 117) η Ελλάδα έχει αναλάβει για την περίοδο 2008 - 2012 σχετική υποχρέωση συγκράτησης της αύξησης των εκπομπών της, προωθώντας, μεταξύ άλλων, και τη χρήση Α.Π.Ε. για την παραγωγή ηλεκτρισμού (ΣτΕ 3816/2010). Τέλος, στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφερείας Κρήτης, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 25291/2003 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε (Β' 1486), προβλέπεται ότι «Γ.3.6.1. Ενέργεια. Ως γενική κατεύθυνση θεωρείται ότι η Κρήτη μπορεί να χρησιμεύσει ως «πιλοτική» περιφέρεια, κέντρο επίδειξης και ανταλλαγής εμπειριών και μεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας για εκτεταμένες εφαρμογές ΑΠΕ (...) Επίσης θα πρέπει να υλοποιηθούν εγκαταστάσεις αξιοποίησης όλων των μορφών ΑΠΕ (...)».

8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η επίμαχη εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμη πηγή (ηλιακή ακτινοβολία) αποτελείται από 456 φωτοβολταϊκά πλαίσια και χωροθετείται σε έκταση 4 περίπου στρεμμάτων, εκ των οποίων θα καταλαμβάνει τα 500 τ.μ. περίπου, εκτός οικισμού στο Δήμο Νέας Κυδωνιάς Χανίων και σε απόσταση 150 μέτρων από το δίκτυο μέσης τάσης της ΔΕΗ. Η έκταση αυτή χαρακτηρίζεται γεωργική (βλ. υπ' αριθμ. 5682/10.10.2008 πράξη της Διεύθυνσης Δασών Χανίων), βρίσκεται δε εκτός προστατευόμενων περιοχών (βλ. υπ' αριθμ. 11181/29.10.2008 έγγραφο του Τμήματος Περιβάλλοντος της Ν. Α. Χανίων). Ο εν λόγω σταθμός αποτελεί δραστηριότητα χαμηλής όχλησης σύμφωνα με την ΚΥΑ Δ6/Φ1/οικ. 19500/2004 (Β' 1671), και με την υπ' αριθμ. 7461/19.12.2008 απόφαση του Γ.Γ.Π. Κρήτης, υπήχθη στην υποκατηγορία 4 της Β κατηγορίας της ανωτέρω ΚΥΑ 104247/2006. Εξάλλου, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη τη διατιθέμενη ισχύ για φωτοβολταϊκούς σταθμούς στη νήσο Κρήτη, όπως αυτή είχε καθορισθεί με τις 96/2007 και 703/2008 αποφάσεις της Αρχής αυτής, ενέκρινε την αίτηση της παρεμβαίνουσας να εξαιρεθεί από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3468/2006 (Α' 129) (απόφαση Ρ.Α.Ε. 1176/2008).   

9. Επειδή, προβάλλεται ότι η εγκριτική των περιβαλλοντικών όρων νομαρχιακή απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι δεν προβλέπει την παρακολούθηση της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και από τον κύριο του έργου και δεν λαμβάνει μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής και των ευαίσθητων στοιχείων του, όπως ορίζεται στην παρ. 1 περ. δ' και ε' του άρθρου 11 της ΚΥΑ 104247/2006, δεδομένου μάλιστα ότι με τις 136/2006 και 96/2007 αποφάσεις της ΡΑΕ, η Κρήτη ορίσθηκε ως περιοχή με κορεσμένο δίκτυο και, επομένως, έπρεπε να ληφθούν ιδιαίτερα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Στην ανωτέρω νομαρχιακή απόφαση όμως τίθενται όροι που οφείλει να λάβει ο κύριος του έργου για την προστασία του περιβάλλοντος (κεφ. Δ), ενώ εξ άλλου στην από Οκτωβρίου 2008 Περιβαλλοντική Έκθεση της παρεμβαίνουσας εταιρείας, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω  νομαρχιακή απόφαση, εκτιμώνται οι πιθανές επιπτώσεις του σταθμού στο περιβάλλον (κεφάλαιο 6, σελ. 37) και προτείνονται τρόποι αντιμετώπισης αυτών (κεφάλαιο 7, σελ. 57), αναφέρεται δε ότι, ενόψει της μικρής έκτασης του γηπέδου, όπου θα γίνει η εγκατάσταση του έργου, και της μικρής ισχύος του σταθμού οι επιπτώσεις στο έδαφος και την χλωρίδα θα είναι αμελητέες (σελ. 58) και δεν θα επηρεαστεί το ανθρωπογενές περιβάλλον και η υγεία των κατοίκων της περιοχής (σελ. 56). Συνεπώς,  ο παραπάνω λόγος ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

10. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη νομαρχιακή απόφαση είναι  μη νόμιμη, διότι ενώ θέτει ως όρο ότι «σε περίπτωση που δημιουργούνται οχλήσεις στις

όμορες ιδιοκτησίες από τη λειτουργία της δραστηριότητας θα πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα ηχομόνωσης με ευθύνη της ιδιοκτήτριας εταιρίας (π.χ. στέγαση του Η/Μ εξοπλισμού στον οικίσκο)» (Δ3), δεν επιβάλλει μέτρα σχετικά με τις οχλήσεις αυτές. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στον ίδιο όρο Δ3 της απόφασης προβλέπεται ότι σε περίπτωση οχλήσεων ο κύριος του έργου θα λάβει πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπισή τους, ένα μάλιστα από τα οποία ενδεικτικά αναγράφεται.

11. Επειδή, προβάλλεται ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης νομαρχιακής απόφαση δεν ελήφθη υπόψη το υπ΄ αριθμ. 7895/21.11.2008 έγγραφο του Δήμου Νέας Κυδωνίας προς την Ν. Α. Χανίων, με την οποία εκφράζει την αντίθεσή του προς το έργο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το προοίμιο της προσβαλλόμενης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, για την έκδοσή της ο νομάρχης έλαβε υπόψη το προαναφερθέν έγγραφο του Δήμου (αρ. 22), αλλά, ενόψει και των λοιπών στοιχείων που αναφέρονται στην απόφαση, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος μη έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων της επίμαχης δραστηριότητας.

12. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης είναι μη νόμιμη, διότι απορρίπτει την προσφυγή του αιτούντος χωρίς αιτιολογία, επαναλαμβάνοντας τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Ο λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα έγγραφα και στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στην απόφαση του ΓΓΠ Κρήτης, αποτελούν την αιτιολογία της απόρριψης της προσφυγής του αιτούντος.

13.  Επειδή, ενόψει των παραπάνω, μη προβαλλομένου άλλου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

 

ΣτΕ  899/2011

[Παράνομη, ως εκδοθείσα χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, η πράξη προσωρινής οριοθέτησης τμήματος του ρέματος Πικροδάφνης και η οικοδομική άδεια για την ανοικοδόμηση παραρεμάτιας ιδιοκτησίας]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος  

Εισηγητής: Αικ. Θεοφιλοπούλου

Δικηγόροι: Δ. Μακαρωνίδης, Π. Δημητρόπουλος, Σ. Βλαχόπουλος, Ε. Δασκαλογιαννάκης

 

Απόφαση του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας & Εθνικών Κληροδοτημάτων, με την οποία γίνεται δεκτή γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων για την καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων δύο εκτάσεων στο ρέμα της Πικροδάφνης στο Παλαιό Φάληρο είναι μονομερής διοικητική πράξη, η οποία δεν αποβλέπει στη θεραπεία δημόσιου σκοπού. Εκδίδεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δημοσίου και ιδιώτη ως προς την ύπαρξη και την αναγνώριση εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας, για το οποίο η τελική κρίση ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν υπόκειται συνεπώς στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά προκαλεί διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ομοίως, απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών για την απ’ ευθείας  εκποίηση  δημοσίου Κτήματος στο ρέμα της Πικροδάφνης καθώς και η πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά για απ' ευθείας και χωρίς δημοπρασία εκποίησή του, προκαλούν ιδιωτική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Χωρεί η οριοθέτηση και των εντός ρυμοτομικού σχεδίου ρεμάτων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για να επιτραπεί η δόμηση στις παραρεμάτιες περιοχές. Δεδομένου ότι η οριοθεσία του ρέματος επηρεάζει την τακτοποίηση των παραρεμάτιων ιδιοκτησιών, δεν επιτρέπεται να εκδοθεί πράξη εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου, προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, αν δεν έχει καθορισθεί προηγουμένως η οριστική οριογραμμή του ρέματος.

Με διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού επιτρέπεται ο καθορισμός προσωρινής οριογραμμής ρέματος και η δόμηση σε ορισμένη απόσταση από αυτήν, χωρίς να παρέχεται ειδική εξουσιοδότηση για τη θέσπιση της δυνατότητας αυτής. Πρόκειται όμως για απόκλιση από τις ρυθμίσεις για την οριοθέτηση των ρεμάτων, οι οποίες είναι σύμφωνες προς τον κανόνα της προστασίας των υδατορεμάτων, ως στοιχείων του περιβάλλοντος, όπως απορρέει από τις συνταγματικές επιταγές του άρθρου 24 Συντ.

Το ρέμα της Πικροδάφνης, που έχει χαρακτηρισθεί ως «ιδιαιτέρου    περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» στο επίμαχο τμήμα το οποίο απεικονίζεται στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής του έτους 1969, είτε ως τμήμα του Ο.Τ. 423 είτε ως οδός (Σωκράτους), δεν έχει οριοθετηθεί κατά την προβλεπόμενη διαδικασία. Η προσωρινή οριοθέτηση του ρέματος, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εκδόσεως οικοδομικής άδειας, δεν έχει νόμιμο έρεισμα, διότι εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της ως άνω διάταξης του Κτιριοδομικού Κανονισμού, η οποία δεν στηρίζεται σε νομοθετική εξουσιοδότηση, χωρίς να έχει προηγηθεί οριστική οριοθεσία του ρέματος με π.δ.

 

Βασικές σκέψεις

 

2.  Επειδή,    με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση: 1) της προσωρινής οριογραμμής ρέματος στο Ο.Τ. 423 του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, στη θέση «Κοψαχείλα», που καθορίστηκε με την 8512/507/8.7.1999 πράξη της Δ/νσης Πολεοδομίας Αργυρούπολης του Τομέα Νότιας Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, όπως αυτή εμφαίνεται στο από Απριλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Α. και το από 8.10.2003 τοπογραφικό διάγραμμα της ως άνω Δ/νσης Πολεοδομίας, 2) της 1063841/6270/Α0010/28.6.2001 απόφασης του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας & Εθνικών Κληροδοτημάτων, με την  οποία γίνεται δεκτή   η 14/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων περί καταγραφής ως δημοσίων κτημάτων δύο εκτάσεων εμβαδού 133,00 τ.μ. και 88,00 τ.μ., αντιστοίχως παρά το ρέμα της Πικροδάφνης στο Παλαιό   Φάληρο, 3) της 106270/10967/Α0010/19.12.2001 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία εγκρίθηκε η απ’ ευθείας εκποίηση του δημοσίου Κτήματος με Α.Β.Κ. 145 Π. εκτάσεως 133 τ.μ., κειμένου παρά το ρέμα Πικροδάφνης και επί των οδών Αγησιλάου και Σωκράτους, 4) της 1440/26.3.2002 πράξης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά περί απ' ευθείας και χωρίς δημοπρασία εκποίησης του ως άνω δημοσίου κτήματος, εκτάσεως 133 τ.μ., 5) της 468/12.6.2002 οικοδομικής άδειας και των 266/25.11.2002 και 213/25.7.2003 πράξεων  αναθεώρησης  αυτής  που  εκδόθηκαν  από  την   ως  άνω Δ/νση Πολεοδομίας Αργυρούπολης υπέρ της εταιρείας «Ζ. Σ. και Σια Ε.Ε.» και αφορά την ανέγερση δύο κτιρίων κατοικιών 6 ορόφων επί ΡΙLΟΤΙS με υπόγειο και δώμα στο Ο.Τ. 423, επί της οδού Αγησιλάου 133, 6) της 101/26.3.2003 πράξης του Δημοτικού Συμβουλίου Παλαιού Φαλήρου, με την οποία εγκρίθηκε η υποβληθείσα από την ως άνω εταιρεία υψομετρική μελέτη της οδού Αγησιλάου για το τμήμα αυτής μεταξύ των οδών Πλουτάρχου και Σωκράτους και 7) της 14092/964/2003/14.11.2003 απόφασης του Διευθυντή Πολεοδομίας του Τομέα Νότιας Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών με την οποία κυρώθηκε η 14/2003 πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας του Δήμου Παλαιού Φαλήρου.

3. Επειδή, στο άρθρο 6 της 3046/304/30.1/3.2.1989 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. «Κτηριοδομικός Κανονισμός» (Δ' 59), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης (8.7.1999), του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 349 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.) που εγκρίθηκε με το από 4/27.7.1999 π. δ/γμα (Δ΄580), υπό τον τίτλο «Δόμηση κοντά σε ρέματα» ορίζονται τα εξής: «1. Στα ρέματα, των οποίων οι οριογραμμές έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Νομ. 880/1979 (ΦΕΚ 58/Α), όπως ισχύει, η ανέγερση κτιρίων, εγκαταστάσεων ή περιτοιχισμάτων και γενικά η δόμηση ρυθμίζεται ως εξής: 1.1. Απαγορεύεται απολύτως η δόμηση μέσα στην έκταση που περικλείεται από τις οριογραμμές του ρέματος. 1.2. Επιτρέπεται η δόμηση έξω από την έκταση της προηγούμενης περίπτωσης σύμφωνα με τους όρους δόμησης της περιοχής, μόνο εφόσον έχουν κατασκευαστεί τα έργα διευθέτησης του ρέματος. Εάν δεν έχουν κατασκευαστεί τα έργα διευθέτησης του ρέματος, η δόμηση επιτρέπεται σε απόσταση τουλάχιστον 10 μ. από την οριογραμμή. 2. Στα ρέματα των οποίων οι οριογραμμές δεν έχουν ακόμη καθοριστεί σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η δόμηση επιτρέπεται, σε απόσταση από την οριογραμμή που ορίζεται προσωρινά από την πολεοδομική υπηρεσία: 2.1. Μεγαλύτερη των 20 μ. σύμφωνα με τους όρους δόμησης της περιοχής, χωρίς άλλους πρόσθετους περιορισμούς. 2.2. Μικρότερη των 20 μ. μόνο εφόσον προηγουμένως έχουν εκτελεστεί τα τεχνικά έργα που τυχόν απαιτούνται κάθε φορά για την ελεύθερη ροή των νερών και την ασφάλεια του κτιρίου και των λοιπών δομικών έργων, που πρόκειται να ανεγερθούν. Τα έργα αυτά πρέπει να έχουν εκτελεστεί τουλάχιστον σε όλο το πρόσωπο που έχει προς το ρέμα το υπόψη οικόπεδο. 2.2.1.Τα παραπάνω απαιτούμενα   τεχνικά   έργα   καθορίζονται   από   την   αρμόδια   κάθε   φορά υπηρεσία και σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να παρεμποδίζουν τη μελλοντική εκτέλεση των έργων διευθέτησης του ρέματος που τυχόν προβλέπονται σε σχετικές εγκεκριμένες μελέτες. 2.2.2. Η οικοδομική άδεια χορηγείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ύστερα από έγκριση των τεχνικών έργων από την αρμόδια υπηρεσία και με την προϋπόθεση ότι θα εκτελεσθούν πριν ή παράλληλα με την ανέγερση του φέροντα οργανισμού του κτιρίου ή της εγκατάστασης που προβλέπεται στην άδεια αυτή. 3...». Με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κτιριοδομικού Κανονισμού επιτρέπεται ο καθορισμός προσωρινής οριογραμμής ρέματος προκειμένου να επιτραπεί η δόμηση σε ορισμένη απόσταση από αυτήν. Η πράξη της πολεοδομικής υπηρεσίας, με την οποία καθορίζεται προσωρινή οριογραμμή ρέματος, δηλαδή εγκρίνεται σημειακός καθορισμός οριογραμμής σε τμήμα ρέματος, κατόπιν αιτήσεως ιδιοκτήτου παραρρεμάτιου ακινήτου, ενόψει εκδόσεως   οικοδομικής   άδειας   για   την  ανέγερση   επ'   αυτού   οικοδομής, συνδέεται απολύτως με την ανέγερση συγκεκριμένου κτιρίου στο ακίνητο και αυτό αποτελεί ατομική διοικητική πράξη, συναφή με την οικοδομική άδεια που έχει την πράξη ως έρεισμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Αγγ. Θεοφιλοπούλου και Αικ. Σακελλαροπούλου, η πράξη αυτή, με την οποία καθορίζεται από την πολεοδομική υπηρεσία η προσωρινή οριογραμμή σε τμήμα ρέματος, αλλά και όρος δόμησης, ήτοι η οικοδομική γραμμή του ακινήτου σε σχέση με το ρέμα, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, όπως και η οριστική οριοθεσία του ρέματος κατά τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 880/1979.

4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 7 του π.δ/τος 18/1989 (Α' 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2944/2001 (Α' 222), η υπόθεση αρμοδίως, κατ' αρχήν εισάγεται στο σύνολό της προς εκδίκαση στο Ε' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον στην αρμοδιότητα του Τμήματος αυτού ανήκει η χρονολογικώς προηγούμενη προσβαλλόμενη πράξη 8512/507/8.7.1999 της   Δ/νσης

Πολεοδομίας Αργυρούπολης του Τομέα Νότιας Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, η οποία έχει ως περιεχόμενο την προσωρινή οριοθέτηση του ρέματος της Πικροδάφνης, στο Ο.Τ. 423 του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, κατ' εφαρμογήν της πολεοδομικής νομοθεσίας. Εξάλλου, η πράξη αυτή, ενόψει του, κατά τα κριθέντα με την προηγούμενη σκέψη, ατομικού χαρακτήρα της και η πράξη έγκρισης υψομετρικής μελέτης οδού, οι οποίες απετέλεσαν την προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση οικοδομών στο ως άνω οικοδομικό τετράγωνο, αλλά και η 468/12.6.2002 οικοδομική άδεια και οι 266/25.11.2002 και 213/25.7.2003 πράξεις αναθεώρησης αυτής, καθώς και η συμπροσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κυρώθηκε η πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας ανήκουν, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ. θ' και ζ' του ν. 702/1977 (Α' 268), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α' 222), στην ακυρωτική αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου (ΣτΕ 180/2007, 195/2005, 2148, 2067/2003), το Δικαστήριο, όμως, κρίνει ότι η υπόθεση αυτή, η οποία εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με την από 4.11.2004 πράξη του Προέδρου του Ε' Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, πρέπει, κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α' 150), να κρατηθεί και να εκδικασθεί στο σύνολό της από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 3193/2000 Ολ., 2957/2006).

5. Επειδή στο άρθρο 95 παρ. 1, εδάφιο α, του Συντάγματος ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας ανήκει η ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των Διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου και στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζεται, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται, μεταξύ άλλων, όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Από τις διατάξεις αυτές που οριοθετούν τη γενική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας έναντι της γενικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων στις ιδιωτικές διαφορές προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν προκαλεί κάθε πράξη που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς πράξεως της Διοικήσεως, από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα αλλά μόνο εκείνη από τις πράξεις αυτές, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό. Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοικήσεως, όσες δηλαδή στερούνται του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων. Σε αυτή την έννοια της εκτελεστής πράξεως, στην έννοια δηλαδή που προκύπτει από τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις, αναφέρεται και το προεδρικό διάταγμα 18/1989 με τον τίτλο "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας" (ΦΕΚ 8 Α), το οποίο ορίζει  στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών (βλ. ΣτΕ 6322, 2329/1996, 2272/1986, 2424/1984, 924/1982).

6. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" (Α'488) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 (Α΄154), εκείνος που αξιώνει δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματο, πλην της νομής, δικαίωμα έναντι του Δημοσίου οφείλει πριν από την  κατάθεση της αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή τις αξιώσεις του στο Δημόσιο. Η έγερση αγωγής κατά του Δημοσίου επιτρέπεται μόνο μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας από της επιδόσεως της σχετικής αιτήσεως. Περαιτέρω στο άρθρο 10 του νόμου προβλέπεται η λειτουργία στο Υπουργείο Οικονομικών Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων (ήδη Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας κατ' άρθρο 90 του π.δ. 284/1988 ΦΕΚ 128 Α), στο οποίο εισάγονται προς κρίση οι εν λόγω αιτήσεις. Οι γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δύναται να τις αποδεχθεί ή όχι. Στην προκειμένη υπόθεση, η προσβαλλόμενη 1063841/6270/Α0010/28.6.2001 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας & Εθνικών Κληροδοτημάτων, με την οποία γίνεται δεκτή η 14/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων περί καταγραφής ως δημοσίων κτημάτων δύο εκτάσεων 133,00 τ.μ. και 88,00 τ.μ. παρά το ρέμα της Πικροδάφνης στο Παλαιό Φάληρο που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του α.ν.1539/1938, είναι μονομερής διοικητική πράξη, η οποία δεν αποβλέπει στην θεραπεία δημόσιου σκοπού, αλλά ως εκδίδεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δημοσίου και ιδιώτη ως προς την ύπαρξη και την αναγνώριση εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας, για το οποίο η τελική κρίση ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, στην προηγούμενη σκέψη η ως άνω προσβαλλόμενη διοικητική πράξη δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά προκαλεί διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν1 απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της ως άνω απόφασης του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας & Εθνικών Κληροδοτημάτων (βλ. ΣΕ 2329/1996, 2272/1986).

7. Επειδή, κατά το άρθρο 95 του από 11/12 Νοεμβρίου 1929 «Περί διοικήσεως των δημοσίων κτημάτων» διατάγματος (Α' 399), όπως ήδη ισχύει «1. Επιτρέπεται μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων η απ' ευθείας εκποίησις κτημάτων του Δημοσίου εις Δήμους, Κοινότητας. ..2. Οικόπεδα του Δημοσίου κείμενα εντός σχεδίου πόλεως μη άρτια ή και μη οικοδομήσιμα δύνανται να εκποιώνται άνευ δημοπρασίας προς τους ιδιοκτήτας των συνεχόμενων ακινήτων, μεθ' ων δέον κατά τας κειμένας περί σχεδίων πόλεων διατάξεις να τακτοποιούνται, αντί τιμήματος καθοριζομένου υπό του Υπουργείου Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων εκφερομένην κατόπιν γνώμης, ως προς την αξίαν του κτήματος επιτροπής εκ δημοσίων υπαλλήλων...». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η άνευ δημοπρασίας εκποίηση ακινήτων του Δημοσίου, ανηκόντων στην ιδιωτική του περιουσία, κατά τις διατάξεις αυτές, συνιστά πράξη αναγόμενη σε διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας, δηλαδή πράξη που δεν εκδίδεται εξουσιαστικώς από τη διοίκηση με σκοπό τη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος, αλλά με κριτήρια διαχειρίσεως της περιουσίας του Δημοσίου και αποσκοπεί στη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων προς τους ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων, με τη συνένωση των εδαφικών αυτών τμημάτων, που είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και, άρα, μη δυνάμενα να αξιοποιηθούν από το Δημόσιο. Ενόψει αυτού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην σκέψη 5, πράξη εκδιδόμενη βάσει των ανωτέρω διατάξεων, δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά προκαλεί ιδιωτική διαφορά, για την επίλυση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ. ΣτΕ 1448/2000, 1886/1991,4024/1989, 2373/1984, 336/1983, 3777/1983, 2408/1978, 3003/1978). Συνεπώς, η προσβαλλόμενη 1106279/10967/ Α0010/19.12.2001 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, περί της απ’ ευθείας  εκποίησης του δημοσίου Κτήματος με Α.Β.Κ. 145 Π. κειμένου παρά το ρέμα Πικροδάφνης και επί των οδών Αγησιλάου και Σωκράτους, καθώς και η 1440/26.3.2002 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά περί απ' ευθείας και χωρίς δημοπρασία εκποίησης του ως άνω δημοσίου κτήματος, εκτάσεως 133 τ.μ.,, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εφαρμογήν του προαναφερόμενου άρθρου 95 του από 11/12 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, προκαλούν ιδιωτική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση αυτών. Κατά τη γνώμη όμως της Συμβούλου Αικ. Σακελλαροπούλου, στην οποία προσχώρησε η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου, η απ' ευθείας εκποίηση μη αρτίων ή και μη οικοδομήσιμων οικοπέδων του Δημοσίου προς τους ιδιοκτήτες    των   συνεχόμενων   προς   αυτά    ακινήτων, με την οποία χωρεί και τακτοποίηση κατά τις κείμενες περί σχεδίων πόλεων διατάξεις, όπως η βάσει των ως άνω προσβαλλόμενων πράξεων εκποίηση, προκαλεί διοικητική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, οι πράξεις αυτές του Υφυπουργού Οικονομικών και του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά υπόκεινται στο ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

8. Επειδή, οι αιτούντες, φερόμενοι ως κάτοικοι της περιοχής από την οποία διέρχεται το ρέμα της Πικροδάφνης και ισχυριζόμενοι ότι από την ανέγερση των επίδικων οικοδομών παρεμποδίζεται η επιτέλεση της φυσικής λειτουργίας του ρέματος, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενοι αίτηση, ομοδικούν δε παραδεκτώς προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση.

9. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν με έννομο συμφέρον, με το από 23.11.2004 δικόγραφο παρεμβάσεως, το οποίο υπογράφεται από δικηγόρο, η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «Ζ. Σ. και Σια Ε.Ε.», εργολήπτρια εταιρεία, η οποία έχει αναλάβει την με αντιπαροχή ανέγερση των δύο εξαωρόφων κτιρίων επί του επίδικου ακινήτου, καθώς και οι συνιδιοκτήτες του ακινήτου αυτού. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι παρεμβαίνοντες παρέστησαν με τον υπογράφοντα την παρέμβαση πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ζήτησε προθεσμία τη νομιμοποίησή του. Εντός της προθεσμίας που χορηγήθηκε από τον Πρόεδρο του Τμήματος προσκομίστηκε η 18188/14.1.2008 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ.-Θ. περί παροχής πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα το δικόγραφο και παραστάντα δικηγόρο από τους παρεμβαίνοντες, πλην της ένατης  Μ. συζ. Σ. Β. ως προς την οποία δεν νομιμοποιήθηκε κατά τα προβλεπόμενα από το νόμο ο ανωτέρω δικηγόρος.  Συνεπώς, η παρέμβαση αυτή πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του 7ν.2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α), να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκείται από την ως άνω ένατη παρεμβαίνουσα.

10. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, κατά της ήδη προσβαλλόμενης 468/2002 οικοδομικής άδειας και των 213/25.7.2003 και 266/25.11.2002 πράξεων αναθεώρησης αυτής, ασκήθηκαν η από 23.10.2003 αίτηση ακυρώσεως και η από 27.11.2003 αίτηση αναστολής ενώπιον του Διοικητικού   Εφετείου  Αθηνών  από   τους  Β.  Φ.,   Π. Κ.,   Θ. Β. του Β., Ε. Θ., Α. Θ. και Μ. Α. επί των οποίων εκδόθηκαν, αντιστοίχως, οι 1675/2006 και 48/2004 αποφάσεις του ως άνω δικαστηρίου. Προβάλλεται δε από τους παρεμβαίνοντες ότι οι ήδη αιτούντες αποτελούν μια ενιαία ομάδα με τους ασκήσαντες τις ως άνω αιτήσεις ακυρώσεως και αναστολής και ως εκ τούτου γνώριζαν έκτοτε την ύπαρξη των προσβαλλόμενων πράξεων και, ειδικότερα, ο δεύτερος των αιτούντων, δεδομένου ότι κατοικεί στην οδό Δ. 33-35, στην ίδια πολυκατοικία με τον προαναφερόμενο Α.Θ., και ότι οι παρεμβαίνοντες είχαν επιδώσει εξώδικες διαμαρτυρίες στους σύνοικους γονείς του Π. και Μ.Τ. Εκ των ανωτέρω, όμως, υπό των ήδη παρεμβαινόντων εκτιθεμένων δεν δύναται να συναχθεί ότι οι ασκήσαντες την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως είχαν, οι ίδιοι, πλήρη γνώση των προσβαλλόμενων πράξεων σε χρόνο απέχοντα πλέον του 60νθημέρου από την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως και, συνεπώς, είναι απορριπτέος ο ανωτέρω περί απαραδέκτου της αιτήσεως ακυρώσεως, λόγω εκπροθέσμου, ισχυρισμός των παρεμβαινόντων.

11. Επειδή, όπως παγίως έχει κριθεί, ουσιώδες στοιχείο του υπό του άρθρου 24 του Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος, και μάλιστα της γεωμορφολογίας του, αποτελούν τα υπό διάφορες ονομασίες «ρεύματα», διά των οποίων συντελείται κυρίως η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς. Εκτός, όμως, από αυτή τη λειτουργία, τα ρεύματα αποτελούν, επίσης, φυσικούς αεραγωγούς, μαζί δε με τη χλωρίδα και πανίδα τους είναι οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος (ΣΕ 1801/1995, 4577/1998, 2656/1999, 2591/2005 κ.ά.). Κατ' ακολουθίαν, το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα πάσης φύσεως υδρορεύματα στην φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας τους ως οικοσυστημάτων, επιτρεπομένης μόνον της εκτέλεσης των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθέτησης της κοίτης και των πρανών τους προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλειόμενης κάθε αλλοίωσης της φυσικής τους κατάστασης με επίχωση   ή   κάλυψη   της   κοίτης  τους,   ή   τεχνική   επέμβαση   στα σημεία διακλαδώσεώς τους (ΣτΕ 4577/1998, 2315/2002, 2591/2005, 3849/2006 επτ. κ.ά.). Εξάλλου, τα υδρορεύματα προστατεύονται καθ' όλη τους την έκταση και ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους,  ώστε να  διατηρείται  η  φυσική  τους κατάσταση  και να διασφαλίζεται η επιτελούμενη από αυτά λειτουργία της απορροής των υδάτων (ΣτΕ 3849/2006 επτ.,  319/2002,  2669/2001, 2656/1999, κ.ά.,  Π.Ε.  Ολομ. 262/2003). Η ένταξή τους σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή μόνο όταν τούτο επιβάλλουν οι ανάγκες ενός ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και μόνο  εφόσον  διασφαλίζεται   η  επιτέλεση  της  φυσικής  τους  λειτουργίας. Πρωταρχικός όρος για την ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι, η προηγούμενη αποτύπωση τους και ο καθορισμός της οριογραμμής τους (ΣτΕ 3849/2006 επτ.).

12. Επειδή,  προκειμένου να λάβουν χώρα οι τυχόν επιτρεπόμενες επεμβάσεις στα υδρορεύματα ή και πλησίον αυτών, απαιτείται η προηγουμένη οριοθέτησή τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 880/1979 (ΣτΕ 2591/2005, 2669/2001). Στο άρθρο 6 του Ν. 880/1979 (Α' 58) του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 188 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Β.Π.Ν., όπως ίσχυε κατά την υποβολή της από 5.7.1999 αιτήσεως του μηχανικού των παρεμβαινόντων για προσωρινή οριοθεσία του ρέματος προ της ιδιοκτησίας τους, ορίζεται ότι: «1. Οι εντός ή εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ή εντός οικισμών στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου χείμαρροι, ρύακες, ρεύματα, αποτυπούνται επί τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος υπό κατάλληλον κλίμακα, συντεταγμένου α) υπό του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ή β) υπό της αρμοδίας Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού ή γ) υπό των Δήμων ή Κοινοτήτων ή δ) υπό έχοντος αρμοδιότητα προς σύνταξιν τοιούτου διαγράμματος ιδιώτου μηχανικού (φυσικού ή νομικού προσώπου). Εις τας περιπτώσεις γ και δ το διάγραμμα δέον μετά προηγουμένην επαλήθευσιν της ακριβούς αποτυπώσεως υπό της ως άνω αρμοδίας Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών να θεωρήται παρ' αυτής. 2. Ο καθορισμός της οριογραμμής (όχθης) των κατά την προηγουμένην παράγραφον ρευμάτων, χειμάρρων ή ρυάκων σημειούται επί του διαγράμματος υπό του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ή υπό της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού. 3. Τα ως άνω διαγράμματα επικυρούνται δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνώμην του οικείου Δήμου ή Κοινότητος, παρεχομένην εντός προθεσμίας ενός μηνός από της περί τούτου προσκλήσεως των ή άνευ γνώμης ταύτης μετά πάροδον απράκτου της προθεσμίας ταύτης ...». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ερμηνευόμενων υπό το πρίσμα της ως άνω συνταγματικής επιταγής περί προστασίας του περιβάλλοντος, σκοπός της οριοθέτησης είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού ή του ρέματος, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα του αφ΄ ενός ως υδρογεωλογικού στοιχείου και αφ' ετέρου ως οικοσυστήματος. Η αποτύπωση αυτή δεν αφορά μόνον στην πραγματική κατάσταση της κοίτης, η οποία ενδεχομένως έχει διαμορφωθεί και κατόπιν αυθαιρέτων επιχώσεων ή άλλων ανθρωπίνων επεμβάσεων. Επίσης, η οριοθέτηση πρέπει να γίνεται (α) κατόπιν ειδικής μελέτης, υδρογεωλογικής και υδραυλικής, η οποία να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη και την λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος, (β) επί τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος υπό κατάλληλη κλίμακα, δηλαδή υπό κλίμακα πρόσφορη και για τον περαιτέρω τυχόν πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής. Προκειμένου δε να είναι εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας της οριοθέτησης αυτής, απαιτείται η σύνταξη συνοπτικής επεξηγηματικής τεχνικής εκθέσεως, στην οποία να εκτίθενται αφ' ενός μεν οι λόγοι για τους οποίους χαράχθηκε η οριογραμμή και αφ' ετέρου εάν αυτή εξυπηρετεί την επιπλέον λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος (ΣτΕ 2591/2005, ΣτΕ 2215/2002 και Π.Ε. 195, 246/2000). Η οριοθέτηση γίνεται κατ' αρχήν για το σύνολο του υδατορέματος. Κατ' εξαίρεση είναι επιτρεπτή τμηματική οριοθέτηση εφόσον τούτο δικαιολογείται για ειδικούς λόγους, όπως όταν το υπόλοιπο τμήμα του ρέματος έχει ήδη ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο, και εφόσον στις οικείες μελέτες έχουν ληφθεί υπόψη, στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ρέματος (βλ. ΣτΕ 3849/2006 επτ.). Κατά την ως άνω προβλεπόμενη από το άρθρο 6 του ν. 880/1979 διαδικασία, χωρεί η οριοθέτηση και των εντός του ρυμοτομικού σχεδίου ρεμάτων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για να επιτραπεί η δόμηση στις παραρεμάτιες περιοχές. Εξάλλου, δεδομένου ότι η οριοθεσία του ρέματος προφανώς επηρεάζει την τακτοποίηση των παραρεμάτιων ιδιοκτησιών, δεν επιτρέπεται να εκδοθεί πράξη εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου, προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης αν δεν έχει καθορισθεί προηγουμένως η οριστική οριογραμμή του ρέματος.

13. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 26 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (Α' 210), του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 444 του ΚΒΠΝ, ορίζονται τα εξής: «1. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων ρυθμίζονται θέματα κτιριοδομικού περιεχομένου, που είτε απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου είτε με τη ρύθμισή τους : α. βελτιώνεται η άνεση, η υγεία ενοίκων και περιοίκων, β. βελτιώνεται η ποιότητα, η ασφάλεια, η αισθητική και η λειτουργικότητα των κτιρίων, γ. προστατεύεται το περιβάλλον, εξοικονομείται ενέργεια και προωθείται η έρευνα και παραγωγή στον τομέα της οικοδομής. 2. Οι ρυθμίσεις στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου είναι: Α. Διαδικαστικές, όπως μελέτες και εκδόσεις πάσης φύσεως αδειών, αρμοδιότητες και ευθύνες για το έργο. Β. Λειτουργικές και κτιριοδομικές όπως: α. Χρήσεις κτιρίων για κατοικία, γραφεία, αναψυχή, βιομηχανία, εκπαίδευση, περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια και άλλα. β. Χρήσεις χώρων για διαμονή, συνάθροιση, υγιεινή, αποθήκευση, στάθμευση και άλλα. γ. Ειδικές λειτουργικές απαιτήσεις για άτομα με ειδικές ανάγκες, ασφάλεια, υγεία και άλλα. δ. Φωτισμός, ηλιασμός, αισθητική κτιρίων. ε. Εσωτερικές εγκαταστάσεις, υδραυλικές, ηλεκτρικές, μηχανολογικές και άλλες. Γ. Κατασκευαστικές και ποιοτικές, όπως: α. Φυσική των κτιρίων για θερμομόνωση, ηχομόνωση, ακουστική, πυροπροστασία, πυρασφάλεια και άλλες. β.   Δομικά υλικά. γ. Κτιριοδομικά στοιχεία των κτιρίων που αφορούν κυρίως χωματουργικές εργασίες, θεμελιώσεις, ικριώματα, φέρουσα κατασκευή, κατασκευή πλήρωσης, δάπεδα, ανοίγματα, στέγες, προεξοχές, δ. Κατασκευές που εξυπηρετούν τα κτίρια, όπως σιλό, δεξαμενές, αποθήκες, χώροι στάθμευσης, λύμματα, απορρίματα και άλλα. 3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μπορούν να επιβάλλονται περιορισμοί και απαγορεύσεις ως προς τη χρήση των δομικών υλικών και δομικών στοιχείων για λόγους αισθητικής, εθνικής οικονομίας, ασφάλειας και προσαρμογής στο περιβάλλον. 4. Οι διατάξεις κτιριοδομικού περιεχομένου του ν.δ. 8/1973, όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 διατηρούνται σε ισχύ μέχρι να ρυθμιστούν τα θέματα αυτά με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οπότε παύουν να ισχύουν». Κατ' επίκληση των ως άνω εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 26 εκδόθηκε η 3046/304/30.1/3.2.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. «Κτηριοδομικός Κανονισμός», το άρθρο 6 της οποίας, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης (8.7.1999), παρατίθεται στη σκέψη 3. Με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Κτιριοδομικού Κανονισμού επιτρέπεται ο καθορισμός προσωρινής οριογραμμής ρέματος και η δόμηση σε ορισμένη απόσταση από αυτήν, χωρίς να παρέχεται από το άρθρο 26 του ν. 1577/1985 ειδική εξουσιοδότηση για τη θέσπιση της δυνατότητας αυτής, η οποία συνιστά απόκλιση από τις ρυθμίσεις για την οριοθέτηση των ρεμάτων, οι οποίες εισάγονται με το άρθρο 6 του ν. 880/1979 και οι οποίες είναι σύμφωνες προς τον κανόνα της προστασίας των υδατορεμάτων, ως στοιχείων του περιβάλλοντος, ο οποίος απορρέει από τις επιταγές του άρθρου 24 του Συντάγματος, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 11.

14. Επειδή, το ρέμα της Πικροδάφνης, που έχει χαρακτηρισθεί ως «ιδιαιτέρου    περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» (βλ. ΣτΕ 3849/2006 7μ.) στο επίμαχο τμήμα το οποίο απεικονίζεται στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής του έτους 1969, είτε ως τμήμα του Ο.Τ. 423 είτε ως οδός (Σωκράτους), δεν έχει οριοθετηθεί κατά την προβλεπόμενη στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 880/1979 διαδικασία, όπως βεβαιώνεται και στην πράξη 8512/507/8.7.1999 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αργυρούπολης. Βάσει των ισχυουσών ρυμοτομικών ρυθμίσεων κινήθηκε από τους παρεμβαίνοντες η διαδικασία τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως, καθώς και της εγκρίσεως της υψομετρικής μελέτης της οδού Αγησιλάου για το τμήμα αυτής μεταξύ των οδών Πλουτάρχου και Σωκράτους   προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση οικοδομικών αδειών και η ανέγερση οικοδομής επί ενιαίου οικοπέδου. Προηγήθηκε, η προσωρινή οριοθέτηση του ρέματος προ της ιδιοκτησίας των παρεμβαινόντων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του προαναφερομένου άρθρου 6 της 3046/304/30.1/3.2.1989 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.     «Κτιριοδομικός     Κανονισμός»,     με     την ανωτέρω 8512/507/8.7.1999 πράξη της Δ/νσης Πολεοδομίας Αργυρούπολης, κατά της οποίας στρέφεται η κρινομένη αίτηση. Η πράξη, όμως, αυτή, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εκδόσεως της 648/2003    οικοδομικής    άδειας    και    των συμπροσβαλλόμενων    πράξεων    αναθεώρησης    αυτής, δεν έχει νόμιμο έρεισμα διότι εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της ως άνω διάταξης του Κτιριοδομικού Κανονισμού, η οποία δεν στηρίζεται σε νομοθετική εξουσιοδότηση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, χωρίς να έχει προηγηθεί οριστική οριοθεσία του ρέματος της Πικροδάφνης με π.δ/γμα, κατά το άρθρο 6 του ν.880/1979. Για το λόγο αυτό που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στο κύρος της διάταξης, βάσεις της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη  8512/507/8.7.1999 πράξη της Δ/νσης Πολεοδομίας Αργυρούπολης του Τομέα Νότιας Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, πρέπει να ακυρωθεί η πράξη αυτή, κατ’ αποδοχή της κρινόμενης αίτησης κατόπιν δε τούτου ακυρωτέες καθίστανται και οι έχουσες τη πράξη αυτήν ως έρεισμα 101/26.3.2003 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Παλαιού Φαλήρου εγκρίσεως υψομετρικής μελέτης της οδού Αγησιλάου για το τμήμα αυτής μεταξύ των οδών Πλουτάρχου και Σωκράτους και 14092/964/2003/14.11.2003 απόφαση του Διευθυντή Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, Τομέα Νότιας Αθήνας, με την οποία κυρώθηκε σχετική πράξη αναλογισμού. Εξάλλου, δεδομένου  ότι   με  την 1675/2006   απόφαση   του   Διοικητικού   Εφετείου   Πειραιώς   ακυρώθηκε   η και ήδη  προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια, ως ίσχυε μετά την έκδοση των πράξεων αναθεώρησης αυτής, κατά της αποφάσεως δε αυτής έχει ασκηθεί έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας από τους ήδη παρεμβαίνοντες στην παρούσα δίκη, πρέπει να αναβληθεί η εξέταση της κρινόμενης αίτησης, κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της ως άνω οικοδομικής άδειας και των πράξεων αναθεώρησης αυτής,

 

ΣτΕ  905/2011

[Ε.Π.Ο. για λατομείο εντός της ζώνης απόλυτης προστασίας του αρχαιολογικού χώρου Ραμνούντας]

 

Πρόεδρος:    Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής:   Ιω. Μαντζουράνης

Δικηγόροι:  Φ. Χατζηφώτης, Κ. Βαρδακαστάνης, Π. Ασημακοπούλου, Α. Καστανά, Γ.

Καρράς

 

Με μεταβατική ρύθμιση του Αρχαιολογικού Νόμου, παρέχεται η καταρχήν δυνατότητα να συνεχιστούν εξορυκτικές δραστηριότητες που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου με βάση ισχύουσα σχετική άδεια, χωρίς να απαιτείται να τηρηθεί η θεσπιζομένη με τις διατάξεις του ιδίου νόμου διαδικασία. Επίσης, επιτρέπεται να ανανεωθεί η εν λόγω άδεια μετά τη λήξη της ισχύος της κατά την ισχύουσα διαδικασία. Η μεταβατική αυτή ρύθμιση δεν εφαρμόζεται όμως στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι σχετικές λατομικές ή μεταλλευτικές εξορυκτικές δραστηριότητες εμπίπτουν σε περιοχές που περιλαμβάνονται σε καθορισμένες αρχαιολογικές ζώνες, όπου απαγορεύονται τέτοιες δραστηριότητες, αδιαφόρως αν για τη συγκεκριμένη εξορυκτική δραστηριότητα έχει χορηγηθεί σχετική άδεια, της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει. Στις περιπτώσεις αυτές η συνέχιση της δραστηριότητας θα συνιστούσε παραβίαση ρητής απαγόρευσης που έχει επιβληθεί σε ορισμένη περιοχή για την προστασία των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς που βρίσκονται στην περιοχή αυτή, ύστερα από εκτίμηση των δεδομένων της συγκεκριμένης περιοχής. (Παραπομπή στην Επταμελή).

 

          Βασικές σκέψεις

          1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, άνευ καταβολής παραβόλου κατά νόμο ασκουμένη, ζητείται η ακύρωση της 109033/23.5.2003 κοινής απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού, του Υφυπουργού Γεωργίας και των Γενικών Γραμματέων των Υπουργείων ΠΕΧΩΔΕ και Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την εκμετάλλευση λατομικού χώρου μαρμάρων έκτασης 37.531 τ.μ. της εταιρείας «…..» που βρίσκεται στη θέση «Λοιμικό» της Κοινότητας Γραμματικού Αττικής.

          2. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει για να αντικρούσει την κρινόμενη αίτηση η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……..», στην οποία η μισθώτρια του ως άνω λατομικού χώρου Ο.Ε. «……», υπέρ της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραχώρησε με το 10739/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …. το σύνολο των μισθωτικών της δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης του επίδικου λατομείου.

          3. Επειδή, η παρεμβαίνουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ασκούμενη χωρίς έννομο συμφέρον, για το λόγο ότι το Νομαρχιακό Συμβούλιο της αιτούσης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης με την υπ’ αριθμ. 88/2001 (πρακτικό 20/5.7.2001, γνωμοδότησή του είχε ταχθεί υπέρ της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για την επίμαχη δραστηριότητα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι ο αιτών οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, ενδιαφερόμενος για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος εντός της εδαφικής του περιφέρειας, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεων της Κεντρικής Διοίκησης που προσβάλλουν τα ανωτέρω, προστατευόμενα κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος, αγαθά, δεν απόλλυται δε το έννομο συμφέρον του για την παροχή δικαστικής προστασίας εκ του ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, όργανο αυτού, άλλο από τη Νομαρχιακή Επιτροπή που, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 περ. ε΄του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που εγκρίθηκε με το π. δ/γμα 30/1996 (Α΄21), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά την άσκηση της κρινομένης αίτησης, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195), ήταν αρμόδια να αποφασίζει την άσκηση ενδίκου μέσου, είχε, ασκώντας γνωμοδοτική αρμοδιότητα, ταχθεί κατ’ αρχήν υπέρ της εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως.

          4. Επειδή, στο ν. 3028/2002 (Α΄ 153), υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη και του οποίου επίκληση γίνεται στο προοίμιό της, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 10 «Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και στο περιβάλλον τους. 1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο η έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφή του. 2. Απαγορεύεται η εκμετάλλευση λατομείου, ο πορισμός οικοδομικών υλικών, η διενέργεια μεταλλευτικών ερευνών και η εκμετάλλευση μεταλλείων, καθώς και ο καθορισμός λατομικών περιοχών, χωρίς έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, η οποία χορηγείται εντός τριών (3) μηνών από την περιέλευση στο Υπουργείο Πολιτισμού της αίτησης και των σχεδιαγραμμάτων που προβλέπονται από τη μεταλλευτική και λατομική νομοθεσία. Εάν τυχόν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προβλεπόμενη προθεσμία θεωρείται ότι δεν υφίστανται απαγορευτικοί λόγοι. Η έγκριση δεν χορηγείται εάν, λόγω της απόστασης από ακίνητο μνημείο, της οπτικής επαφής με αυτό, της μορφολογίας του εδάφους και του χαρακτήρα των ενεργειών  για τις οποίες ζητείται, κινδυνεύει να προκληθεί άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο...». Άρθρο 12 4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους. Πριν από την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1, απαιτείται η γνώμη του καθ΄ύλην αρμόδιου Υπουργού για υφιστάμενες δραστηριότητες της αρμοδιότητάς του, προκειμένου να καθορισθούν οι δυνατότητες και οι προϋποθέσεις συνέχισης της λειτουργίας τους στο πλαίσιο του άρθρου 10. Η γνώμη αυτή διατυπώνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την αποστολή του σχετικού ερωτήματος. Εάν παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία, η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού εκδίδεται χωρίς τη γνώμη αυτή.

          Τέλος, στο άρθρο 73 παρ. 9 ορίζεται ότι: «Οι υφιστάμενες νόμιμα λειτουργούσες εξορυκτικές δραστηριότητες μεταλλείων ή λατομείων μετά την ισχύ του παρόντος νόμου συνεχίζουν νομίμως τη λειτουργία τους μέχρι τη λήξη της σχετικής άδειας, η οποία μπορεί μετά να ανανεωθεί».

          5. Επειδή, κατά την κρατήσασα γνώμη, με την ως άνω μεταβατική ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 73 του ν. 3028/2002, παρέχεται η καταρχήν δυνατότητα να συνεχιστούν εξορυκτικές δραστηριότητες, οι οποίες λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου με βάση ισχύουσα σχετική άδεια, χωρίς να απαιτείται να τηρηθεί η θεσπιζομένη με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του ιδίου νόμου διαδικασία, και, περαιτέρω, να ανανεωθεί η εν λόγω άδεια μετά τη λήξη της ισχύος της κατά την προαναφερομένη διαδικασία των άρθρων 10 και 12. Η μεταβατική αυτή ρύθμιση, όμως, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 73 παρ. 9, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι σχετικές λατομικές ή μεταλλευτικές εξορυκτικές δραστηριότητες εμπίπτουν σε περιοχές, οι οποίες περιλαμβάνονται σε καθορισμένες αρχαιολογικές ζώνες, στις οποίες απαγορεύονται τέτοιες δραστηριότητες, αδιαφόρως αν για τη συγκεκριμένη εξορυκτική δραστηριότητα έχει χορηγηθεί σχετική άδεια, της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές η συνέχιση της δραστηριότητας θα συνιστούσε παραβίαση ρητής απαγόρευσης που έχει επιβληθεί σε ορισμένη περιοχή για την προστασία των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς που βρίσκονται στην περιοχή αυτή, ύστερα από εκτίμηση των δεδομένων της συγκεκριμένης περιοχής. Συνεπώς, κατά την κρατήσασα γνώμη, η προσβαλλόμενη πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την εκμετάλλευση λατομείου που βρίσκεται εντός της κηρυχθείσης με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ02/8131/448/10-2-1994 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 146) ζώνης απόλυτης προστασίας του αρχαιολογικού χώρου, Ραμνούντος, δεν είναι νόμιμη διότι στη ζώνη αυτή απαγορεύεται η δημιουργία λατομείων, μόνες δε επιτρεπτές είναι η γεωργοκτηνοτροφική χρήση, οι αγροτικές καλλιέργειες και η δόμηση γεωργικών εγκαταστάσεων. Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Ιω. Μαντζουράνη και της Παρέδρου Β. Καμπίτση, προϋπόθεση για την εφαρμογή εν προκειμένου της ανωτέρω μεταβατικής ρυθμίσεως της παρ. 9 του αρ. 73 του ν. 3028/2002 είναι ότι οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού λατομικές ή μεταλλευτικές εξορυκτικές δραστηριότητες των οποίων επιτρέπεται η συνέχιση της λειτουργίας, ήταν εφοδιασμένες με νόμιμη άδεια. Η ουσιαστική δε νομιμότητα της προϋπάρχουσας άδειας μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως, καίτοι αφορά σε ατομική πράξη, εφόσον η ύπαρξη «νομίμου» αδείας αποτελεί ρητό όρο εφαρμογής της ως άνω μεταβατικής διατάξεως, καλυπτομένου του τεκμηρίου νομιμότητας των μη ανακληθεισών ή ακυρωθεισών ατομικών διοικητικών πράξεων. Κατά τη γνώμη αυτή η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι βάσει της ανωτέρω μεταβατικής διατάξεως δεν είναι νόμιμη, διότι η επιχείρηση λατομείας μαρμάρου λειτουργούσε κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3028/2002 βάσει αδείας (ΕΜΝΕ/Φ.19.5.1/1035/6.4.1999 απόφαση του Επιθεωρητή Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος) που δεν ήταν νόμιμη, καθ’ όσον αυτή αφορούσε χώρο που ενέπιπτε στη Ζώνη Α΄ απολύτου προστασίας του αρχαιολογικού χώρου Ραμνούντος που καθορίστηκε με την ως άνω ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ02/8131/448/12.2.1994 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού.

          6. Επειδή, εν όψει της σπουδαιότητας των ανωτέρω ζητημάτων παραδεκτού και βασίμου της αιτήσεως ακυρώσεως. Το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση (αρ. 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989).

 

ΣτΕ  902/2011

[Νόμιμη η χωροθέτηση των εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης διαχείρισης αποβλήτων στην Ανατολική Αττική]

 

Πρόεδρος:   Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής:  Αθ. Ράντος

Δικηγόροι:  Φ. Χατζηφώτης, Χρ. Διβάνη

 

Με την προσβαλλομένη πράξη υιοθετείται, εκαιροποιούμενος, ο προηγούμενος αντίστοιχος σχεδιασμός που έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο ως νόμιμος. Η χωροθέτηση δύο Ο.Ε.Δ.Α. στην Ανατολική Αττική, πολύ μικρότερης δυναμικότητας, από τον προβλεπόμενο Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής, όπου επί πολλά έτη απετίθεντο ανεπεξέργαστα τα απόβλητα ολόκληρης της Αττικής, γίνεται στο πλαίσιο εξειδικεύσεως των επιταγών και κατευθύνσεων του εθνικού σχεδιασμού. Εξ άλλου, προβλέπεται η εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων με σκοπό τη μείωση του αρχικού όγκου τους και την μεταβολή των χαρακτηριστικών τους, ώστε να μετατραπούν σε υπολείμματα, τα οποία και μόνον θα διατίθενται εν συνεχεία με υγειονομική ταφή. Η επιλογή των κατάλληλων θέσεων μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων έγινε με μεθόδους αξιολογήσεως που στηρίζονται αποκλειστικά σε περιβαλλοντικά κριτήρια, όπως η μικρή απόσταση μεταξύ των περιοχών παραγωγής και των χώρων διαθέσεως των αποβλήτων σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας.

Απορρίπτονται οι λόγοι ακυρώσεως, που είχαν προβληθεί κατά των πράξεων εφαρμογής και του αντιστοίχου προηγούμενου περιφερειακού σχεδιασμού διαχειρίσεως αποβλήτων και έχουν ήδη κριθεί απορριπτέοι με αποφάσεις του Δικαστηρίου.

 

          Βασικές σκέψεις

2.   Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της υπ' αριθ. πρωτ. 319/Φ.περ.Σ-Α/06/22-2-2006 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας   (ΓΓΠ)   Αττικής,   με   την   οποία   εγκρίθηκε   το   Περιφερειακό   Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) Περιφερείας Αττικής, κατά το μέρος του με το οποίο προβλέπεται η χωροθέτηση  εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης διαχειρίσεως αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α.) στην Ανατολική Αττική.

3.  Επειδή, σε συμμόρφωση προς τους ορισμούς της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 1991  «Τροποποίηση της Οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων» (ΕΕ L 78/26-3-1991), εξεδόθη η κοινή υπουργική απόφαση   (κυα)   αριθ.   Η.Π.   50910/2727/16-12-2003   «Μέτρα   και  Όροι   για   τη Διαχείριση     Στερεών    Αποβλήτων.     Εθνικός    και     Περιφερειακός    Σχεδιασμός Διαχείρισης»  (Β'  1909).  Με  τις παραγράφους  1   και  2  του  άρθρου 4 της κυα προσδιορίζονται οι στόχοι και οι αρχές για την διαχείριση των στερεών αποβλήτων και με την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι «3. Για την επίτευξη των στόχων  και  την   υλοποίηση  των  αρχών  των  προηγουμένων  παραγράφων,   οι αρμόδιες αρχές ... καταρτίζουν Εθνικό και Περιφερειακά Σχέδια Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων.».    Το    Εθνικό    Σχέδιο   Διαχείρισης   Στερεών   Αποβλήτων   (ΕΣΔΑ) προσδιορίζει, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της κυα, τις γενικές κατευθύνσεις για την διαχείριση των στερεών αποβλήτων στο σύνολο της χώρας και υποδεικνύει τα προς τούτο κατάλληλα μέτρα. Με το άρθρο 6 της κυα ορίζονται τα εξής για τον περιφερειακό σχεδιασμό της   διαχειρίσεως   των   στερεών   αποβλήτων:  «1. Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων: α. Για κάθε Περιφέρεια της χώρας καταρτίζεται Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ). β. Το ΠΕΣΔΑ εξειδικεύει τις γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στο ΕΣΔΑ και αποσκοπεί:   β1)   στην  επιλογή  των  περιοχών που   συγκροτούν  τις  ενότητες διαχείρισης στερεών αποβλήτων (διαχειριστικές ενότητες), β2) στον καθορισμό των μεθόδων διαχείρισης που πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε διαχειριστική ενότητα, β3) στην εξειδίκευση συγκεκριμένων μέτρων, όρων και περιορισμών για την επίτευξη των  στρατηγικών  και  ποσοτικών  στόχων  που   καθορίζονται   στο   ΕΣΔΑ.   ...   3. Περιεχόμενο. α. Το ΠΕΣΔΑ καταρτίζεται με βάση τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές  συνθήκες  της  συγκεκριμένης  Περιφέρειας,   εναρμονίζεται  με  το ΕΣΔΑ και  περιλαμβάνει  τουλάχιστον τα εξής:  - τη  συνολική  καταγραφή  των ποσοτήτων των αποβλήτων που παράγονται στην Περιφέρεια...- τον τύπο, την ποσότητα και την προέλευση των αποβλήτων που θα πρέπει να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν - την υφιστάμενη κατάσταση στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων με   την  καταγραφή   ιδίως:   α)   των  υφιστάμενων  Χώρων  Υγειονομικής  Ταφής Αποβλήτων  (ΧΥΤΑ)   ...   β)  των ανεξέλεγκτων χώρων  διάθεσης  ή  αξιοποίησης αποβλήτων  ...   -  το  υφιστάμενο  κανονιστικό  πλαίσιο  που  αφορά  τους τύπους αποβλήτων ...  - τις προτεινόμενες διαχειριστικές ενότητες ανά Περιφέρεια - τις περιοχές που αποκλείονται για την αποδοχή των κύριων εγκαταστάσεων διαχείρισης των στερεών αποβλήτων   ... - τις μεθόδους διαχείρισης που θα εφαρμοσθούν ...4. Κατάρτιση. α. Για την κατάρτιση του ΠΕΣΔΑ    συντάσσεται μελέτη διαχείρισης στερεών αποβλήτων...γ. Η μελέτη, μετά την ολοκλήρωση της, αποστέλλεται προς γνωμοδότηση στους ακόλουθους οργανισμούς, συμβούλια και υπηρεσίες: γ1 στο οικείο Περιφερειακό Συμβούλιο γ2. στα οικεία νομαρχιακά Συμβούλια... δ. Οι σχετικές γνωμοδοτήσεις διαβιβάζονται στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της οικείας Περιφέρειας μέσα σε προθεσμία 45 ημερών από τότε που περιέρχεται στους πιο πάνω οργανισμούς...η σχετική μελέτη. Αν οι υπηρεσίες ή οι φορείς που γνωμοδοτούν δεν απαντήσουν μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, η έγκριση του ΠΕΣΔΑ μπορεί να γίνει και χωρίς τις γνωμοδοτήσεις αυτές, αμέσως μετά την παρέλευση της προθεσμίας. 5. Έγκριση. α. 1) Το ΠΕΣΔΑ εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας.... 6. Αναθεώρηση-Τροποποίηση. Το ΠΕΣΔΑ μπορεί να αναθεωρείται ανά πενταετία...». Τέλος, με τις περιλαμβανόμενες στο άρθρο 16 μεταβατικές διατάξεις της κυα ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «2. α. Υφιστάμενοι, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας, Περιφερειακοί Σχεδιασμοί Διαχείρισης Αποβλήτων, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την αναθεώρηση ή τροποποίησή του, η οποία πραγματοποιείται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης ώστε να εναρμονισθούν με της διατάξεις της ...».

4.  Επειδή, το εγκρινόμενο κατά τις διατάξεις και  με την διαδικασία που εκτέθηκαν στην προηγουμένη  σκέψη  ΠΕΣΔΑ, το οποίο αποτελεί εξειδίκευση του ΕΣΔΑ και ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα, εφ' όσον αναθεωρείται ανά πενταετία, δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι περιέχει κυρίως, καταγραφές πραγματικών καταστάσεων και προτάσεις επιλογής συγκεκριμένων ενοτήτων διαχειρίσεως αποβλήτων. Εν όψει τούτου, νομίμως το προσβαλλόμενο ΠΕΣΔΑ δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ' αριθ. πρωτ. 48442/28-9-2001 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής, που εκδόθηκε βάσει σχετικής μελέτης, ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο του Περιφερειακού Σχεδιασμού Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Αττικής. Κατά το δεύτερο στάδιο σχεδιασμού, κατόπιν μελέτης μηνός Μαρτίου 2003, υποδείχθηκαν κατάλληλες θέσεις για την κατασκευή εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης διαχειρίσεως αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α.) χωριστά για την βόρεια Ανατολική Αττική («Μαύρο Βουνό» Γραμματικού, «Τρύπες» Πολυδενδρίου), για την νότια Ανατολική Αττική («Βραγόνι» Κερατέας, «Λατομείο Κυριακού» Κρωπίας), για την Δυτική Αττική («Σκαλιστήρι» Φυλής, «Μελετάνι» Μάνδρας) και για τα νησιά Κύθηρα και Αντικύθηρα. Η δεύτερη αυτή φάση του σχεδιασμού εγκρίθηκε με τυπικό νόμο (άρθρο 33 ν. 3164/2003, Α' 176), λόγω αδυναμίας να ολοκληρωθεί η σχετική διοικητική διαδικασία, κατόπιν της αρνήσεως των αρμοδίων Νομαρχιακών Συμβουλίων να διατυπώσουν την κατά νόμο γνώμη τους επί της μελέτης του δευτέρου σταδίου. Για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδιασμού εξεδόθησαν κοινές υπουργικές αποφάσεις εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων των έργων κατασκευής των οικείων Ο.Ε.Δ.Α. (ΑΠ 135831/3-12-2003 για την θέση «Σκαλιστήρι», ΑΠ 136945/5-12-2003 για την θέση «Μαύρο Βουνό» και ΑΠ 136946/3-12-2003 για την θέση «Βραγόνι»). Αιτήσεις ακυρώσεως κατά των πράξεων αυτών απερρίφθησαν με τις υπ' αριθ. 965 - 967/2007, 1151, 1952 - 1953/2007, 2862/2007 και 2864/2007 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιστοίχως. Εν όψει, όμως, των ορισμών του μνημονευθέντος στην  σκέψη 3 άρθρου 16 παρ. 2 της κυα    Η.Π.  50910/2727/16-12-2003, κινήθηκε η διαδικασία αναθεωρήσεως του εγκριθέντος περιφερειακού σχεδιασμού. Προς τούτο συνετάγη νέα μελέτη, επί της οποίας γνωμοδότησε αρνητικά το Νομαρχιακό Συμβούλιο (Ν.Σ.) της αιτούσης (απόφαση με αριθ. 236/2005), με την αιτιολογία ότι ο προτεινόμενος σχεδιασμός «...στηρίζεται σε ανακριβή, αντιεπιστημονικά κριτήρια, που έρχονται σε αντίθεση με το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, γιατί δεν έχουν ληφθεί υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των χώρων που έχουν προταθεί στην Ανατολική Αττική,...γιατί παραβιάζονται, παρότι πλέον είναι γνωστά, σημαντικά κριτήρια αποκλεισμού (αναδασωτέες ζώνες, ρέματα, ζώνες προστασίας ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και αρχαιολογικοί χώροι).». Με την αυτή γνωμοδότηση, το Ν. Σ. πρότεινε, για την αντιμετώπιση του προβλήματος, άλλες λύσεις, μεταξύ των οποίων και την διερεύνηση της δυνατότητος διαπεριφερειακού σχεδιασμού.   Μετά   την   υποβολή   παρατηρήσεων   από   την   Γενική   Διεύθυνση Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ (έγγραφο με αριθ. πρωτ. 134622/5-1-2006) και τον Οργανισμό Αθήνας (έγγραφο με αριθ. πρωτ. Οικ. 89/13-1-2006) εξεδόθη η προσβαλλομένη πράξη.

6. Επειδή, προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος και των διατάξεων που μνημονεύθηκαν στην σκέψη 3, χωροθετούνται δύο Ο.Ε.Δ.Α. στην Ανατολική Αττική, στην οποία, κατά την αιτούσα, κατοικεί το 32% του συνολικού πληθυσμού της χώρας και υπάρχει ραγδαία οικιστική ανάπτυξη και συγκέντρωση βιομηχανικών μονάδων και λοιπών οχλουσών δραστηριοτήτων, με συνέπεια να έχει εξαντληθεί η φέρουσα ικανότητά της και να υποβαθμίζονται οι συνθήκες διαβιώσεως. Η αιτούσα προβάλλει ότι καμμία από τις επιλεγείσες για την Ανατολική Αττική θέσεις δεν είναι ανεκτή, αλλά πρέπει να αναζητηθεί άλλη λύση εκτός Αττικής. Όπως, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την προσβαλλομένη πράξη υιοθετείται, κατ΄ ουσίαν, απλώς επικαιροποιούμενος, ο ήδη κριθείς, κατά τα εκτεθέντα, ως νόμιμος προηγούμενος αντίστοιχος σχεδιασμός. Η εκ νέου δε επιλογή χωροθετήσεως δύο Ο.Ε.Δ.Α. στην Ανατολική Αττική, πολύ μικρότερης δυναμικότητος, άλλωστε, από τον προβλεπόμενο Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής, στην περιοχή της οποίας (Δυτικής Αττικής) επί πολλά έτη απετίθεντο ανεπεξέργαστα τα απόβλητα ολόκληρης της Αττικής, γίνεται στο πλαίσιο εξειδικεύσεως των επιταγών και κατευθύνσεων του εθνικού σχεδιασμού. Εξ άλλου, με την προσβαλλομένη πράξη προβλέπεται η εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων με σκοπό την μείωση του αρχικού όγκου τους και την μεταβολή των χαρακτηριστικών τους, ώστε αυτά να μετατραπούν σε υπολείμματα, τα οποία και μόνον θα διατίθενται εν συνεχεία με υγειονομική ταφή. Περαιτέρω, η επιλογή των καταλλήλων θέσεων μεταξύ των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων έγινε με μεθόδους αξιολογήσεως που στηρίζονται αποκλειστικά σε περιβαλλοντικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων και η μικρή απόσταση μεταξύ των περιοχών παραγωγής και των χώρων διαθέσεως των αποβλήτων, κριτήριο σύμφωνο με την διέπουσα την διαχείριση των αποβλήτων αρχή της εγγύτητος. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

7. Επειδή, προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, επιχειρείται η χωροθέτηση των δύο Ο.Ε.Δ.Α. Ανατολικής Αττικής σε περιοχές εν μέρει δασικές ή αναδασωτέες, των οποίων δεν είχε προηγουμένως αρθεί η αναδάσωση. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είχε προβληθεί, και μάλιστα κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο και όχι, όπως εν προκειμένω, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, και κατά των πράξεων εφαρμογής του αντιστοίχου προηγουμένου περιφερειακού σχεδιασμού διαχειρίσεως αποβλήτων και είχε απορριφθεί με τις μνημονευθείσες στην σκέψη 5 υπ' αριθ. 1952, 1953, 1954 και 2862/2007 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, τόσο για την περιοχή Γραμματικού, όσο και για την περιοχή Κερατέας. Δεδομένου, επομένως, ότι, όπως ήδη εξετέθη στην σκέψη 6, με την προσβαλλομένη πράξη, ειδικώς ως προς το θέμα της επιλογής των συγκεκριμένων, κριθέντων ως καταλλήλων, χώρων, απλώς υιοθετούνται οι προηγούμενες επιλογές, με την αυτή αιτιολογία, ο λόγος αυτός ακυρώσεως, με τον οποίο, άλλωστε, δεν γίνεται επίκληση νεωτέρων δεδομένων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους εκτιθέμενους στις αποφάσεις αυτές λόγους. Ο αυτός λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος, ειδικώτερα, που αναφέρεται στην μη προηγούμενη άρση αναδασώσεως στην περιοχή του Γραμματικού, πρέπει να απορριφθεί και ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η  αναδάσωση αυτή είχε ήδη προηγουμένως αρθεί, με την υπ' αριθ. 3075/12-9-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Αττικής (Δ' 1024).

8. Επειδή, προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, επιχειρείται η χωροθέτηση των δύο επίμαχων Ο.Ε.Δ.Α. σε αρχαιολογικές περιοχές, περιοχές ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους  και σε περιοχή, από την οποία διέρχεται υδατόρρευμα. Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως, που είχαν προβληθεί και κατά των πράξεων εφαρμογής του αντιστοίχου προηγουμένου περιφερειακού σχεδιασμού διαχειρίσεως αποβλήτων και είχαν κριθεί απορριπτέοι με τις υπ' αριθ. 1952, 1953, 1954, 2862 και 2864/2007 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει, ομοίως, να απορριφθούν για τους εκτεθέντες στην προηγουμένη σκέψη λόγους.

9.  Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως ότι μη νομίμως εξεδόθη η προσβαλλομένη πράξη χωρίς να ληφθεί γνωμοδότηση από το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής πρέπει να απορριφθεί, εν όψει    της παρατεθείσης στην σκέψη 3 διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 4 της κυα αριθ. Η.Π. 50910/2727/16-12-2003, ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το προοίμιο της προσβαλλομένης αποφάσεως (στοίχ. 14), για την έκδοση της οποίας, άλλωστε, εγνωμοδότησαν τα Νομαρχιακά Συμβούλια Αθηνών, Ανατολικής Αττικής και Δυτικής Αττικής, η απόφαση αυτή εξεδόθη την 22-2-2006 και αφού είχε παρέλθει άπρακτη η κατά νόμο προθεσμία που ετάχθη προς γνωμοδότηση στο Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής με την σχετική υπ' αριθ. 4594/29-11-2005 πρόσκληση της Διευθύνσεως ΠΕ.ΧΩ της Περιφέρειας.

10.  Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

ΣτΕ  901/2011

[Νόμιμη έγκριση του Περιφερειακού Σχεδίου Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) Περιφέρειας Αττικής]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος 

Εισηγητής: Αθ. Ράντος  

Δικηγόροι:  Α. Χαροκόπου, Χρ. Διβάνη

 

Με την προσβαλλομένη πράξη και τις μελέτες που τη συνοδεύουν προβλέπεται ότι η ποσότητα απορριμμάτων θα μειώνεται με τη σταδιακή λειτουργία εγκαταστάσεων επεξεργασίας αποβλήτων και την κανονική λειτουργία του Εργοστασίου Μηχανικής Ανακυκλώσεως, που ήταν σε δοκιμαστική λειτουργία. Αναμένεται έτσι μια σημαντική μείωση απορριμμάτων για τον Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής, ενώ προβλέπεται και η σταδιακή παύση λειτουργίας και η εν συνεχεία αποκατάσταση του από μακρού λειτουργούντος ΧΥΤΑ Ν. Λιοσίων. Με την προσβαλλομένη πράξη υιοθετείται άλλωστε, απλώς επικαιροποιούμενος, ο ήδη κριθείς από το ΣτΕ, ως νόμιμος προηγούμενος αντίστοιχος σχεδιασμός.

Δεν στοιχειοθετείται λόγος ακυρώσεως,  ότι,  κατά παράβαση των αρχών της αξιοποιήσεως και επαναχρησιμοποιήσεις των αποβλήτων, επιλέγεται η υγειονομική ταφή τους ως κύρια μέθοδος διαχειρίσεως των αποβλήτων. Στηρίζεται σε προβλέψεις αποτυχίας έγκαιρης λειτουργίας των σχετικών μονάδων διαχειρίσεως αποβλήτων πριν από την υγειονομική ταφή των υπολειμμάτων τους. Δεν ανάγεται δηλαδή σε πλημμέλειες της προσβαλλομένης πράξεως αλλά σε πιθανά προβλήματα  εφαρμογής της,  που,  δεν  συνιστούν λόγο ακυρώσεώς της.

Δεν είναι βάσιμος λόγος ακυρώσεως, ότι,  κατά παράβαση της αρχής της εγγύτητας διαχειρίσεως των αποβλήτων στον τόπο παραγωγής τους, προβλέπεται η διαχείριση στον Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής αποβλήτων όχι μόνον της Δυτικής Αττικής αλλά και άλλων περιοχών της Αττικής, και των νήσων. Ανεξαρτήτως εάν η εν λόγω αρχή, που επιβάλλει την διαχείριση των αποβλήτων στις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις, θα απαγόρευε   την   πρόβλεψη   διαχειρίσεως   όλων   των   αποβλήτων   μιας   ενιαίας διοικητικής περιοχής, όπως η ηπειρωτική και νησιωτική Αττική, σε μία μόνον εγκατάσταση, πάντως με την προσβαλλομένη πράξη προβλέπεται η λειτουργία δύο ακόμη Ο.Ε.Δ.Α. στην Αττική, με σκοπό, ακριβώς, την αποσυμφόρηση των εγκαταστάσεων της Δυτικής Αττικής. Δεν απορρέει πάντως από την ως άνω αρχή η υποχρέωση διαχειρίσεως των στερεών αποβλήτων των εσωτερικών οργανωτικών υποδιαιρέσεων κάθε διοικητικής περιοχής στο έδαφος της αντίστοιχης υποπεριοχής.

 

          Βασικές σκέψεις

2.  Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της υπ' αριθ. πρωτ. 319/Φ.περ.Σ-Α/06/22-2-2006     αποφάσεως     του     Γενικού     Γραμματέως Περιφέρειας   (ΓΓΠ)   Αττικής,   με   την   οποία   εγκρίθηκε   το   Περιφερειακό   Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) Περιφερείας Αττικής.

3.  Επειδή, σε συμμόρφωση προς τους ορισμούς της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18πς Μαρτίου 1991  «Τροποποίηση της Οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων» (ΕΕ L 78/26-3-1991), εξεδόθη η κοινή υπουργική απόφαση   (κυα)   αριθ.   Η.Π.   50910/2727/16-12-2003   «Μέτρα   και   Όροι   για   τη Διαχείριση Στερεών Αποβλήτων. Εθνικός και Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης»  (Β'   1909).  Με τις παραγράφους  1   και  2 του  άρθρου  4 της κυα προσδιορίζονται οι στόχοι και οι αρχές για την διαχείριση των στερεών αποβλήτων και με την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι «3. Για την επίτευξη των στόχων  και   την  υλοποίηση   των  αρχών  των  προηγουμένων   παραγράφων,   οι αρμόδιες αρχές ... καταρτίζουν Εθνικό και Περιφερειακά Σχέδια Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων». Το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΕΣΔΑ) προσδιορίζει, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της κυα, τις γενικές κατευθύνσεις για την διαχείριση των στερεών αποβλήτων στο σύνολο της χώρας και υποδεικνύει τα προς τούτο κατάλληλα μέτρα. Με το άρθρο 6 της κυα ορίζονται τα εξής για τον περιφερειακό   σχεδιασμό   της   διαχειρίσεως   των   στερεών   αποβλήτων:    «1. Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων: α. Για κάθε Περιφέρεια της χώρας καταρτίζεται Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ). β. Το ΠΕΣΔΑ εξειδικεύει τις γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στο ΕΣΔΑ και αποσκοπεί:   β1)  στην  επιλογή   των  περιοχών που  συγκροτούν  τις  ενότητες διαχείρισης στερεών αποβλήτων (διαχειριστικές ενότητες), β2) στον καθορισμό των μεθόδων διαχείρισης που πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε διαχειριστική ενότητα, β3) στην εξειδίκευση συγκεκριμένων μέτρων, όρων και περιορισμών για την επίτευξη των  στρατηγικών  και  ποσοτικών  στόχων  που   καθορίζονται   στο   ΕΣΔΑ.   ...   3. Περιεχόμενο. α. Το ΠΕΣΔΑ καταρτίζεται με βάση τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές  συνθήκες  της  συγκεκριμένης  Περιφέρειας,  εναρμονίζεται   με  το ΕΣΔΑ  και  περιλαμβάνει  τουλάχιστον  τα  εξής :   -  τη  συνολική  καταγραφή  των ποσοτήτων των αποβλήτων που παράγονται στην Περιφέρεια...- τον τύπο, την ποσότητα και την προέλευση των αποβλήτων που θα πρέπει να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν - την υφιστάμενη κατάσταση στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων με  την   καταγραφή   ιδίως:   α)   των   υφιστάμενων   Χώρων  Υγειονομικής  Ταφής Αποβλήτων  (ΧΥΤΑ)   ...   β)  των  ανεξέλεγκτων  χώρων  διάθεσης   ή  αξιοποίησης αποβλήτων   ...   -  το  υφιστάμενο  κανονιστικό  πλαίσιο  που  αφορά  τους  τύπους αποβλήτων ...  - τις προτεινόμενες διαχειριστικές ενότητες ανά Περιφέρεια - τις περιοχές που αποκλείονται για την αποδοχή των κύριων εγκαταστάσεων διαχείρισης των στερεών αποβλήτων   ... - τις μεθόδους διαχείρισης που θα εφαρμοσθούν ...5. Έγκριση.   α.   1)   Το   ΠΕΣΔΑ   εγκρίνεται   με   απόφαση   του   Γενικού   Γραμματέα Περιφέρειας.... 6. Αναθεώρηση-Τροποποίηση. Το ΠΕΣΔΑ μπορεί να αναθεωρείται ανά πενταετία ...». Τέλος, με τις περιλαμβανόμενες στο άρθρο 16 μεταβατικές διατάξεις της κυα ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «2. α. Υφιστάμενοι, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας,  Περιφερειακοί  Σχεδιασμοί Διαχείρισης Αποβλήτων,  εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την αναθεώρηση ή τροποποίησή τους, η οποία πραγματοποιείται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης ώστε να εναρμονισθούν με της διατάξεις της ...».

4. Επειδή, το εγκρινόμενο κατά τις διατάξεις και με την διαδικασία που εκτέθηκαν στην προηγουμένη σκέψη ΠΕΣΔΑ, το οποίο αποτελεί εξειδίκευση του ΕΣΔΑ και ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα, εφ όσον αναθεωρείται ανά πενταετία, δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι περιέχει κυρίως καταγραφές πραγματικών καταστάσεων και προτάσεις επιλογής συγκεκριμένων ενοτήτων διαχειρίσεως αποβλήτων. Εν όψει τούτου, νομίμως το προσβαλλόμενο ΠΕΣΔΑ δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.  Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ' αριθ. πρωτ. 48442/28-9-2001  απόφαση    του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής, που εκδόθηκε   βάσει   σχετικής   μελέτης,   ολοκληρώθηκε   το   πρώτο   στάδιο  του Περιφερειακού   Σχεδιασμού  Διαχείρισης  Στερεών Αποβλήτων Αττικής.   Κατά  το δεύτερο στάδιο σχεδιασμού, κατόπιν μελέτης μηνός Μαρτίου 2003, υποδείχθηκαν κατάλληλες θέσεις για την κατασκευή εγκαταστάσεων ολοκληρωμένης διαχειρίσεως αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α.) χωριστά για την βόρεια Ανατολική Αττική («Μαύρο Βουνό» Γραμματικού, «Τρύπες» Πολυδενδρίου), για την νότια Ανατολική Αττική («Βραγόνι» Κερατέας,  «Λατομείο Κυριακού» Κρωπίας), για την Δυτική Αττική («Σκαλιστήρι» Φυλής, «Μελετάνι» Μάνδρας) και για τα νησιά Κύθηρα και Αντικύθηρα. Η δεύτερη αυτή φάση του σχεδιασμού εγκρίθηκε με τυπικό νόμο (άρθρο 33 ν. 3164/2003, Α' 176), λόγω αδυναμίας να ολοκληρωθεί η σχετική διοικητική διαδικασία, κατόπιν της αρνήσεως των αρμοδίων Νομαρχιακών Συμβουλίων να διατυπώσουν την κατά νόμο γνώμη τους επί της μελέτης του δευτέρου σταδίου. Για την εφαρμογή του  εν λόγω  σχεδιασμού  εξεδόθησαν  κοινές υπουργικές αποφάσεις εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων των έργων κατασκευής των οικείων Ο.Ε.Δ.Α. (ΑΠ 135831/3-12-2003 για την θέση «Σκαλιστήρι», ΑΠ 136945/5-12-2003 για την θέση «Μαύρο Βουνό» και ΑΠ 136946/3-12-2003 για την θέση «Βραγόνι»). Αιτήσεις ακυρώσεως κατά των πράξεων αυτών απερρίφθησαν με τις υπ' αριθ. 965/2007, 966/2007 (επί αιτήσεως ακυρώσεως της και ήδη αιτούσης), 967/2007, 1151/2007, 1952-1953/2007, 2862/2007 και  2864/2007 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιστοίχως.  Εν όψει, όμως, των ορισμών του μνημονευθέντος στην σκέψη 3 άρθρου 16 παρ. 2 της κυα Η.Π.   50910/2727/16-12-2003,   κινήθηκε  η  διαδικασία  αναθεωρήσεως  του εγκριθέντος περιφερειακού σχεδιασμού. Προς τούτο συνετάγη νέα μελέτη, επί της οποίας γνωμοδότησε αρνητικά το Νομαρχιακό Συμβούλιο της αιτούσης (απόφαση με αριθ. 117/2005), με την αιτιολογία ότι η ήδη υποβαθμισμένη περιοχή της Δυτικής Αττικής επιβαρύνεται υπερβολικά με την δημιουργία νέου Χ.Υ.Τ.Α. εντός των ορίων της, εν όψει και της συνεχίσεως της λειτουργίας του υφισταμένου Χ.Υ.Τ.Α. Ν. Λιοσίων. Μετά την υποβολή παρατηρήσεων από την Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕΧΩΑΕ (έγγραφο με αριθ. πρωτ. 134622/5-1-2006) και τον Οργανισμό Αθήνας (έγγραφο με αριθ. πρωτ. Οικ. 89/13-1-2006) εξεδόθη η προσβαλλομένη πράξη.

6. Επειδή, προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως, ότι, κατά παράβαση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών της βιώσιμου αναπτύξεως, της ισότητος και της αναλογικότητος εγκρίνεται, με την προσβαλλομένη πράξη,  η διαχείριση του συνόλου ή, πάντως,  του  μεγαλυτέρου  μέρους των αποβλήτων ολόκληρης της Αττικής   στον   Ο.Ε.Δ.Α.   Δυτικής   Αττικής,   διότι,   με   τον   προβλεπόμενο   στην προσβαλλομένη πράξη τρόπο διαθέσεως των αποβλήτων, επιβαρύνεται μονομερώς η ήδη επί δεκαετίες βεβαρημένη περιοχή της Δυτικής Αττικής, καθ΄ υπέρβαση της φερούσης   ικανότητός   της.   Όπως   προκύπτει   από   τα   στοιχεία   του   φακέλου, υπολογίζεται, με βάση τις μελέτες που συνοδεύουν την προσβαλλομένη πράξη, ότι ο Ο.Ε.Δ.Α.  Δυτικής Αττικής  θα  δέχεται 1.400.000 - 1.500.000   τόννους απορριμμάτων ετησίως, ενώ οι αντίστοιχοι δύο Ο.Ε.Δ.Α. Ανατολικής Αττικής θα δέχονται από  127.500 τόννους ο καθένας, δηλαδή συνολικώς 255.000 τόννους ετησίως, με βάση τον προηγούμενο, ήδη αναθεωρούμενο, σχεδιασμό, ο εν λόγω Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής θα δεχόταν 1.140.000 τόννους ετησίως. Όπως, όμως, προκύπτει από τα αυτά στοιχεία, με την προσβαλλομένη πράξη και τις μελέτες που την συνοδεύουν προβλέπεται ότι η εν λόγω ποσότητα απορριμμάτων θα μειώνεται με την σταδιακή λειτουργία των επίσης προβλεπομένων εγκαταστάσεων επεξεργασίας αποβλήτων και την κανονική λειτουργία του Εργοστασίου Μηχανικής Ανακυκλώσεως, που ήταν σε δοκιμαστική λειτουργία, ότι από μόνη την κανονική λειτουργία του εργοστασίου αυτού αναμένεται μια σημαντική μείωση της τάξεως των 300.000 τόννων περίπου απορριμμάτων κατ΄ έτος, ότι η τελική πρόβλεψη για τον Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής διαμορφώνεται σε συνολική ποσότητα 1.000.000 - 1.100.000 τόννων περίπου, ενώ προβλέπεται και η σταδιακή παύση λειτουργίας και η εν συνεχεία αποκατάσταση του από μακρού λειτουργούντος ΧΥΤΑ Ν. Λιοσίων. Στα στοιχεία αυτά εκτίθεται επίσης ότι η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ των ΟΕΔΑ δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής και σε πληθυσμιακά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Με τα δεδομένα αυτά και εν όψει του γεγονότος ότι με την προσβαλλομένη πράξη υιοθετείται, κατ' ουσίαν, απλώς επικαιροποιούμενος, ο ήδη κριθείς κατά τα εκτεθέντα, ως νόμιμος προηγούμενος αντίστοιχος σχεδιασμός, ο  ανωτέρω λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

7. Επειδή, προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως,  ότι,  κατά παράβαση των συναγομένων από  τις διατάξεις που  μνημονεύθηκαν στην σκέψη  3 αρχών της αξιοποιήσεως και επαναχρησιμοποιήσεις των αποβλήτων, επιλέγεται η υγειονομική ταφή τους ως κύρια μέθοδος διαχειρίσεως των αποβλήτων. Με την προσβαλλομένη, όμως,   πράξη   και  τα   στοιχεία  που  την  συνοδεύουν  προβλέπεται,   αρχικώς,   η εκτεταμένη διαχείριση των αποβλήτων με σκοπό την μείωση του αρχικού όγκου τους και  την  μεταβολή  των  χαρακτηριστικών  τους,   ώστε  αυτά  να   μετατραπούν  σε υπολείμματα, τα οποία και μόνον θα διατίθενται εν συνεχεία με υγειονομική ταφή. Συνεπώς,  ο λόγος αυτός ακυρώσεως, ερειδόμενος, κατ' ουσίαν,  σε προβλέψεις αποτυχίας έγκαιρης λειτουργίας των προβλεπομένων στην προσβαλλομένη πράξη και τα στοιχεία που την συνοδεύουν σχετικών μονάδων διαχειρίσεως αποβλήτων πριν από την υγειονομική ταφή των υπολειμμάτων τους (Μονάδες Επεξεργασίας Συμμείκτων   Αστικών   Στερεών   Αποβλήτων,   Κέντρα   Διαλογής   Ανακυκλώσιμων Υλικών, Εγκατάσταση Μηχανικής Ανακύκλωσης και Κομποστοποίησης), πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν ανάγεται σε πλημμέλειες της προσβαλλομένης πράξεως αλλά σε πιθανά προβλήματα  εφαρμογής της,  που,  αυτά  μόνα,   δεν  συνιστούν λόγο ακυρώσεώς της.

8.   Επειδή,   προβάλλεται,   ως  λόγος   ακυρώσεως,   ότι   η   δημιουργία   του επίμαχου Ο.Ε.Δ.Α.   συνεπάγεται  την,   κατά  παράβαση  των  αυτών  διατάξεων, πρόκληση κινδύνων για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, λόγω της επιλογής της λύσεως   της   υγειονομικής   ταφής  των   απορριμμάτων   σε   μία   ήδη   υπερβολικά βεβαρημένη περιοχή, όπου, όπως προκύπτει από διενεργηθέντες ελέγχους, γίνεται διαχείριση  αποβλήτων  κατά  μη  ορθό  περιβαλλοντικώς  τρόπο.   Ο  λόγος  αυτός ακυρώσεως   πρέπει   να   απορριφθεί,   δεδομένου   ότι,   όπως   ήδη   εξετέθη,   στην προσβαλλομένη πράξη περιέχεται, εν όψει και των κινδύνων που επικαλείται η αιτούσα, η πρόβλεψη όχι απλής υγειονομικής ταφής των αποβλήτων, όπως γινόταν επί μακρά σειρά ετών, αλλά η διάθεση μετά προηγούμενη ειδική επεξεργασία τους, προβλέπεται δε παραλλήλως και η βαθμιαία αποκατάσταση του παλαιού ΧΥΤΑ.

9.   Επειδή, προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως, ότι,  κατά παράβαση της αρχής της εγγύτητας διαχειρίσεως των αποβλήτων στον τόπο παραγωγής τους, προβλέπεται με την προσβαλλομένη πράξη η διαχείριση στον Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής αποβλήτων όχι μόνον της Δυτικής Αττικής αλλά και άλλων περιοχών της Αττικής,   καθώς  και  των  Μεθάνων,  Τροιζηνίας  και  των νήσων Ύδρας,   Πόρου, Σπετσών και Αγκιστρίου. Ανεξαρτήτως, όμως, εάν η εν λόγω αρχή, που επιβάλλει την διαχείριση των αποβλήτων στις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις, θα απαγόρευε   την   πρόβλεψη   διαχειρίσεως   όλων   των   αποβλήτων   μιας   ενιαίας διοικητικής περιοχής, όπως η ηπειρωτική και νησιωτική Αττική, σε μία μόνον εγκατάσταση, πάντως με την προσβαλλομένη πράξη προβλέπεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η λειτουργία δύο ακόμη Ο.Ε.Δ.Α. στην Αττική, με σκοπό, ακριβώς, την' αποσυμφόρηση των εγκαταστάσεων της Δυτικής Αττικής, λαμβανομένου, υπ' όψιν και ότι η περιοχή Κεντρικής Αθήνας, λόγω του αμιγούς αστικού χαρακτήρα της, δεν είναι σε θέση να υποδεχθεί μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων. Δεν απορρέει δε πάντως από την ως άνω αρχή η υποχρέωση διαχειρίσεως των στερεών αποβλήτων των εσωτερικών οργανωτικών υποδιαιρέσεων κάθε διοικητικής περιοχής στο έδαφος της αντίστοιχης υποπεριοχής. Ειδικώτερα δε για την διαχείριση των αποβλήτων της περιοχής Τροιζηνίας, στις μελέτες που συνοδεύουν την προσβαλλομένη πράξη εκτίθεται ότι στην περιοχή αυτή έχει ήδη χρηματοδοτηθεί Τοπικό Σύστημα Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (Τ.Σ.Μ.Α.), για την μεταφορά τους, μετά από ειδική προηγούμενη επεξεργασία, στον Ο.Ε.Δ.Α. Δυτικής Αττικής. Με τα δεδομένα αυτά, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

10. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

ΣτΕ  616/2011

[Νόμιμη άρνηση έγκρισης για την ανοικοδόμηση ακινήτου εντός αρχαιολογικού χώρου]

 

Πρόεδρος:   Αγγ. Θεοφιλοπούλου

Εισηγητής:  Όλ. Παπαδοπούλου

Δικηγόροι: E. Καϋμενάκη, Π. Δημόπουλος

 

Μετά την οριοθέτηση σε αρχαιολογικό χώρο ζώνης απόλυτης προστασίας, η οποία υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας του, δεν είναι πλέον ανεκτή η εφαρμογή του προϊσχύοντος ευμενέστερου καθεστώτος στην περιοχή αυτής της ζώνης. Εάν κατά το χρόνο οριοθέτησης της ζώνης απόλυτης προστασίας εκκρεμεί ακυρωτική δίκη, συναρτώμενη με την έγκριση ανοικοδόμησης ακινήτου εντός της ζώνης αυτής, εφαρμογή έχει στην μετ' ακύρωση διαδικασία το μεταγενέστερο αυστηρό καθεστώς, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης των αρχών της ισότητας και της δίκαιης δίκης.

Κατά συνέπεια, ακόμη και εάν γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και ακυρωθεί η   πράξη, με την οποία δεν εγκρίθηκε η ανοικοδόμηση του επίδικου ακινήτου, η Διοίκηση μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης θα έχει την υποχρέωση, κατά δέσμια αρμοδιότητα, να απορρίψει το αίτημα για χορήγηση άδειας προς ανέγερση οικοδομής στο επίδικο ακίνητο. Δυνάμει του εφαρμοστέου εν προκειμένω αυστηρότερου κανονιστικού καθεστώτος, το ακίνητο αυτό δεν μπορεί πλέον να δομηθεί. Η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξης καθίσταται επομένως αλυσιτελής και η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της υπ' αριθμ. 6004πε/17.1.2006 πράξεως της Προϊσταμένης της ΚΕ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των αιτούντων να τους χορηγηθεί έγκριση για την ανέγερση οικοδομής σε ακίνητο ευρισκόμενο εντός αρχαιολογικού χώρου, στη θέση «Μ.» περιφερείας του Δημοτικού Διαμερίσματος Χαμαλευρίου του Δήμου Αρκαδίου Νομού Ρεθύμνου.

3. Επειδή, στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζεται ότι «[η] προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους» (παρ. 1) και ότι «[τ]α μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος ...» (παρ. 6). Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται, ειδικώς, αυξημένη προστασία του φυσικού, καθώς επίσης και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους την εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων στο διηνεκές. Εξ άλλου, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται ήδη με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 (Α' 153). Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής: «1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του ... 3. Η εγκατάσταση ή η λειτουργία βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή εμπορικής επιχείρησης ... καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας. 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτά. απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου ...». Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι κάθε επέμβαση επί ή πλησίον αρχαίου ή νεωτέρου μνημείου πρέπει κατ΄ αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και ανάδειξη αυτού, να ενεργείται δε ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του και επί τη βάσει των δεδομένων της οικείας επιστήμης, απαγορευομένων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση του μνημείου και του περιβάλλοντος αυτό χώρου. Οι πράξεις των αρμοδίων οργάνων της Διοικήσεως, με τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση έργων ή εργασιών πλησίον μνημείου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένες ως προς την κρίση ότι με τα έργα ή τις εργασίες αυτές προστατεύεται, αναδεικνύεται ή, πάντως, δεν παραβλάπτεται ουσιωδώς το μνημείο ούτε ο περιβάλλων χώρος του. Τέλος, κατά την έκδοση των ειδικών πράξεων των αρμοδίων οργάνων, με τις οποίες εγκρίνεται ή δεν εγκρίνεται η εκτέλεση έργων ή εργασιών πλησίον μνημείου κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, πρέπει, ενόψει και της αρχής του ενιαίου της Διοικήσεως, να εξετάζεται εάν οι προτεινόμενες εργασίες είναι κατ' αρχήν επιτρεπτές βάσει των ισχυουσών πολεοδομικών ρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι αναφερόμενες στους όρους δομήσεως των ακινήτων της περιοχής (βλ. ΣΕ 669/2010 επτ, 1580/2007 επτ. 3224/2006,3454/2004 Ολομ, 3279/ 2003 Ολομ. κ.ά.).

4. Επειδή, εξ άλλου κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του προαναφερθέντος ν. 3028/2002, «Οι αρχαιολογικοί χώροι κηρύσσονται και οριοθετούνται ή αναοριοθετούνται με βάση τα δεδομένα αρχαιολογικής έρευνας πεδίου και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Περαιτέρω, στο άρθρο 13 του ιδίου νόμου ορίζονται τα εξής: «1. Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. 2. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και η οποία ... συνοδεύεται από σχετικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της προηγούμενης παραγράφου περιοχή στην οποία απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (Ζώνη Προστασίας Α'). Στην περιοχή αυτή μπορεί να επιτρέπεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, μόνο η κατασκευή κτισμάτων ή προσθηκών σε υπάρχοντα κτήρια που είναι αναγκαία για την ανάδειξη των μνημείων ή χώρων καθώς και για την εξυπηρέτηση της χρήσης τους ... Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και η οποία ... συνοδεύεται από σχετικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της παραγράφου 1, εάν είναι εκτεταμένοι, περιοχή σε μέρος ή στο σύνολο της οποίας θα ισχύουν, δυνάμει της κοινής απόφασης του επόμενου εδαφίου, ειδικές ρυθμίσεις ως προς τους όρους δόμησης ή τις χρήσεις γης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες ή και όλους τους πιο πάνω περιορισμούς (Ζώνη Προστασίας Β'). Με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη των οικείων γνωμοδοτικών οργάνων, καθορίζονται στη συνέχεια οι ειδικοί όροι δόμησης, οι χρήσεις γης, οι   επιτρεπόμενες    δραστηριότητες,    καθώς    και   η    δυνατότητα    και οι προϋποθέσεις συνέχισης της λειτουργίας υφιστάμενων νόμιμων δραστηριοτήτων ... 3. Τα όρια των ζωνών προστασίας μπορεί να ανακαθορίζονται με την ίδια διαδικασία με βάση τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας και τις συνθήκες προστασίας των αρχαιολογικών χώρων ή μνημείων ...». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η έκταση των χερσαίων αρχαιολογικών χώρων της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 3028/2002 υπόκειται σε καθεστώς ιδιαίτερης προστασίας. Ενόψει και της σχετικής συνταγματικής επιταγής, ο νομοθέτης οργανώνει το καθεστώς προστασίας κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η διατήρηση αναλλοίωτων των μνημειακών, οικιστικών ή ταφικών συνόλων που περιλαμβάνουν οι αρχαιολογικοί χώροι, περαιτέρω δε να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ανάδειξη των συνόλων αυτών, με τη πρόβλεψη ελεύθερων χώρων πέριξ των μνημείων, η οποία κατατείνει στη σύνθεση της αναγκαίας ιστορικής, αισθητικής και λειτουργικής ενότητας τους και στην αποτελεσματική προστασία τους. Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται στη Διοίκηση η δυνατότητα να διαβαθμίζει την προστασία των αρχαιολογικών χώρων, ιδιαίτερα όταν αυτοί είναι εκτεταμένοι, κατά ζώνες. Στην πρώτη ζώνη μπορεί να θεσπίζεται απόλυτη, κατ΄ αρχήν, απαγόρευση της δομήσεως (Ζώνη Προστασίας Α'), ενώ στη δεύτερη μπορεί να θεσπίζονται ειδικοί όροι δομήσεως και περιορισμοί στις χρήσεις γης (Ζώνη Προστασίας Β') (βλ. ΣΕ 2403/2009). Αντίστοιχες διατάξεις περιείχε το άρθρο 91 του ν. 1892/1990 (Α' 101), σύμφωνα με το οποίο «Ο Υπουργός Πολιτισμού δύναται με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, να καθορίζει εντός των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων οικισμών ζώνες, στις οποίες, κατά περίπτωση, θα απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (ζώνη Α) ή θα επιτρέπεται (ζώνη Β) υπό όρους και περιορισμούς ...» (βλ. ΣΕ 3627/2004).

5. Επειδή, με την υπ' αριθμ. 21220/10-24.8.1967 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (Β' 527), εκδοθείσα δυνάμει του ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» (Α' 275), χαρακτηρίσθηκαν ως αρχαιολογικοί χώροι και ιστορικά διατηρητέα μνημεία στο Νομό Ρεθύμνης, μεταξύ άλλων. «5) Τα ερείπια μινωικού και κλασικού οικισμού εις θέσιν «Μανουσές» περί τα 500 μ. προς τα ΒΔ της Κοινότητος Χαμαλεύρι, επαρχίας Ρεθύμνης, ως και ετέρου τοιούτου επί του υψώματος «Χατζαμέτης» προς τα ΒΔ της ανωτέρω Κοινότητος, ως και περαιτέρω προς Β εις θέσεις «Μπλάνη» και «Τσικουργιανά» ... 25) Τα ερείπια προϊστορικού οικισμού και ελληνορρωμαϊκής πόλεως, αγνώστου ονόματος εις θέσεις 'Παλαιόκαστρον" και 'Βάρδια' κατά μήκος της Παραλίας και μεταξύ αυτής και του οικισμού Σταυρωμένος επαρχίας Ρεθύμνης, ως επίσης και ελληνορρωμαϊκοί λαξευτοί τάφοι, κατά τους βορειοανατολικούς πρόποδας των λόφων «Κακαβέλλα» και «Κονίδι», ευρισκομένων νοτιοδυτικώς του ανωτέρω οικισμού. 26) Τα ερείπια μινωικού οικισμού επί του υψώματος «Κακαβέλλα» ... μεταξύ των οικισμών Σταυρωμένος και Χαμαλεύρι, επαρχίας Ρεθύμνης. 27) Το μυκηναϊκόν νεκροταφείον κατά την ΒΑ κλιτύν του λόφου "Βίγλα" περί το ένα χλμ προς Α του οικισμού Σταυρωμένος ...». Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/45298/2022/9.9-6.10.1993 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού (Β' 804. βλ. και διόρθωση σφαλμάτων, Β' 35/21.1.1994), που επικαλείται στο προοίμιό της το προαναφερθέν άρθρο 91 του ν. 1892/1990, «Για την αποτελεσματικότερη προστασία και ανάδειξη του σημαντικότατου αρχαιολογικού χώρου Σταυρωμένου και της φυσιογνωμίας του, καθορίζονται στο σύνολο της ελεγχόμενης από πλευράς αρχαιολογικού νόμου περιοχής (όπου περιλαμβάνονται αρχαιότητες διαφόρων περιόδων, με κυριότερες στην μεν   παραλιακή    περιοχή    τα    εκτεταμένα    αρχαία   οικοδομικά   λείψανα ελληνορωμαϊκής πόλης αγνώστου ονόματος και, στα βαθύτερα στρώματα, τα   λείψανα   μινωικού   οικισμού,   στους   δε  νότια  του   οικισμού   λόφους αρχαιότητες χρονολογούμενες από τα μινωικά έως και τα ρωμαϊκά χρόνια) ζώνες προστασίας Α και Β», οριοθετούνται οι ζώνες αυτές και οι απαγορευόμενες και επιτρεπόμενες χρήσεις και δραστηριότητες. Με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/36846/1713/23.4-9.5.2007 απόφαση του   Υπουργού   Πολιτισμού (ΑΑΠΘ 179), που   εκδόθηκε   δυνάμει  των διατάξεων του ν. 3028/2002 (Α' 153), ιδίως δε του ανωτέρω άρθρου 12 του νόμου αυτού, οριοθετήθηκαν με σημεία και συντεταγμένες οι αναφερόμενοι στην   ανωτέρω   21220/1967   απόφαση   αρχαιολογικοί χώροι, κηρύχθηκε περαιτέρω αρχαιολογικός χώρος ο λόφος «Σινάνη», ανατολικά του λόφου «Βίγλα Πρίνου»  και καθορίσθηκαν τα όρια του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου Σταυρωμένου-Χαμαλευρίου. Τέλος, με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/80461/4013/28.8-14.9.2007  απόφαση   του Υπουργού Πολιτισμού (ΑΑΠΘ 433), που εκδόθηκε επίσης κατ' εφαρμογή του ν. 3028/2002, τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/45298/2022/1993 απόφαση και επανακαθορίσθηκαν τα όρια των Ζωνών Α' και Β' Προστασίας «του σημαντικότατου    κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου Σταυρωμένου-Χαμαλευρίου ... για την αποτελεσματικότερη προστασία και ανάδειξή του». Ειδικότερα, καθορίσθηκε ορισμένη περιοχή ως αδόμητη Ζώνη Α'  απόλυτης προστασίας  του  αρχαιολογικού  χώρου  και  οριοθετήθηκε η περιοχή αυτή στο σχετικό απόσπασμα χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, ορίσθηκε δε ότι εντός της Ζώνης Α', μεταξύ άλλων, «απαγορεύεται οποιαδήποτε αλλοίωση του  εδάφους ή  δόμηση, καθώς και οποιαδήποτε κατασκευή  (π.χ. αποθήκες,  θερμοκήπια,  δεξαμενές,  αντλιοστάσια) για την οποία   απαιτείται  ή   δεν   απαιτείται  έγκριση   της  αρμόδιας   πολεοδομικής αρχής», ενώ επιτρέπεται, υπό όρους και κατόπιν αδείας, η γεωργική χρήση, με ανοικτές καλλιέργειες και απλά, επιφανειακά έργα αρδεύσεως, η συντήρηση των   νομίμως υφισταμένων   κτισμάτων,   καθώς   και   η   συντήρηση   των υφισταμένων οδών.  Περαιτέρω,  καθορίσθηκε  και  οριοθετήθηκε Ζώνη  Β' προστασίας του αρχαιολογικού χώρου, ορίσθηκε δε ότι εντός της ζώνης αυτής η δόμηση θα επιτρέπεται με ειδικούς όρους και περιορισμούς.

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής:  Ο Δ.Σ., πατέρας των αιτούντων, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 701/17.2.2004 αίτησή του προς την ΚΕ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια για την κατασκευή δύο διώροφων κατοικιών με υπόγειο, σε ακίνητο  ιδιοκτησίας του, εμβαδού 5.176,00 τμ, στη  θέση «Μανουσές» εκτός του  οικισμού Χαμαλευρίου.  Επί του  αιτήματός του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1655/21.4.2004 πράξη της Προϊσταμένης της ανωτέρω Εφορείας περί διενέργειας ανασκαφικής έρευνας στο εν λόγω ακίνητο, που εμπίπτει εντός  αρχαιολογικού  χώρου,  ήδη  δυνάμει  της  προαναφερθείσης 21220/1967 υπουργικής αποφάσεως. Όπως αναφέρεται στην πράξη αυτή, οι ανασκαφικές εργασίες θα ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατόν, σύμφωνα με τον  προγραμματισμό  της  υπηρεσίας  και  το  αίτημα για  οικοδόμηση  του ακινήτου  θα εξετασθεί  ενόψει των αποτελεσμάτων τους.  Πράγματι, στο χρονικό  διάστημα  από  2.6.2004  μέχρι 23.6.2004  πραγματοποιήθηκαν   13 τομές και ερευνήθηκε μέρος του νοτιοδυτικού τμήματος του ακινήτου. Σε μια από τις τομές αυτές αποκαλύφθηκε τμήμα επιφανείας λάκκου, συνελέγησαν δε ευρήματα κυρίως των μινωικών χρόνων (βλ. και το από 7.1.2008 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού προς το Συμβούλιο της Επικρατείας). Ακολούθως, ο προαναφερθείς Δ.Σ. υπέβαλε στην ίδια Εφορεία την υπ' αριθμ. πρωτ. 2863/30.6.2004 αίτησή του, με το εξής περιεχόμενο: «Σας ενημερώνω εγγράφως ότι δεν επιθυμώ να ολοκληρωθεί η ανασκαφική έρευνα που ξεκίνησε ... Επίσης, σας παρακαλώ να με ενημερώσετε ... εάν θα επιτρέψετε την οικοδόμηση στο τμήμα της ιδιοκτησίας στο οποίο έχετε ήδη πραγματοποιήσει ανασκαφή». Στη συνέχεια, τμήμα του ενιαίου ως άνω ακινήτου, συγκεκριμένα δε τμήμα εμβαδού 543,00 τμ. μεταβιβάσθηκε στα τέκνα του Δ.Σ., με συνέπεια την κατάτμηση του ακινήτου συνολικού εμβαδού 5.176,00 τμ. σε δύο επί μέρους ακίνητα, εμβαδού 543.00 τμ και 4.633.00 τμ, αντιστοίχως (βλ. το από 7.1.2008 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού προς το Συμβούλιο της Επικρατείας). Με τη μεταγενέστερη δε υπ' αριθμ. πρωτ. 6004/29.11.2005 αίτησή τους προς την αρμόδια Εφορεία, οι ως άνω ενδιαφερόμενοι ζήτησαν την χορήγηση αδείας για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο στο ένα τμήμα, εμβαδού 543,00 τμ. Όπως αναφέρεται στην αίτηση, κατά την διενεργηθείσα ανασκαφική έρευνα, στο τμήμα αυτό, που ανήκει ήδη εξ αδιαιρέτου στα τέκνα του Δ.Σ., δεν προέκυψαν ευρήματα-επομένως, αφενός «δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος διενέργειας ανασκαφής σε ευρύτερη κλίμακα» και αφετέρου, βάσει των αποτελεσμάτων της ήδη διενεργηθείσης ανασκαφής στον χώρο θεμελιώσεως του προς ανέγερση κτηρίου και περιμετρικά αυτού, δύναται να επιτραπεί η οικοδόμηση του εν λόγω τμήματος εμβαδού 543.00 τμ. Επί του αιτήματος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση υπ’ αριθμ. 6004πε/17.1.2006 πράξη της Προϊσταμένης της ΚΕ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Κατά τα διαλαμβανόμενα στην πράξη αυτή, η ανασκαφή που ξεκίνησε για το μείζον ακίνητο, εμβαδού 5.176.00 τμ, δεν περατώθηκε, κατόπιν του σχετικού εγγράφου αιτήματος των ενδιαφερομένων, και πρέπει να συνεχισθεί· περαιτέρω, δοθέντος ότι η επιχειρηθείσα οριοθέτηση του οικισμού Χαμαλευρίου είναι ανυπόστατη, εφόσον στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δεν συνδημοσιεύθηκε, όπως απαιτείται, χάρτης με αποτύπωση των ορίων του οικισμού, το επίμαχο ακίνητο, εμβαδού 543,00 τμ, δεν πληροί κατά νόμον τις προϋποθέσεις αρτιότητας, ως ευρισκόμενο σε εκτός σχεδίου περιοχή και όχι εντός ορίων οικισμού. Εξ άλλου, όπως βεβαιώνει η Διοίκηση στο υπ'αριθμ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/25562/1309πε/ 7.1.2008 έγγραφο των απόψεων του Υπουργείου Πολιτισμού προς το Δικαστήριο, το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται εντός της αδόμητης Ζώνης Α' απόλυτης προστασίας του αρχαιολογικού χώρου Σταυρωμένου-Χαμαλευρίου, που καθορίσθηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/80461/4013/28.8-14.9.2007 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού.

7. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), η πράξη που εκδίδεται από τη Διοίκηση μετά την υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωση προηγούμενης διοικητικής πράξεως, ανάγεται στον χρόνο εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως και διέπεται κατ΄ αρχήν από το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο, ως εκ της υποχρεώσεως την οποία υπέχει η Διοίκηση να σεβασθεί το δεδικασμένο  και να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση. Πλην, η δέσμευση αυτή της Διοικήσεως δεν κωλύει τη νομοθετική εξουσία ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να προβαίνουν με γενικές διατάξεις, για τον εφεξής χρόνο, σε ρυθμίσεις που καταλαμβάνουν και τις συνεπεία ακυρωτικής αποφάσεως εκκρεμείς ενώπιον της Διοικήσεως υποθέσεις, όταν το νεώτερο κανονιστικό καθεστώς έχει αναδρομική ισχύ ή προκύπτει από αυτό ότι ο νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δεν ανέχονται εφεξής την εφαρμογή των παλαιών διατάξεων (βλ. ΣΕ 3627/2004, 107/1991 Ολομ. κ.ά.).

8. Επειδή, οι ρυθμίσεις της ανωτέρω ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/80461/4013/ 28.8-14.9.2007 υπουργικής αποφάσεως, η απαγόρευση δηλαδή δομήσεως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στη Ζώνη Α', ερειδόμενες στο άρθρο 13 του ν. 3028/2002, με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εισάγεται ειδικότερη ρύθμιση σε συμμόρφωση προς τη συνταγματική επιταγή προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, τυγχάνουν εφαρμογής και επί των υποθέσεων που καθίστανται εκκρεμείς ενώπιον της Διοικήσεως συνεπεία ακυρώσεως από το Συμβούλιο της Επικρατείας πράξεως που έχει εκδοθεί υπό το προηγούμενο καθεστώς, ήτοι πριν από την ισχύ της υπουργικής αυτής αποφάσεως. Διότι, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν. 3028/2002, μετά την οριοθέτηση ζώνης απόλυτης προστασίας, που υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας και αναδείξεως του αρχαιολογικού χώρου, δεν είναι πλέον ανεκτή η εφαρμογή στην περιοχή της εν λόγω ζώνης του προϊσχύοντος καθεστώτος, τούτο δε, η εφαρμογή δηλαδή του μεταγενέστερου αυστηρότερου καθεστώτος προστασίας στην μετ' ακύρωση διαδικασία, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας και της δίκαιης δίκης (πρβλ. ΣΕ 3627/2004).

9. Επειδή, με την προσβαλλόμενη πράξη δεν εγκρίθηκε η χορήγηση στον αιτούντα αδείας προς ανέγερση οικοδομής σε ακίνητο το οποίο, κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης, ευρίσκετο εντός αρχαιολογικού χώρου δυνάμει των ορισθέντων με την ανωτέρω 21220/1967 υπουργική απόφαση. Ήδη, όπως βεβαιώνεται από τη Διοίκηση και δεν αμφισβητείται από τους αιτούντες, το ακίνητο αυτό ευρίσκεται εντός της αδόμητης Ζώνης Α' απόλυτης προστασίας του αρχαιολογικού χώρου Σταυρωμένου-Χαμαλευρίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ25/80461/4013/28.8-14.9.2007 υπουργική απόφαση. Ενόψει όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, ακόμη και εάν γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, η Διοίκηση μετ'ακύρωση θα έχει την υποχρέωση, κατά δέσμια αρμοδιότητα, να απορρίψει το αίτημα χορηγήσεως αδείας προς ανέγερση οικοδομής στο επίδικο ακίνητο, εφόσον, δυνάμει του εφαρμοστέου εν προκειμένω αυστηρότερου κανονιστικού καθεστώτος, το ακίνητο αυτό δεν δύναται πλέον να δομηθεί, ως ευρισκόμενο εντός της Ζώνης Α'. Συνεπώς, η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως καθίσταται αλυσιτελής και η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, προεχόντως για τον λόγο αυτόν (πρβλ. ΣΕ 3627/2004).

10. Επειδή, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη πράξη απορρίφθηκε το αίτημα χορηγήσεως αδείας για την ανέγερση οικοδομής στο επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία (α) ότι το ακίνητο αυτό, εμβαδού 543.00 τμ, ευρισκόμενο εκτός οικισμού, δηλαδή σε περιοχή εκτός σχεδίου, δεν είναι πάντως άρτιο και οικοδομήσιμο, ενόψει των όρων δομήσεως που ισχύουν δυνάμει του π.δ. της 24-31.5.1985 (Δ' 270) και (β) ότι πρέπει να ολοκληρωθεί η ανασκαφή στο μείζον ακίνητο των 5.176,00 τμ. Οι αιτούντες δεν αμφισβητούν, αλλ' αντιθέτως   συνομολογούν   ότι   το   επίδικο   ακίνητο   ευρίσκεται   εκτός οικισμού (βλ. την προαναφερθείσα 701/17.2.2004 αίτηση προς την ΚΕ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων). Υπό τα δεδομένα αυτά και εφόσον, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω (βλ. σκέψη 3), κατά την έκδοση των ειδικών πράξεων των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού, με τις οποίες εγκρίνεται ή δεν εγκρίνεται η εκτέλεση έργων ή εργασιών πλησίον μνημείου κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, επιτρεπτώς εξετάζεται, ενόψει και της αρχής του ενιαίου της Διοικήσεως, εάν οι προτεινόμενες εργασίες είναι κατ΄ αρχήν νόμιμες βάσει των ισχυουσών πολεοδομικών ρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι όροι δομήσεως των ακινήτων της περιοχής, πέραν του αλυσιτελούς της κρινομένης αιτήσεως (βλ. την προηγούμενη σκέψη), η υπό στοιχείο (α) αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως είναι νόμιμη, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος (πρβλ. ΣΕ 669/2010 επτ). Είναι δε, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που πλήττουν την επάλληλη, υπό στοιχείο (β) αιτιολογία της προσβαλλομένης.

11. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

ΣτΕ  505/2011(επταμ.)

[Παράνομη σφράγιση παιδικού σταθμού στο Δήμο Ψυχικού]

 

Πρόεδρος:  Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής:  Αγγ. Θεοφιλοπούλου

Δικηγόροι:  Μ. Ροντήρη, Κ. Παπανικολάου, Γ. Λιάκου-Σιλβεστρίδη, Π. Ευστρατίου

 

Οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί, των οποίων η λειτουργία είναι απολύτως συνδεδεμένη με την έννοια της κατοικίας και στις σύγχρονες συνθήκες καλύπτει βασική βιοτική ανάγκη, αποτελεί χρήση καταρχήν επιτρεπόμενη στο Δήμο Ψυχικού. Τούτο επιβάλλουν οι αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της λειτουργικότητας των οικισμών, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση εξασφάλισης των αναγκαίων υποδομών και προϋποθέσεων για την εξυπηρέτηση των βασικών βιοτικών αναγκών. Σύμφωνα, όμως, με τις ίδιες αρχές, οι χώροι εγκατάστασης και λειτουργίας παιδικού ή βρεφονηπιακού σταθμού πρέπει να εντάσσονται σε γενικότερη πολεοδομική ρύθμιση, επιβαλλόμενη με τροποποίηση του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου. Ώστε να εξειδικεύεται το πολεοδομικό καθεστώς που ισχύει στην περιοχή δεν επιτρέπεται να κρίνεται αποσπασματικά η από πολεοδομική άποψη καταλληλότητα για την ως άνω χρήση ενόψει αιτημάτων για έκδοση οικοδομικής άδειας που υποβάλλεται κάθε φορά για συγκεκριμένο ακίνητο.

Οι προσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες επιβλήθηκε η σφράγιση του επίδικου παιδικού σταθμού με τη σκέψη ότι η χρήση αυτή αντίκειται στις ρυθμίσεις του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Ψυχικού, δεν αιτιολογούνται νομίμως και είναι επομένως ακυρωτέες.

 

          Βασικές σκέψεις

2. Επειδή, με την 1/9.12.2002  έκθεση  αυτοψίας υπαλλήλων  της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 της 44242/2361/17.4.1989 Κοινής Αποφάσεως των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Δημόσιας Τάξης «Σφράγιση ακινήτων σε περίπτωση μεταβολής της χρήσεως» (Β' 380), διαπιστώθηκε η αλλαγή χρήσεως ακινήτου στην οδό Δ. 17 του Παλαιού Ψυχικού από κατοικία σε παιδικό σταθμό και επιβλήθηκε η σφράγιση του ακινήτου.  Κατά της εκθέσεως αυτής η φερόμενη ως μισθώτρια του ακινήτου Αγγελική Ρήγα άσκησε την από 20.12. 2002 ένσταση, την οποία η Επιτροπή του άρθρου 4 παρ. 4 του 267/1998 π.δ/τος απέρριψε με την 8/7.2.2003 απόφαση της. Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα ζητεί την ακύρωση  της επικυρωθείσης  με  την  ως άνω απόφαση  της  Επιτροπής 1/9.12.2002   έκθεσης αυτοψίας, καθώς και του 23675/6244/7.3.2003 εγγράφου του Προϊσταμένου του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Αθηνών – Πειραιώς, με το οποίο ζητήθηκε από το Αστυνομικό Τμήμα Ψυχικού η διάθεση αστυνομικής συνδρομής κατά την καθορισθείσα ημέρα για τη σφράγιση.

3. Επειδή, η  υπόθεση  αυτή  εισάγεται προς  συζήτηση  μετά την 3177/2009   παραπεμπτική   απόφαση   της   πενταμελούς   συνθέσεως   του Τμήματος, κατ' εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 14 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α).

4. Επειδή, η ως άνω έκθεση αυτοψίας προσβάλλεται απαραδέκτως ως ενσωματωθείσα στην, καθ' ερμηνεία του δικογράφου, θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη και μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του 267/1998 π.δ/τος, η οποία εκδόθηκε μετά από ενδικοφανή προσφυγή (ένσταση) της αιτούσας (βλ. ΣτΕ 3116/ 2005, 2079/2004, 3209/1998, 822/1993). Επίσης, απαραδέκτως ζητείται να ακυρωθεί το 23675/6244/7.3.2003 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Αθηνών - Πειραιώς, η οποία στερείται εκτελεστότητας ως πράξη εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής.

5. Επειδή, η αιτούσα, φερόμενη ως μισθώτρια του επίδικου ακινήτου και    δικαιούχος   της    σχετικής   άδειας    ιδρύσεως   και    λειτουργίας   του εγκατεστημένου   σ'   αυτό   παιδικού   σταθμού,   με   έννομο   συμφέρον   και εμπροθέσμως ασκεί την κρινόμενη αίτηση.

6. Επειδή, παραδεκτώς και με έννομο συμφέρον ασκούν παρέμβαση υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης, με χωριστά δικόγραφα, ο Δήμος Ψυχικού, στη περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, και κάτοικοι του Παλαιού Ψυχικού, πλησίον του επιδίκου.

7.  Επειδή, στο άρθρο 22 του Ν. 1650/1986 (Α' 160) ορίζεται ότι: «Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της αρμόδιας κεντρικής υπηρεσίας   του   Υπουργείου,   μπορεί   να   ορίζονται,   λόγω   του   ιδιαίτερου χαρακτήρα τους, περιοχές της Χώρας,  οικισμοί ή τμήματα οικισμών στα οποία, σε περίπτωση χρήσεων των ακινήτων διαφορετικών από εκείνες που προβλέπονται από τις ισχύουσες στην περιοχή πολεοδομικές διατάξεις, επιβάλλεται η σφράγιση τους μέχρι ένα χρόνο και σε περίπτωση υποτροπής οριστικά πέραν από την επιβολή άλλων κυρώσεων που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Στις πιο πάνω περιοχές για κάθε χρήση   ή   αλλαγή   χρήσεως  ακινήτου   απαιτείται   η   βεβαίωση   της  οικείας πολεοδομικής υπηρεσίας ότι η συγκεκριμένη χρήση είναι σύμφωνη με τις προβλεπόμενες από τις ισχύουσες για την περιοχή χρήσεις. Η βεβαίωση αυτή είναι   πέραν από τα τυχόν   απαιτούμενα   από   άλλες   διατάξεις   σχετικά δικαιολογητικά» (παρ. 5), ότι: «Η σφράγιση επιβάλλεται με απόφαση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και εκτελείται με μέριμνα της οικείας αστυνομικής αρχής» (παρ. 6), και ότι: «Με απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία διαπίστωσης της παράβασης, ο τρόπος και η διαδικασία σφράγισης του κτίσματος, η τυχόν υποβολή ενστάσεων κατά της απόφασης σφράγισης, η εκδίκαση τους, τα όργανα κρίσεως και κάθε σχετική λεπτομέρεια» (παρ. 8). Εξ άλλου, στο άρθρο 1 της κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. 44242/2361/17.4 - 25.5.1989 (Β' 380), που εκδόθηκε βάσει της ανωτέρω παρ. 8 του άρθρου 22 του Ν. 1650/1986, ορίζεται ότι: «Στις περιοχές, οικισμούς ή τμήματα οικισμών της χώρας, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. Έργων, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 22 του ν. 1650/1986, επιβάλλεται ... η σφράγιση κάθε κτιρίου ή χώρου, εντός του οποίου εγκαθίσταται νέα χρήση ή συνεχίζεται η παλαιά με νέο χρήστη, διαφορετική από εκείνη που προβλέπουν κάθε φορά οι πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν στις πιό πάνω περιοχές, οικισμούς ή τμήματα οικισμών της χώρας». Στο άρθρο 2 της ως άνω κ.υ.α. ορίζεται ότι: «1. Η διαπίστωση της παράβασης γίνεται ύστερα από αυτοψία δύο (2) υπαλλήλων της κατά τόπον αρμοδίας πολεοδομικής υπηρεσίας που συντάσσουν σχετική έκθεση. Η έκθεση αφορά το ακίνητο και τη συγκεκριμένη χρήση και όχι τον κύριο ή τον χρήστη, τα ονόματα των οποίων ενδεικτικά αναφέρονται. Στην έκθεση αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των υπαλλήλων που ενήργησαν την αυτοψία, η ημερομηνία, η θέση και η χρήση του ακινήτου και οι συγκεκριμένες διατάξεις στις οποίες αντίκειται, η χρήση. 2. Με την έκθεση, η οποία επέχει θέση και αποφάσεως σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 22 του ν. 1650/ 1986, επιβάλλεται η διακοπή λειτουργίας και η σφράγιση του ακινήτου. Με την ίδια έκθεση τάσσεται προθεσμία τριάντα ημερών για την εκτέλεση της από τον υπόχρεο. Η έκθεση είτε κοινοποιείται με απόδειξη στον κύριο ή το χρήστη του ακινήτου είτε θυροκολλείται. Στην έκθεση αναφέρεται ότι κατ' αυτής επιτρέπεται ένσταση εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως ή της θυροκολλήσεως, που κατατίθεται στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. 3. Η ένσταση παραπέμπεται αμέσως και εκδικάζεται από την επιτροπή της παραγράφου  4  του  άρθρου   2  του  από  5/7-12/7/83  π.δ/τος  "Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών και ρύθμιση συναφών θεμάτων" (ΦΕΚ 291 Δ'), όπως τροποποιήθηκε με το από 13/1-28/1/1986 π.δ/γμα (ΦΕΚ 10 Δ'). Η απόφαση της επιτροπής είναι οριστική και εκδίδεται εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από τότε που θα παραπεμφθεί η ένσταση σ' αυτήν».

8.  Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ2988/2005, 2079, 879/2004 κ.ά.), το ανωτέρω κυρωτικό σύστημα είναι, κατά τα άρθρα 4 και 24 του Συντάγματος, εφαρμοστέο σε κάθε οικισμό της χώρας, δεν είναι δε επιτρεπτή η επιλεκτική εφαρμογή της κυρώσεως της σφραγίσεως των παρανόμων χρήσεων,  εξαρτώμενη εκ  της αξιολογήσεως του χαρακτήρος του οικισμού και της ανάγκης προστασίας του. Συνεπώς, δεν εξαρτάται η εφαρμογή της κυρώσεως της σφραγίσεως από την προηγούμενη έκδοση   αποφάσεως   του   Υπουργού   ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.   περί   υπαγωγής   του συγκεκριμένου οικισμού ή τμήματος αυτού στις διατάξεις του νόμου.

9.   Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 1/9.12.2002    έκθεση    αυτοψίας    υπαλλήλων    της    Δ/νσης    Πολεοδομίας Ανατολικής Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών διαπιστώθηκε η μεταβολή της χρήσεως από κατοικία σε παιδικό σταθμό, του επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας 17 (πρώην οδός Β. Φρειδερίκης αριθ. 9) στο Παλαιό Ψυχικό ακινήτου, για το οποίο είχε επιτραπεί προσθήκη καθ' ύψος και κατ΄επέκταση με την Α52/19.1.1966 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών. Στο κτίριο αυτό λειτουργούσε παιδικός σταθμός δυνάμει της 3257/22. 3.1988 αποφάσεως του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία χορηγήθηκε άδεια μεταστέγασης από την οδό 25ης Μαρτίου, και λειτουργίας. Συγκεκριμένα, με την ως άνω έκθεση αυτοψίας αποφασίστηκε, βάσει των διατάξεων της Κ.Υ.Α/ 44242/2361/17.4-25.5.1989 (Β' 380), η σφράγιση του ακινήτου, με την αιτιολογία ότι η χρήση του παιδικού σταθμού αντίκειται «στις διατάξεις του Διατάγματος 28.3/12.4.1924 και καθ' υπέρβαση της Α52/66 οικοδ. Άδειας», η δε από 20.12.2002 ένσταση της αιτούσας κατά της ως άνω έκθεσης αυτοψίας απορρίφθηκε με την 8/7.2.2003 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του 267/1998 π.δ/τος, διότι «δεν προσκομίστηκαν στοιχεία νομιμότητας».

10.   Επειδή,  σύμφωνα με τα άρθρα 3 του π. δ/τος της 28.3/12.4.1924 «περί

Οικοδομικού Κανονισμού Συνοικισμού Ψυχικού» (ΦΕΚ Α΄84) και 3 του π. δ/τος της 14.9/10.10.1979 «Περί αναθεωρήσεως των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού» (Δ' 553) η χρησιμοποίηση των κτιρίων στην περιοχή του Δήμου Ψυχικού επιτρέπεται κατ' αρχήν μόνο για κατοικίες, δηλαδή για μόνιμη εγκατοίκηση ανθρώπων, άλλες δε χρήσεις, εκτός από εκείνες για τις οποίες θεσπίζεται απόλυτη απαγόρευση, επιτρέπονται μόνο σε ειδικές θέσεις, οι οποίες προβλέπονται στο ρυμοτομικό σχέδιο, (βλ. ΣΕ 2079/2004, 2077, 1510, 1258, 1061/2000) και στις οποίες, όπως βεβαιώνεται στα έγγραφα 4794/438/22.4.2004 του Διευθυντή της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αθήνας και 2760/16.4.2004 του Δημάρχου Ψυχικού, δεν περιλαμβάνεται το Ο.Τ. 28, στο οποίο βρίσκεται το επίδικο ακίνητο.

11. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αυτών, ερμηνευόμενων ενόψει των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης και της λειτουργικότητας των οικισμών, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση εξασφάλισης των αναγκαίων υποδομών και προϋποθέσεων για την εξυπηρέτηση των βασικών βιοτικών αναγκών, οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί, των οποίων η λειτουργία είναι απολύτως συνδεδεμένη με την έννοια της κατοικίας και στις σύγχρονες συνθήκες καλύπτει βασική βιοτική ανάγκη, αποτελεί χρήση καταρχήν επιτρεπόμενη. Σύμφωνα, όμως, με τις ίδιες ως άνω αρχές, οι χώροι εγκαταστάσεως και λειτουργίας παιδικού ή βρεφονηπιακού   σταθμού πρέπει να εντάσσονται σε γενικότερη πολεοδομική ρύθμιση, επιβαλλόμενη με τροποποίηση του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου (πρβλ. ΣτΕ 912/2008 Ολ.), του Δήμου  Ψυχικού, με  την   οποία   θα  εξειδικεύεται το καθεστώς που εισήχθη με τα ως άνω προεδρικά διατάγματα, δεν είναι δε επιτρεπτό να κρίνεται αποσπασματικά η από πολεοδομική άποψη καταλληλότητα για την ως άνω χρήση αιτημάτων έκδοσης οικοδομικής άδειας που υποβάλλεται κάθε φορά για συγκεκριμένο ακίνητο διότι η έγκριση από τη Διοίκηση της εγκατάστασης παιδικών ή βρεφονηπαικών σταθμών σε χώρους που δεν έχουν καθορισθεί για τη χρήση αυτή από το ρυμοτομικό σχέδιο θα οδηγούσε σε προαναφερόμενα προεδρικά διατάγματα και σε υποκατάσταση της επιτελικής λειτουργίας του πολεοδομικού σχεδιασμού από την αρμοδιότητα εφαρμογής του (βλ. ΣτΕ 3610/2007 επτ.). Δεδομένου, όμως, ότι με το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο δεν προβλέπονται χώροι για την ανωτέρω χρήση, έως το καθορισμό τους με σχετική τροποποίηση του σχεδίου, είναι επιτρεπτή η συνέχιση της λειτουργίας των βρεφονηπιακών και   παιδικών σταθμών που έχουν   αδειοδοτηθεί   και λειτουργούν επί μακρόν. Εφόσον δε οι χώροι, στους οποίους λειτουργούν οι εν λόγω σταθμοί δεν καθορισθούν ως προοριζόμενοι για τη χρήση αυτή μετά την τροποποίηση του σχεδίου, η περαιτέρω συνέχιση της λειτουργίας τους εξαρτάται από τις σχετικές μεταβατικές ρυθμίσεις της πράξης τροποποίησης του σχεδίου.  

12. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, οι προσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες επιβλήθηκε η σφράγιση του επίδικου παιδικού σταθμού με τη σκέψη ότι η χρήση αυτή αντίκειται στις ρυθμίσεις του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Ψυχικού, δεν αιτιολογούνται νομίμως. Συνεπώς, για το λόγο αυτό που βασίμως προβάλλεται, και ερμηνεία του δικογράφου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη απόφαση 8/7.2.2003 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του 267/1998 π.δ/τος και να απορριφθούν οι ασκηθείσες παρεμβάσεις, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

 

Επιτροπή Αναστολών ΣτΕ 151/2011

[Απόρριψη αιτήσεων για ανάκληση της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών 141/2010 που διέταξε τη διακοπή της κατασκευής και λειτουργίας των έργων εκτροπής του Αχελώου]

 

Πρόεδρος:  Π. Πικραμμένος

Εισηγητής: Αικ. Σακελλαροπούλου  

Δικηγόροι: Ν. Αλιβιζάτος, Ελ. Κιουσοπούλου, Μ. Ασημακοπούλου, Γ. Χριστοφορίδης, Β. Δωροβίνης, Χ. Συνοδινός, Σπ. Φλογαϊτης, Απ. Σίνης, Χρ. Μητκίδης

 

Οι διαπιστώσεις της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που προσκομίσθηκε από τον αιτούντα στην Επιτροπή (ότι οι πολύ μεγάλες παροχές υδάτων που κατεισδύουν στη σήραγγα εκτροπής του Αχελώου υποβαθμίζουν την ικανότητα του υδροφόρου  να τροφοδοτήσει σημαντικές πηγές στα πεδινά, πιθανές υδρογεωτρήσεις και υπό πίεση υδροφορείς) δεν τεκμηριώνονται, αφού δεν προκύπτει εάν στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία ούτε αναφέρουν συγκεκριμένα ποιες πηγές και γεωτρήσεις υφίστανται αρνητικές επιπτώσεις και σε ποιο βαθμό. Συνεπώς, όσα αναφέρονται στην έκθεση αυτή δεν αποτελούν κρίσιμο στοιχείο που να  δικαιολογεί την ανάκληση για λόγους   προστασίας του περιβάλλοντος της περιοχής. Όπως προκύπτει δε από άλλη, επίσης προσκομισθείσα, έκθεση, η ευστάθεια της σήραγγας μπορεί να επιτευχθεί και με άλλα μέτρα.   

Οι προτεινόμενες εξ άλλου «ελάχιστες» επεμβάσεις προς αποτροπή του κινδύνου κατάρρευσης της σήραγγας είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες, διασφαλίζουν δε τη μακροχρόνια σταθερότητα της σήραγγας και όχι την προσωρινή ευστάθειά της, έως ότου λήξει η εκκρεμοδικία, χωρίς να αποδεικνύεται ότι είναι απολύτως αναγκαίες για να αποφευχθεί η κατάρρευση.

Η αίτηση ανάκλησης είναι απορριπτέα, επειδή τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν ανατρέπουν τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε η 141/2010 της Επιτροπής Αναστολών. Επίσης, πιθανολογείται ότι η λήψη των προτεινόμενων μέτρων θα δημιουργήσει νέα πραγματική κατάσταση, δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως και θα επιφέρει περαιτέρω επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής από την επαναλειτουργία των εργοταξίων που είναι ήδη εγκατεστημένα στις κοίτες των υδατορευμάτων.

Η αιτούμενη ανάκληση μπορεί να γίνει δεκτή μόνο ως προς τη λήψη μέτρων αναγκαίων για την προσωρινή ευστάθεια της σήραγγας έως τη λήξη της εκκρεμοδικίας.

 

Βασικές σκέψεις

 2.  Επειδή, με τις υπό κρίση αιτήσεις ζητείται η μερική ανάκληση της υπ' αριθμ. 141/2010 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών, με την οποία, κατόπιν αποδοχής σχετικής αιτήσεως του καθ' ου Ιδρύματος «Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση-WWF ΕΛΛΑΣ», διατάχθηκαν, ως πρόσφορα κατ' άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 μέτρα, η άμεση διακοπή όλων των εργασιών που διενεργούνται και αποσκοπούν αμέσως ή εμμέσως στην κατασκευή του έργου της εκτροπής του ποταμού Αχελώου, η αποχή από κάθε υλική ενέργεια που κατατείνει στην ολοκλήρωση και λειτουργία των έργων που συνδέονται με την εκτροπή του άνω ρου του εν λόγω ποταμού και η μη λειτουργία όσων εκ των έργων χρήσης και αξιοποίησης υδάτων έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Η ανάκληση ζητείται προκειμένου να επιτραπεί η πραγματοποίηση εργασιών για την αποτροπή του κινδύνου κατάρρευσης της ήδη διανοιγείσας σήραγγας του Αχελώου.

3.   Επειδή, οι υπό κρίση αιτήσεις,  με τις οποίες ζητείται η μερική ανάκληση της αυτής απόφασης της Επιτροπής Αναστολών και περιέχουν όμοιους   λόγους   ανακλήσεως   στηριζόμενους   στα   αυτά   στοιχεία,   είναι συναφείς μεταξύ τους και πρέπει να συνεκδικασθούν.

4.  Επειδή,  στο άρθρο 52 §9 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε   με   το άρθρο 35 του ν. 2721/1999, ορίζεται ότι: «Η απόφαση της Επιτροπής μπορεί  να  ανακληθεί   ύστερα   από  αίτηση  του αρμόδιου Υπουργού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ' όψη της   Επιτροπής   κατά   την   έκδοση   της   απόφασής   της,   ή   μεταβολή   των δεδομένων, βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης». Κατά την   έννοια   των   διατάξεων   αυτών,   ως   νεότερα   στοιχεία,   δυνάμενα   να δικαιολογήσουν την επάνοδο της Επιτροπής, νοούνται εκείνα, τα οποία δεν είχαν   τεθεί   υπ'   όψιν   της   Επιτροπής   κατά   την   εκδίκαση   της   αιτήσεως αναστολής (βλ. Ε.Α. 853/2008, 266/2008,  1350/2007, 902/2007, 295/2001 κ.ά.).   Περαιτέρω,   προκειμένου   τα   προσκομιζόμενα   νεότερα   στοιχεία  να οδηγήσουν στην ανάκληση αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών, πρέπει τα στοιχεία αυτά να ανατρέπουν τα δεδομένα, επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή κατά την έκδοση της απόφασης με την οποία έκανε δεκτή την ασκηθείσα  αίτηση   αναστολής  (βλ.   Ε.Α.   853/2008,   266/2008,   1370/2007 κ.ά.).

5. Επειδή, εν όψει της ΣτΕ 3053/2009 αποφάσεως της Ολομελείας, με την οποία, αφού κρίθηκαν παραδεκτές οι ασκηθείσες αιτήσεις ακυρώσεως, μεταξύ των οποίων και αυτή που ασκήθηκε από το καθ' ου Ίδρυμα, αναβλήθηκε η οριστική κρίση επί της υποθέσεως λόγω της διατυπώσεως προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δ.Ε.Κ. σχετικά με τη συμβατότητα των ρυθμίσεων του ν. 3481/2006 περί εγκρίσεως του Σχεδίου Διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών Αχελώου και Πηνειού και των περιβαλλοντικών όρων του έργου της εκτροπής, με το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή Αναστολών με την 141/2010 απόφαση της διέταξε την άμεση διακοπή όλων των σχετικών με το εγχείρημα εργασιών και υλικών ενεργειών και τη μη λειτουργία των ήδη ολοκληρωθέντων έργων, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της αποφάσεως του Δ.Ε.Κ. που αναμένεται να εκδοθεί επί των διατυπωθέντων προδικαστικών ερωτημάτων. Ειδικότερα, η Επιτροπή κατέληξε στην κρίση της αυτή, αφού έλαβε υπ' όψιν αφ' ενός ότι μεγάλο τμήμα του συνολικού έργου της εκτροπής είναι ακόμη ανεκτέλεστο και ότι η συνέχιση των εργασιών και η τυχόν λειτουργία των κατασκευασθέντων επιμέρους έργων θα επιφέρει περαιτέρω επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος, ήτοι περαιτέρω αλλοίωση της μορφής του τοπίου, κλονισμό του ποτάμιου και των παραποτάμιων οικοσυστημάτων του Αχελώου, επιβάρυνση του υδατικού δυναμικού του ποταμού, μη δυνάμενη να επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, και αφ' ετέρου τους λόγους δημοσίου συμφέροντος και την οικονομική βλάβη που επικαλέσθηκε το Δημόσιο και η Δ.Ε.Η. Εξάλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η συνέχιση των εργασιών στα τμήματα του έργου που βρίσκονται σε εξέλιξη και δη η ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης στην ήδη διανοιγείσα σήραγγα εκτροπής είναι έργο στήριξης των πρανών, αναγκαίο για την ευστάθεια της σήραγγας που επιβάλλεται να ολοκληρωθεί, ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση των τοιχωμάτων της, γεγονός που θα αυξήσει το κόστος αποκατάστασής της σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ακυρώσεως, απερρίφθησαν με την ειδικότερη αιτιολογία ότι τυχόν συνέχιση των εργασιών στις εν εξελίξει εργολαβίες θα καταστήσει έτι δυσχερέστερη και οικονομικά πιο δαπανηρή την επαναφορά του χώρου στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως.

6. Επειδή, ήδη ο αιτών Υπουργός ζητεί την ανάκληση της 141/2010 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών κατά το μέρος που απαγορεύει τη διενέργεια εργασιών στη σήραγγα εκτροπής του Αχελώου, επαναφέροντας τον ισχυρισμό που είχε προβάλει κατά τη διαδικασία της αιτήσεως αναστολής, ότι θα πρέπει επειγόντως να επιτραπεί η λήψη μέτρων προς αποτροπή του άμεσου κινδύνου κατάρρευσης της σήραγγας, διότι, εάν μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας τελικώς επιτραπεί η χρήση της, θα απαιτηθεί πολύ μεγαλύτερο κόστος ολοκλήρωσης των αναγκαίων εργασιών λόγω της ανάγκης εκτέλεσης νέων εκσκαφών και απομάκρυνσης των υλικών που θα έχουν καταπέσει στη σήραγγα. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού προσκομίζει ως νεότερα και κρίσιμα, κατ' αυτόν, στοιχεία την από 16.6.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διεθνών εμπειρογνωμόνων που προτάθηκαν από τη Διεθνή Επιτροπή Σηράγγων, Ρ.G., D.P. και F. V., καθώς και την από 10.7.2010 έκθεση των περιβαλλοντολόγων, Ζ.Ι. και Π.Δ., στους οποίους ανατέθηκε, με την υπ' αριθμ. 1274/Μ.Σ.900/26.5.2010 απόφαση της Ε.Υ.Δ.Ε. Ο.Σ.Υ.Ε. του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η διερεύνηση των θεμάτων ασφάλειας και αποτροπής του κινδύνου και των περιβαλλοντικών προβλημάτων, αντίστοιχα, που ανακύπτουν λόγω της μη ολοκλήρωσης των εργασιών τελικής επένδυσης της εν λόγω σήραγγας. Σύμφωνα με την πρώτη από τις ανωτέρω εκθέσεις, η κατασκευή της σήραγγας, μήκους 17.415 μ., ξεκίνησε το 1997 και ολοκληρώθηκε το 2009, χωρίς όμως να έχει ολοκληρωθεί η τελική επένδυση με σκυρόδεμα σε τμήμα 12 χλμ. Κατά τις διαπιστώσεις των πραγματογνωμόνων, η κατάσταση της σήραγγας είναι κατά βάση καλή ποιοτικά, η σταθερότητα του θόλου φαίνεται επαρκής χάρη στη δράση της προσωρινής υποστήριξης, οι τοπικές αποκολλήσεις δεν επηρεάζουν τη συνολική σταθερότητα της σήραγγας, όπου υπήρξαν αστάθειες και μετατοπίσεις εφαρμόσθηκαν αποτελεσματικά αντίμετρα (ξεσχάρωμα, νέες υποστηρίξεις κυρίως βαριά μεταλλικά πλαίσια και εκτοξευόμενο σκυρόδεμα, αντικατάσταση υφιστάμενης προεπένδυσης με κατασκευή νέας προσωρινής υποστήριξης σε ορισμένα κρίσιμα τμήματα), ενώ τα υπόγεια νερά συλλέγονται δεόντως και αντλούνται, προλαμβάνοντας την ανεξέλεγκτη ροή κατά μήκος της σήραγγας και ελαχιστοποιώντας τις αρνητικές συνέπειες στη συμπεριφορά των υποστηρίξεων και της βραχόμαζας. Κατά την ίδια έκθεση οι κρισιμότεροι κίνδυνοι για τη σήραγγα είναι η πλημμύρα, η έμφραξη, η αστάθεια λόγω υποβάθμισης της προσωρινής επένδυσης και η διόγκωση του πηλιτικού και αργιλώδους τμήματος των βραχομαζών, κίνδυνοι που συνδέονται με το νερό τόσο όταν αυτό ρέει στη σήραγγα, αλλά και όταν δρα στα διογκούμενα τμήματα των βραχομαζών. Ως εκ τούτου, κατά τους πραγματογνώμονες, το κρίσιμο σημείο είναι ο έλεγχος των υδάτων στη σήραγγα, η ελαχιστοποίηση της επαφής του με τις βραχόμαζες και η πρόληψη περαιτέρω φθοράς των τελευταίων, όπου έχουν αλλοιωθεί, με κατάλληλες υποστηρίξεις. Εν όψει των ανωτέρω, στην έκθεση διαλαμβάνεται ότι είναι επιτακτικό να εφαρμοσθούν το συντομότερο δυνατό τα απαραίτητα μέτρα που θα εγγυώνται τη μακροχρόνια σταθερότητα της σήραγγας, προς τούτο δε προτείνουν την άμεση ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης σε όλο το μήκος και, σε περίπτωση που αυτή δεν είναι δυνατή, την επείγουσα υλοποίηση μιας σειράς ελάχιστων παρεμβάσεων, οι οποίες συνίστανται: α. στην κατασκευή της τελικής επένδυσης στα 5.131 μ., και β. στην προετοιμασία και βελτίωση του δαπέδου της σήραγγας, πλήρωση με ισχνό σκυρόδεμα των εγκαρσίων, αγκύρωση και εφαρμογή εκτοξευόμενου σκυροδέματος πάχους 5 εκ. στις παρειές και στο θόλο της σήραγγας στο λοιπό τμήμα μήκους 6.834 μ. (βλ. και το συνημμένο σκαρίφημα και επεξηγήσεις στο με αρ. πρωτ. 2809//Μ.Σ.890/18.11.2010 έγγραφο της Ε.Υ.Δ.Ε. Ο.Σ.Υ.Ε. προς το Δικαστήριο). Όταν οι φάσεις αυτές περαιωθούν θα   είναι   δυνατό   να   σταματήσει   η  άντληση   των  υδάτων,   αφού   θα   έχει διασφαλισθεί η φυσική ροή τους εντός της σήραγγας και η έξοδός τους από το μέτωπο εξόδου. Επισημαίνεται δε ότι οι προπεριγραφόμενες ελάχιστες επεμβάσεις προσδιορίσθηκαν με σκοπό την αποφυγή διπλασιασμού των εργασιών όταν η τελική επένδυση κατασκευαστεί επί τόπου, επιτυγχάνοντας έτσι τον έλεγχο και του κόστους. Περαιτέρω, στην από 10.7.2010 έκθεση των περιβαλλοντολόγων Ι.-Δ. αναφέρεται ότι κατά την κατασκευή της σήραγγας έγινε διάτρηση υδροπερατών στρωμάτων, η οποία δημιούργησε παροχές νερού μέσα στη σήραγγα της τάξεως των 500-1000 m/h (κυρίως από το 3ο μέχρι και το 7ο χλμ.). Οι παροχές αυτές αντλούνται μέσω του παραθύρου της Αγορασιάς και διοχετεύονται σε παρακείμενο παραπόταμο του Αχελώου. Κατά την έκθεση «προφανώς οι πολύ μεγάλες αυτές παροχές υδάτων, υποβαθμίζουν την ικανότητα του υδροφόρου να τροφοδοτήσει σημαντικές πηγές στα πεδινά, πιθανές υδρογεωτρήσεις, υπό πίεση υδροφορείς κ.λπ. Οι αρνητικές επιπτώσεις που υφίσταται σήμερα η περιοχή θα αρθούν με την εσωτερική επένδυση και στεγανοποίηση της σήραγγας, ώστε το υπόγειο νερό να συνεχίσει τη φυσική του ροή μέσα στον υδροφόρο ορίζοντα». Επισημαίνεται δε στην ίδια έκθεση ότι αρνητικές επιπτώσεις στη μορφολογία του εδάφους, στα γεωλογικά χαρακτηριστικά και στα επιφανειακά ύδατα της περιοχής θα επέλθουν από τις επεμβάσεις για προσφορά αδρανών υλικών, την απόρριψη πλεοναζόντων ή ακατάλληλων προϊόντων εκσκαφής, από τις εγκαταστάσεις των εργοταξίων και την κατάληψη χώρων για τις εργασίες, ενώ ήδη κατά τις φάσεις κατασκευής της σήραγγας έχουν προκληθεί σοβαρές επεμβάσεις στα υδατορεύματα της περιοχής λόγω επίχωσης και κατάληψης της κοίτης για την εγκατάσταση εργοταξίων, απόρριψη των πλεοναζόντων υλικών και αλλοίωση της ενεργού διατομής τους από τους δανειοθαλάμους απόληψης αμμοχάλικου εκ της κοίτης και αδρανών υλικών, όμως οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι νέες και έχουν ήδη αναφερθεί στη Μ.Π.Ε. του κυρίως έργου.

7. Επειδή, το καθ' ου Ίδρυμα υποστηρίζει με το υπόμνημά του ότι οι ως άνω εκθέσεις μπορεί να αποτελούν νεότερα όχι όμως κρίσιμα στοιχεία που να δικαιολογούν την ανάκληση της 141/2010 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η πρώτη έκθεση δεν τεκμηριώνει ενεστώτα, αλλά μόνο δυνητικό κίνδυνο κατάρρευσης της σήραγγας, αφού δεν καταρτίστηκε παράλληλα και ειδική γεωλογική μελέτη για την αλλαγή της συμπεριφοράς της βραχομάζας στην πάροδο του χρόνου, και προτείνει μέτρα που διασφαλίζουν τη μακροχρόνια σταθερότητα της σήραγγας και όχι μέτρα προσωρινά (π.χ. ενίσχυση προσωρινών αντιστηρίξεων), οι δε δυνητικοί κίνδυνοι που διαπιστώνονται σε αυτή οφείλονται στην αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης συμπεριφορά του Δημοσίου, το οποίο επέσπευσε την κατασκευή της σήραγγας προς δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων παρ' όλο που όλες οι πράξεις περιβαλλοντικής αδειοδότησης του έργου ακυρώνονταν από το Δικαστήριο. Εξάλλου, κατά το καθ' ου, οι ίδιοι οι μελετητές βεβαιώνουν στη δεύτερη έκθεση ότι η αντλούμενη από τη σήραγγα ποσότητα ύδατος παροχετεύεται σε παραπόταμο του Αχελώου και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αλλοιώσεως ή απορρυθμίσεως της συμπεριφοράς των επιφανειακών ή υπογείων υδάτων στην οικεία υπολεκάνη απορροής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης της σήραγγας, αλλά και η διενέργεια των εναλλακτικά προτεινόμενων επεμβάσεων, θα σημάνει την ολική επαναλειτουργία των εργοταξίων της περιοχής που είναι εγκατεστημένα στις κοίτες του Αχελώου και των παραποτάμων του και τη συνέχιση της λεηλασίας τους με την απόληψη αδρανών υλικών για την παραγωγή σκυροδέματος, τη συνεχή κίνηση βαρέων οχημάτων και την εκ νέου παρενόχληση της πανίδας και ιχθυοπανίδας της περιοχής και ότι πάντως η μη λήψη των προτεινόμενων μέτρων και η επέλευση των περιγραφομένων στην πρώτη έκθεση δυνητικών κινδύνων, θα επιφέρει απλώς και μόνο οικονομική ζημία από την επανεκσκαφή της σήραγγας, η οποία έχει συνεκτιμηθεί από την Επιτροπή Αναστολών.

8. Επειδή, οι ως άνω εκθέσεις, μεταγενέστερες της εκδόσεως της προαναφερόμενης   αποφάσεως   της   Επιτροπής   Αναστολών,   συνιστούν νεότερα στοιχεία, κατά την έννοια του άρθρου 52 παρ. 9 του π.δ. 18/1989, και επομένως δικαιολογούν την επάνοδο της Επιτροπής Αναστολών επί της αιτήσεως αναστολής του καθ' ου η παρούσα αίτηση, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

9.  Επειδή, οι διαπιστώσεις της δεύτερης εκθέσεως (από 10.7.2010) ότι «προφανώς» οι πολύ μεγάλες παροχές υδάτων που κατεισδύουν στη σήραγγα   υποβαθμίζουν την  ικανότητα  του   υδροφόρου  να  τροφοδοτήσει σημαντικές πηγές στα πεδινά, «πιθανές» υδρογεωτρήσεις και υπό πίεση υδροφορείς, δεν τεκμηριώνονται, καθ' όσον δεν προκύπτει εάν στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία (μετρήσεις, αυτοψία κ.λπ.), αλλά ούτε αναφέρουν συγκεκριμένα ποιες πηγές και γεωτρήσεις υφίστανται αρνητικές επιπτώσεις και σε ποιο βαθμό. Εν πάση δε περιπτώσει, όπως βεβαιώνεται στην ως άνω έκθεση το ύδωρ που  κατεισδύει  στη σήραγγα παροχετεύεται  μέσω αντλήσεως σε παρακείμενο παραπόταμο του Αχελώου.  Συνεπώς, τα ως άνω   διαλαμβανόμενα   στην   έκθεση   αυτή   δεν   μπορεί   να   θεωρηθεί   ότι αποτελούν    κρίσιμο    στοιχείο    που    να    δικαιολογεί    την   χορήγηση    της αιτούμενης   ανάκλησης   για   λόγους   προστασίας   του   περιβάλλοντος   της περιοχής.

10.   Επειδή,   η   μερική   ανάκληση   της   141/2010   αποφάσεως   της Επιτροπής    Αναστολών    ζητείται     με    την    αιτιολογία    ότι    ενδεχόμενη κατάρρευση της σήραγγας θα έχει ως συνέπεια πολύ μεγαλύτερο κόστος ολοκλήρωσης των αναγκαίων εργασιών λόγω της ανάγκης εκτέλεσης νέων εκσκαφών και απομάκρυνσης των υλικών που θα έχουν καταπέσει, εάν τελικώς επιτραπεί η χρήση της μετά το πέρας της δικαστικής διαδικασίας. Όπως όμως κρίθηκε με την ως άνω απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, η οποία συνεκτίμησε και την οικονομική ζημία που επικαλέσθηκε το Δημόσιο, τυχόν συνέχιση των εργασιών στις εν εξελίξει εργολαβίες θα καταστήσει έτι δυσχερέστερη  και  οικονομικά πιο δαπανηρή την επαναφορά του χώρου στην   πρότερα   κατάσταση   σε   περίπτωση   ευδοκιμήσεως   της   αιτήσεως ακυρώσεως,  ενώ θα έχει  ως συνέπεια την επίταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης    της    περιοχής    και    δη    των    υδατορευμάτων    από    την εγκατάσταση και λειτουργία εργοταξίων για τις ανάγκες απόληψης των αδρανών υλικών. Συνεπώς, κατά το μέρος που με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η μερική ανάκληση της προαναφερθείσης αποφάσεως, ώστε να επιτραπεί η ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης σε όλο το μήκος της σήραγγας και δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πρώτη (από 16.6.2010) από τις προπαρατεθείσες εκθέσεις η ευστάθεια της σήραγγας δύναται να επιτευχθεί και με άλλα μέτρα, η αίτηση είναι απορριπτέα, καθ' όσον τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν ανατρέπουν πάντως τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε η 141/2010 της Επιτροπής Αναστολών κατά την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του Δημοσίου.

11. Επειδή, οι εναλλακτικά προτεινόμενες στην πρώτη έκθεση πραγματογνωμοσύνης «ελάχιστες» επεμβάσεις προς αποτροπή του κινδύνου κατάρρευσης της σήραγγας είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες, καθ' όσον συνεπάγονται την ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης στο ήμισυ περίπου του ανεπένδυτου τμήματος της σήραγγας και την πλήρωση με ισχνό σκυρόδεμα των εγκαρσίων, προετοιμασία δαπέδου και εφαρμογή εκτοξευόμενου σκυροδέματος στις παρειές και στο θόλο της σήραγγας στο υπόλοιπο τμήμα των 6.834 μ., όπως δε βεβαιώνεται στην έκθεση αυτή οι εν λόγω επεμβάσεις διασφαλίζουν τη μακροχρόνια σταθερότητα της σήραγγας και όχι την προσωρινή ευστάθεια της έως ότου λήξει η εκκρεμοδικία. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι οι επεμβάσεις αυτές είναι απολύτως αναγκαίες προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση της σήραγγας, πολλώ δε μάλλον καθ' όσον, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των μελετητών, η σήραγγα είναι σε καλή κατάσταση, η σταθερότητα του θόλου είναι επαρκής και οι αντλήσεις του νερού ελαχιστοποιούν τις αρνητικές συνέπειες στη συμπεριφορά των υποστηρίξεων και της βραχόμαζας. Εν όψει των ανωτέρω, πιθανολογείται ότι η λήψη των μέτρων αυτών θα δημιουργήσει νέα πραγματική κατάσταση δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως και θα επιφέρει περαιτέρω επιδείνωση του φυσικού     περιβάλλοντος της περιοχής από την επαναλειτουργία των ήδη εγκατεστημένων στις κοίτες των υδατορευμάτων εργοταξίων.

12. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η Επιτροπή κρίνει ότι η αιτούμενη ανάκληση μπορεί να γίνει δεκτή μόνο κατά το μέρος που συνίσταται στη λήψη μέτρων αναγκαίων για την προσωρινή, έως τη λήξη της εκκρεμοδικίας, ευστάθεια της σήραγγας. Δεδομένου δε ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη έκθεση πραγματογνωμοσύνης (Κεφ. 3, σελ. 9), τα ήδη υπάρχοντα μέτρα προσωρινής υποστήριξης έχουν φθαρεί από την πάροδο του χρόνου και τη δράση του ύδατος εντός της σήραγγας, η Επιτροπή καλεί τη Διοίκηση όπως, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, υποδείξει τα απολύτως αναγκαία μέτρα ενίσχυσης ή αντικατάστασης των προσωρινών υποστηρίξεων και αντλήσεων που θα διασφαλίζουν την ευστάθεια της σήραγγας έως τη λήξη της εκκρεμοδικίας.

 

ΣτΕ 4452/2010

[Αυτοδίκαιη ανάκληση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης

λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής πλήρους αποζημίωσης]

 

 

Πρόεδρος:   Αγγ. Θεοφιλοπούλου

Εισηγητής:  Μ. Γκορτζολίδου

Δικηγόροι:  Φ. Κεφαλίδου, Γ. Αλεβίζου

 

Η δυνατότητα τμηματικής εφαρμογής των σχεδίων πόλεως επιτρέπεται, εφόσον οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις των ιδιοκτησιών που εμπίπτουν στην έκταση, ως προς την οποία το σχέδιο πόλεως εφαρμόζεται έστω και τμηματικά, συντελούνται πλήρως στην προθεσμία των δεκαοκτώ μηνών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

 Η ζημία που προκαλείται από την απαλλοτρίωση σε ιδιοκτησία, η οποία ήταν ενιαία και δεκτική αξιοποίησης κατά τον προορισμό της με τη μορφή της αυτή, αποκαθίσταται πλήρως, μόνον όταν η αποζημίωση καλύπτει το ενιαίο σύνολό της. Συνεπώς, η αποζημίωση μέρους της συνολικά οφειλόμενης, σε μερική εξόφληση της ορισθείσας αποζημίωσης, στον ιδιοκτήτη ρυμοτομούμενου ακινήτου δεν επιφέρει τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, εφόσον δεν καταβληθεί και η υπολειπόμενη αποζημίωση ταυτοχρόνως ή, πάντως, εντός της νόμιμης προθεσμίας. Διαφορετικά, καθίσταται επιβεβλημένη η ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης στο σύνολό της.

Ο λόγος της μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης εμπρόθεσμα, ακόμα και αν αφορά σε γεγονός ανωτέρας βίας, δεν  ασκεί επιρροή ως προς τη διαπίστωση της αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης.

Τέλος, ούτε οι επεμβάσεις του υπέρ ου η απαλλοτρίωση επί του απαλλοτριωθέντος χώρου, αναιρούν την αυτοδίκαιη ανάκληση της μη συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της σχετικής αποζημίωσης.

 

Βασικές σκέψεις

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, που ασκείται κατά το νόμο χωρίς την καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 6448/2006 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή των αναιρεσιβλήτων και βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, που είχε κηρυχθεί, λόγω ρυμοτομίας, επί ακινήτου τους, το οποίο βρίσκεται στο Ο.Τ. 712Β του Δήμου Χαλανδρίου.

2. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη διαφορά ανέκυψε από την εφαρμογή των διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας και ειδικότερα την άρνηση άρσης απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων. Συνεπώς, η εκδίκαση της κρινομένης αιτήσεως υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ε' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 5 παρ. 1 περ. ε' σε συνδυασμό με άρθρο 6 περ. β' του π.δ. 361/2001, Α' 244, ΣτΕ 1742/2007).

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως και με προφανές έννομο συμφέρον από τον αναιρεσείοντα Δήμο, ο οποίος υπήρξε ο ηττηθείς στην πρωτόδικη δίκη διάδικος.

4. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. στ' του ν. 702/1977 (Α' 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/1999 (Α' 112) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α' 222), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών διοικητικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων για μεγάλο χρονικό διάστημα ρυμοτομικών βαρών. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 21-12-2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 288), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 (Α'  30), αφενός μεν ορίσθηκε ότι αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές που γεννώνται από ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων για μεγάλο διάστημα ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001), δηλαδή το οικείο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφετέρου δε καταργήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. στ' του ν. 702/1977 (όπως ίσχυε) περί υπαγωγής των διαφορών αυτών στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων. Εξ άλλου, η ισχύς του ανωτέρω άρθρου 1 άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ίδιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, από την 1.1.2002. Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2882/2001 (Α' 17) προβλέπονται οι περιπτώσεις υποχρεωτικής ανάκλησης και αυτοδίκαιης άρσης αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 και 3), στην δε παρ. 4 ορίζεται ότι: «Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2719/1999) πλην του άρθρου 66 αυτού. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ν. 2882/2001, ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει από την 7-5-2001. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, αρμοδίως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα επίμαχα ακίνητα, ενόψει του χρόνου, κατά τον οποίο κατατέθηκε το ένδικο βοήθημα (15.3.2004), ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της παραπάνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΣτΕ 3986/2008).

5. Επειδή, το άρθρο 17 του Συντάγματος (όπως ίσχυε πριν την αναθεώρηση του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων - Α' 84/17.4.2001 – και έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση) όριζε τα εξής: « 1. ... 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο   για   τον   προσωρινό   προσδιορισμό   της   αποζημίωσης.   Αν   ζητηθεί  απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. ... 4. Η αποζημίωση ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια. Μπορεί να οριστεί και προσωρινά δικαστικώς, ύστερα από ακρόαση ή πρόσκληση του δικαιούχου. ... Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως. ...». Εξ άλλου, στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ/τος 797/71 (Α΄1 - Διορθ. Ημαρτ. Α' 38) «περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων» ορίζεται ότι «Συντέλεσις της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, επιφέρουσα κτήσιν της κυριότητος ή του συσταθέντος επί αλλότριου πράγματος εμπραγμάτου δικαιώματος παρά του υπέρ ού η τοιαύτη απαλλοτρίωσις, επέρχεται από της εις τον δικαιούχον καταβολής της προσδιορισθείσης προσωρινώς ή οριστικώς αποζημιώσεως, κατά τα άρθρα 18 και επόμενα του παρόντος, ή από της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως της γενομένης εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το άρθρο 8 του παρόντος κατατεθέσεως της αποζημιώσεως ταύτης. ...», ενώ στο άρθρο 11 του ίδιου ν.δ/τος ότι «1. Αναγκαστική απαλλοτρίωσις μη συντελεσθείσα κατά τα εν άρθρω 7 παρ. 1 του παρόντος οριζόμενα εντός ενός και ημίσεος έτους από της εκδόσεως της προσδιοριζούσης προσωρινώς ή οριστικώς την αποζημίωσιν δικαστικής αποφάσεως, θεωρείται ως αυτοδικαίως ανακληθείσα. ... 4. Ανακληθείσης αυτοδικαίως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως η κηρύξασα ταύτην αρχή υποχρεούται όπως εντός διμήνου εκδώση πράξιν βεβαιούσαν την επελθούσαν ανάκληστν και δημοσίευομένην δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, δύναται πας ενδιαφερόμενος να ζητήση ... την έκδοσιν δικαστικής αποφάσεως, βεβαιούσης την ανάκλησιν, καλουμένου εις την δίκην του υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωσις και του Δημοσίου. Η βεβαιούσα την ανάκλησιν πράξις ή δικαστική απόφασις υποβάλλεται, μερίμνη παντός ενδιαφερομένου εις τον οικεϊον φύλακα μεταγραφών, υποχρεούμενον να ενεργήση την δέουσαν καταχώρισιν εις την οικείαν μερίδα του κτήματος και του ιδιοκτήτου. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ. 1 του «Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων» (Κ.Α.Α.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2882/2001 (Α' 17/6.2.2001), ορίζεται ότι «η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων....». Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 του ίδιου Κώδικα «ι. Η αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση δύναται με απόφαση της να την ανακαλέσει ολικώς ή μερικώς, πριν συντελεσθεί, τηρώντας τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο ι για την κήρυξη αυτής. 2. ... 3- Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4...». Εξάλλου, στο άρθρο 29 του προαναφερομένου Κ.Α.Α.Α. ορίζονται τα εξής: «ι. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των απαλλοτριώσεων που κηρύσσονται από την έναρξη ισχύος του και εφεξής. 2. Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού. Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνον οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος ...». Τέλος, κατά το άρθρο δεύτερο του ως άνω ν. 2882/2001, η ισχύς του Κ.Α.Α.Α. αρχίζει μετά πάροδο τριών μηνών από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 7-5-2001.

6. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, κατά τα παγίως κριθέντα, ο καθορισμός ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων με πράξη έγκρισης, αναθεώρησης, τροποποίησης ή επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου ή, εφόσον πρόκειται για πολεοδόμηση κατά το σύστημα του ν. 1337/1983 (Α' 33), με την έγκριση πολεοδομικής μελέτης, ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων αυτών (ΣτΕ 603/2008 Ολομ., 3986/2008, 270/2008, 4587/2005 7μ. κ.α.). Περαιτέρω, εφόσον η παράλειψη της Διοίκησης να βεβαιώσει την αυτοδικαίως  επελθούσα ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που είχε κηρυχθεί υπό την ισχύ του ν.δ/τος 797/1971, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης μέσα σε ενάμισι έτος από την δημοσίευση της σχετικής δικαστικής απόφασης περί του καθορισμού της, συντελεσθεί πριν την έναρξη ισχύος του Κ.Α.Α.Α., εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του παραπάνω ν.δ/τος (βλ. ΣτΕ 1467/2008 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 604/2008 Ολομ.). Τέλος, ο θεσπιζόμενος με τα άρθρα 17 παρ. 4 του Συντάγματος και 11 παρ. 1 του ν.δ/τος 797/71 κανόνας της αυτοδίκαιης ανάκλησης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων στην περίπτωση μη συντέλεσης τους εντός ενός και ημίσεος έτους από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης προσωρινού ή οριστικού καθορισμού της σχετικής αποζημίωσης ισχύει και επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, όπως συνάγεται τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ ρυμοτομικών και λοιπών απαλλοτριώσεων, όσο και από το γεγονός ότι, ενώ η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ως άνω ν.δ/τος ρητώς εξαιρεί, μεταξύ άλλων, τις ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις από τον κανόνα της αυτοδίκαιης ανάκλησης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, λόγω μη υποβολής αιτήσεως δικαστικού καθορισμού της αποζημίωσης ή μη καθορισμού της εξωδίκως εντός τετραετίας από την κήρυξη τους, η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου 11 δεν διαλαμβάνει παρόμοια εξαίρεση από τον προαναφερόμενο κανόνα (πρβλ. ΣτΕ 604/2008 Ολομ.).

7. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με το από 26.5.1992 (Δ' 473) διάταγμα περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου και τα από 26.1.1989 (Δ' 35) και 8.12.1989 (Δ' 726) διατάγματα περί καθορισμού των ορίων επιφάνειας και διαστάσεων οικοπέδων κειμένων στο Ο.Τ. 712β του Δήμου Χαλανδρίου διατάχθηκε, λόγω ρυμοτομίας (διαμόρφωση πλατείας), η αναγκαστική απαλλοτρίωση δύο οικοπέδων κυριότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου των λοιπών δύο εξ αυτών στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Χαλανδρίου στη συνοικία «Φραγκοκλησσιά» στη θέση «Λούτσες» και νυν «Τούφα» του ως άνω οικοπεδικού τετραγώνου, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 51/1994 πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως ιδιοκτησιών, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 2158/97/1995 απόφαση της Νομαρχίας Αττικής (Υπηρεσίας Πολεοδομίας Ανατ. Αττικής/Τμήμα Απαλλοτριώσεων) ορίσθηκαν οι υπόχρεοι προς αποζημίωση  των  ανωτέρω  ρυμοτομούμενων ακινήτων.  Κατόπιν  αυτών,  με  την 1613/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 15.7.1998, καθορίσθηκε κατ' αίτηση των Ε. (δικαιοπαρόχου της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων) και Α. Λ. η προσωρινή τιμή μονάδος για τα ακίνητα αυτών, που λόγω ρυμοτομίας κρίθηκαν απαλλοτριωτέα προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Χαλανδρίου, όπως αποτυπώνονται στα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύονται από τις υπ' αριθ. 10/94 και 51/94 πράξεις προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Με την από 10.3.2004 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να βεβαιώσει το δικαστήριο την αυτοδίκαιη άρση της ανωτέρω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη καταβολής της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης εντός δέκα οκτώ μηνών από τη δημοσίευση της 1613/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά την εκτέλεση της 1678/2005 προδικαστικής απόφασης, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή, ακύρωσε την παράλειψη του αναιρεσείοντος Δήμου να εκδώσει βεβαιωτική πράξη αυτοδίκαιης άρσης της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και αναγνώρισε την αυτοδίκαιη άρση της.

8. Επειδή, ο αναιρεσείων Δήμος ζητεί να εξαφανιστεί η 6448/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι κατά τους ισχυρισμούς του αυτή έχει εκδοθεί κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα προβάλλεται ότι το δίκασαν Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 51/94 πράξη αναλογισμού, υπόχρεοι σε αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων ετύγχαναν και άλλοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για τους οποίους δεν υπήρχε γνώση αν έχουν καταβάλει την αναλογία της αποζημίωσης που οφείλουν, με συνέπεια, αν τούτο είχε πράγματι λάβει χώρα, να υπήρχε περίπτωση μερικής συντέλεσης της απαλλοτρίωσης που να καθιστό ανεφάρμοστη τη διάταξη του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης.

9. Επειδή, ο ως άνω ισχυρισμός, περί τυχόν καταβολής τμήματος της αποζημιώσεως, δεν ήταν ουσιώδης και επομένως το Διοικητικό Πρωτοδικείο δεν είχε υποχρέωση να τον εξετάσει. Τούτο δε διότι, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 604/2008 Ολομ.), από τις προαναφερόμενες στη σκέψη 5 διατάξεις δεν αποκλείεται μεν η τμηματική εφαρμογή των σχεδίων   πόλεως,   η   δυνατότητα,   όμως,   αυτή   τελεί   υπό   την   προϋπόθεση   ότι  συντελούνται πλήρως εντός της τασσόμενης από το άρθρο 17 παρ. 4 Συντάγματος προθεσμίας του ενός και ημίσεος έτους από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις των ιδιοκτησιών που εμπίπτουν στην έκταση, ως προς την οποία το σχέδιο πόλεως εφαρμόζεται, έστω και τμηματικώς. Ειδικότερα, από τον προαναφερόμενο συνταγματικό κανόνα συνάγεται ότι η ζημία που προκαλείται από την απαλλοτρίωση του συνόλου ιδιοκτησίας, η οποία, κατά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, ήταν ενιαία και δεκτική αξιοποίησης κατά τον προορισμό της με τη μορφή της αυτή, ανορθούται πλήρως μόνον όταν η αποζημίωση καλύπτει το ανωτέρω ενιαίο σύνολο αυτής. Συνεπώς, μόνη η χρηματική αποζημίωση μέρους της συνολικά οφειλόμενης, σε μερική εξόφληση της ορισθείσας αποζημίωσης, στον ιδιοκτήτη ρυμοτομούμενου ακινήτου δεν επιφέρει τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, εφόσον δεν καταβληθεί ταυτοχρόνως ή, πάντως, εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας του ενός και ημίσεως έτους και η, τυχόν, υπολειπόμενη χρηματική ή άλλη αποζημίωση, με συνέπεια να καθίσταται, στην περίπτωση αυτή, επιβεβλημένη η ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης στο σύνολο της. Η πλήρης και ανεμπόδιστη εφαρμογή του εν λόγω συνταγματικού κανόνα απετέλεσε, άλλωστε, μέλημα και του κοινού νομοθέτη, ο οποίος με το άρθρο 48 παρ. 7 περ. α και β του Κ.Β.Π.Ν. προέβλεψε αφενός μεν ότι η μεταγραφή της κυρωτικής της πράξεως εφαρμογής απόφασης του Νομάρχη δεν επιφέρει στις οικείες ιδιοκτησίες μεταβολές, για την επέλευση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες στη νομοθεσία περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων («Ν.Δ. 797/1971») διαδικασίες, αφετέρου δε ότι τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής δεν μπορούν να καταληφθούν παρά μόνον εφόσον έχουν καταβληθεί οι σχετικές αποζημιώσεις. Τούτο δε διότι η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης προϋποθέτει την καταβολή αποζημίωσης αναφερομένης σε ακέραιο το απαλλοτριωμένο ακίνητο (πρβλ. ΣτΕ 4359/1976 Ολομ., 3607/ 1974 Ολομ. κ.ά.), δεδομένου ότι αυτό συνιστά ενιαία ιδιοκτησία, δεκτική αξιοποίησης στο σύνολό της, από την οποία ο ιδιοκτήτης πορίζεται, κατά τον χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή προσδοκά να αποκομίσει, τη νόμιμη ωφέλεια, η δε απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία συνιστά, κατά κανόνα, ενιαίο σύνολο, διαφοροποιούμενο ουσιωδώς από το άθροισμα των επί μέρους τμημάτων, στα οποία αυτή νομικώς κατακερματίσθηκε με την πράξη αναλογισμού αποζημίωσης ή με την πράξη εφαρμογής, για τεχνικούς αποκλειστικώς λόγους, για την εξεύρεση, δηλαδή, των υπόχρεων αποζημίωσης. Εξάλλου, η αναγνώριση της δυνατότητος τμηματικής συντέλεσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ενιαίας ιδιοκτησίας, με συνέπεια τη τμηματική ανάκληση της απαλλοτρίωσης, μόνο, δηλαδή, κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συντελεσθεί, πέραν του γεγονότος ότι θα συνεπαγόταν την απόδοση στον ιδιοκτήτη μέρους της ενιαίας ιδιοκτησίας του, ενδεχομένως αμελητέας πλέον αξίας, και ότι η απόδοση αυτή θα ήταν, άλλωστε, δυσχερής ή και αδύνατη, αφού δεν είναι, κατά κανόνα, δυνατόν να εξατομικευθεί το συγκεκριμένο τμήμα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, ως προς το οποίο αίρεται η απαλλοτρίωση, με συνέπεια να μην καταβληθεί, τελικώς, στον ιδιοκτήτη παρά μερική αποζημίωση, κατά παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν θα εναρμονιζόταν εν τέλει ούτε με την συνταγματική επιταγή της χωροταξικής και πολεοδομικής αναδιάρθρωσης της Χώρας, αφού, και αν ακόμη το τμήμα της ενιαίας ιδιοκτησίας, ως προς το οποίο αίρεται η απαλλοτρίωση, μπορούσε να εντοπισθεί και να αποδοθεί, αυτό και μόνο, στον ιδιοκτήτη, η μερική άρση θα συνεπαγόταν την απόδοση στον ιδιοκτήτη και τη δυνατότητα κατάληψης από αυτόν ενός ή περισσότερων διάσπαρτων τμημάτων κοινοχρήστου χώρου, ο οποίος, όμως, οφείλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, να είναι, κατ' αρχήν, ενιαίος και αδιάσπαστος, χωρίς να παρεμβάλλονται επί μέρους χώροι άλλων προορισμών και χρήσεων (βλ. ΣτΕ 604/2008 Ολομ.). Ενόψει των παραπάνω ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η τυχόν καταβληθείσα μερική αποζημίωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από τους υπόχρεους παρόδιους ιδιοκτήτες δεν θα επηρέαζε την αυτοδίκαιη ανάκληση της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης λόγω της μη καταβολής της συνολικής οφειλόμενης αποζημίωσης εντός του ενός και ημίσεως έτους από τη δημοσίευση της απόφασης περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος.

10. Επειδή, προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε τον ισχυρισμό του Δήμου ότι η μη καταβολή του ποσού της αποζημίωσης, όπως είχε καθορισθεί με την 1613/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οφειλόταν σε ανωτέρα βία, ήτοι σε έλλειψη κονδυλίων. Ο προβαλλόμενος λόγος, πέραν του ότι προβάλλεται αναποδείκτως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο λόγος της μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης εντός του χρονικού διαστήματος του ενός και ημίσεος έτους από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης περί καθορισμού της, ακόμα και αν αφορά σε γεγονός ανωτέρας βίας, δεν  ασκεί επιρροή ως προς τη διαπίστωση της αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, δεδομένου ότι ούτε το Σύνταγμα, αλλά ούτε και ο νόμος διακρίνουν σχετικώς.

11. Επειδή, για τη διαδικασία της διαπίστωσης, κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, της παράλειψης της Διοίκησης να βεβαιώσει την αυτοδίκαιη ανάκληση απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής της σχετικής αποζημίωσης εντός της κατά το Σύνταγμα δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, η εν προκειμένω εφαρμοστέα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν.δ/τος 797/1971 ορίζει τα εξής: «Ανακληθείσης αυτοδικαίως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η κηρύξασα ταύτην αρχή υποχρεούται όπως εντός διμήνου εκδώση πράξιν, βεβαιούσαν την επελθούσαν ανάκλησιν ... Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, δύναται πας ενδιαφερόμενος να ζητήση ... την έκδοσιν δικαστικής αποφάσεως, βεβαιούσης την ανάκλησιν, καλουμένου εις την δίκην του υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωσις και του Δημοσίου ...». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν ο καθ' ου η απαλλοτρίωση ισχυρίζεται ότι δεν κατεβλήθη σ' αυτόν η αποζημίωση εντός του οριζομένου στο Σύνταγμα χρονικού διαστήματος, το σχετικό αίτημα διαπίστωσης της αυτοδικαίως επελθούσης ανάκλησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να υποβάλλεται απ' ευθείας στο δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να υποβληθεί προηγουμένως περί τούτου αίτημα στη Διοίκηση. Στην οικεία δε δίκη το δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος της εμπρόθεσμης καταβολής της αποζημίωσης και, εντεύθεν, της διατήρησης ή μη της απαλλοτρίωσης, δεν εξετάζει δε, καταρχήν, ζητήματα αναγόμενα σε ενέργειες της Διοίκησης για την καταβολή της αποζημίωσης (πρβλ. ΣτΕ 1776/2006 επταμ.).

12. Επειδή, ενόψει των προαναφερομένων ο προβαλλόμενος λόγος ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ότι η κριθείσα προσφυγή ήταν απαράδεκτη λόγω μη τήρησης από τους αναιρεσίβλητους της αναγκαίας προδικασίας, ήτοι της υποβολής αίτησης προς την αρμόδια Νομαρχία για τη βεβαίωση της αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, καθώς η αίτηση αυτή αποτελεί ενδικοφανή προσφυγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν υποχρεούνταν από το Σύνταγμα ή το νόμο να υποβάλουν αίτηση στη Διοίκηση για έκδοση της βεβαιωτικής πράξης περί της διαπίστωσης της αυτοδίκαιης ανάκλησης της ένδικης απαλλοτρίωσης.

13. Επειδή, τέλος, ο προβαλλόμενος λόγος ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να λάβει χώρα ανάκληση της απαλλοτρίωσης, καθώς αυτή αφορά σε μία ήδη διαμορφωμένη πλατεία μπροστά από τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Χαλάνδρι, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην περίπτωση που ένας χώρος προσέλαβε για πρώτη φορά την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατόπιν χαρακτηρισμού του από το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο, αν ο χώρος αυτός ανήκει κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας αποκτάται από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, δηλαδή από την καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους ή την κατάθεση αυτού υπέρ των δικαιούχων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΑΠ 310/2001). Επομένως, και υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται ότι δεν μπορεί να πλέον να διαπιστωθεί η αυτοδίκαιη ανάκληση της ένδικης απαλλοτρίωσης, λόγω του γεγονότος ότι ο χώρος αυτός έχει καταστεί πλέον κοινόχρηστος, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι ο επίδικος χώρος έχει ήδη, πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, καταστεί κοινόχρηστος. Εξάλλου, τυχόν επεμβάσεις του υπέρ ου η απαλλοτρίωση επί του απαλλοτριωθέντος χώρου, ανεξαρτήτως της νομιμότητάς τους, δεν αναιρούν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, η οποία συνετελέσθη λόγω της μη καταβολής της σχετικής αποζημίωσης εντός της οριζόμενης υπό του Συντάγματος δεκαοκτάμηνης προθεσμίας.

14. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

Επιτροπή Αναστολών ΣτΕ 68/2011

[Περιβαλλοντική αδειοδότηση ΑΣΠΗΕ σε αναδασωτέα έκταση]

 

Λόγος ακυρώσεως, κατ' επίκληση νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία επέμβαση σε αναδασωτέες εκτάσεις επιτρέπεται μόνο μετά την πραγματοποίησή της και ότι οι προσβαλλόμενες   πράξεις   είναι   πλημμελείς,   διότι   με   αυτές   επιτρέπεται   η εγκατάσταση αιολικού πάρκου σε αναδασωτέα έκταση, δεν είναι προδήλως βάσιμος. Η νομολογία αυτή διαμορφώθηκε υπό την ισχύ διαφορετικού νομικού καθεστώτος και για υποθέσεις με διαφορετικά πραγματικά δεδομένα, αφού δεν αφορούσαν σταθμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αλλά διαφορετικά έργα.

Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη, ότι με την απόφαση εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, στην οποία έχει ενσωματωθεί άδεια επέμβασης στην επίμαχη έκταση, έχουν τεθεί όροι για τη μείωση των συνεπειών από την εκτέλεση του έργου και την αποτροπή της βλάβης που επικαλούνται οι αιτούντες όροι για τον περιορισμό στο ελάχιστο της φθοράς δασικής βλάστησης, την αποκατάσταση, με ειδική δασοτεχνική μελέτη του δασικού περιβάλλοντος που θα αλλοιωθεί, και την κατασκευή του οικίσκου ελέγχου σε έκταση χωρίς δασική βλάστηση και με υλικά εναρμονιζόμενα με το φυσικό περιβάλλον σταθμίζοντας και τη βλάβη, την οποία συνεπάγεται η χορήγηση της αναστολής σε βάρος της δικαιούχου των αδειών, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος αναστολής εκτελέσεως των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

          Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος, ο οποίος έχει ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά: α) της υπ’ αριθμ. 56807/5437/10.7.2009 (ορθή επανάληψη από 15.7.2009) αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση και λειτουργία αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας (ΑΣΠΗΕ), ισχύος 36 ΜW, από την εταιρεία «Α. Ε. Α.Ε.», στη θέση «Μ.» του Δήμου Θίσβης Ν. Βοιωτίας, και β) της υπ’ αριθμ. 64016/5681/22.7.2009 αποφάσεως του ιδίου Γενικού Γραμματέα περί χορηγήσεως στην ως άνω εταιρεία άδειας εγκαταστάσεως για το ως άνω έργο, ζητεί την αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών.

3. Επειδή, η εταιρεία «Α. Ε. Α.Ε.», υπέρ της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις ζητεί με τα από 5.3.2010 και 20.10.2010 υπομνήματα της την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως. Εξάλλου, η «Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας», με καταστατικό σκοπό την προώθηση και το συντονισμό της επιστημονικής έρευνας, της τεχνολογίας και των εφαρμογών της αιολικής ενέργειας, καθώς και τη διάδοση της χρήσεως των αιολικών συστημάτων ή μονάδων σε εθνικό επίπεδο, ζητεί με το από 16.9.2010 υπόμνημα της την απόρριψη της αιτήσεως.

4. Επειδή, ο αιτών Δήμος, στα διοικητικά όρια του οποίου θα εγκατασταθεί η επίμαχη δραστηριότητα, προβάλλει ότι η εγκατάσταση του σταθμού στην ανωτέρω έκταση συνεπάγεται, εν όψει του είδους της επεμβάσεως και του χαρακτήρα της εκτάσεως ως δασικής αναδασωτέας, αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής, που συνίσταται στην εκχέρσωση, κοπή και εξαφάνιση των δέντρων, θάμνων και λοιπής χλωρίδας, η οποία δεν μπορεί, ή, σε κάθε περίπτωση, δυσχερώς θα μπορούσε να αποκατασταθεί σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως. Εξάλλου, η δικαιούχος εταιρεία επικαλείται μη αναστρέψιμη οικονομική βλάβη, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, θα υποστεί σε περίπτωση αποδοχής της υπό κρίση αιτήσεως, εν όψει του ότι έχει συνάψει με το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα Β. Η. – UND V. AG την από 13.11.2009 σύμβαση έκδοσης ομολογιακών δανείων, ήδη δε έχει εκταμιευθεί ποσό 10.700.000 ευρώ.

5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση πάρκου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 36 ΜW στη θέση του Δήμου Θίσβης Ν. Βοιωτίας, το οποίο αποτελείται από 12 ανεμογεννήτριες ισχύος 3 ΜW η καθεμιά και οικίσκο ελέγχου 120 τ.μ., εγκαθίσταται δε σε περιοχή του όρους Ελικώνα που αποτελεί δασική αναδασωτέα έκταση. Συγκεκριμένα, με την 1276/31.8.1998 απόφαση του Διευθυντή Δασών ν. Βοιωτίας (Δ΄ 719), κηρύχθηκε αναδασωτέα λόγω καταστροφής της κατά την πυρκαϊά της 3.7.1998 δασική έκταση εμβαδού 47.500 στρ. του όρους Ελικώνα, στην οποία περιλαμβάνεται και τμήμα του χώρου, όπου θα εγκατασταθεί το επίμαχο αιολικό πάρκο. Όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, η πρόσβαση στο χώρο του ΑΣΠΗΕ θα πραγματοποιηθεί μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου της περιοχής, με παράλληλη διάνοιξη νέας οδού πρόσβασης συνολικού μήκους 4,3 χλμ., εντός δε του ΑΣΠΗΕ θα διανοιχτεί εσωτερική οδοποιία για τη διασύνδεση των Α/Γ μεταξύ τους, συνολικού μήκους 4,7 χλμ. περίπου. Εξάλλου, με την ΠΕΧΩ 7730/06/2.1.2007 πράξη του, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας Στερεάς Ελλάδας γνωμοδότησε θετικά, στο πλαίσιο της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης, ως προς την κατασκευή και λειτουργία του έργου, λαμβάνοντας υπ' όψη θετικές γνωμοδοτήσεις της Διευθύνσεως Δασών της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (βλ. 5511/1.12.2006), του Υπουργείου Πολιτισμού (βλ. 1801/28.12.2006 έγγραφο της 23ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, 92/15.2.2006 έγγραφο της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Αττικής και 2286/ 11.5.2006 έγγραφο της Θ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων), του Γ.Ε.ΕΘ.Α. (βλ. Φ.100.1/6Β714/Σ 1254/21.2.2006), του Ο.Τ.Ε. (βλ. 523/490038/ 22.2.2006), της Υ.Π.Α. (βλ. Δ3/Δ/85/40/4.1.2006) και του Ε.Ο.Τ. (βλ. 507367/ 3.3.2006). Ακολούθησε η έκδοση της δεύτερης προσβαλλομένης πράξεως του ίδιου Γενικού Γραμματέα, με την οποία χορηγήθηκε στην ως άνω εταιρεία άδεια εγκαταστάσεως για το ως άνω έργο με χρονική ισχύ δύο ετών. Μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως εκδόθηκε η 27385/3199/28.4.2010 απόφαση της Γενικής Γραμματέα Στερεάς Ελλάδας, με την οποία τροποποιήθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Με την τροποποιητική αυτή απόφαση ορίστηκε ότι α) για τη διασύνδεση των Α/Γ μεταξύ τους θα διανοιχτεί εσωτερική οδοποιία συνολικού μήκους 5,3 χλμ. περίπου αντί των αρχικώς προβλεπομένων 4,7 χλμ. β) θα κατασκευαστεί υπόγεια γραμμή μεταφοράς μέσης τάσης που θα συνδέσει τον αιολικό σταθμό με τον υφιστάμενο Υ/Σ ανύψωσης τάσης που έχει κατασκευαστεί για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των αιολικών πάρκων της εταιρείας «Α. Ε. Π. Α.Ε.» στις θέσεις «Περδικοβούνι» και «Καλύβα», γ) το συνολικό εμβαδό της δημόσιας έκτασης δασικού χαρακτήρα, για την οποία εγκρίνεται η επέμβαση ανέρχεται σε 188.404 τ.μ., αντί του αρχικώς προβλεπομένου εμβαδού 186.555 τ.μ., δ) η συνολική έκταση χρήσης που θα καταλάβουν οι ανεμογεννήτριες θα ανέλθει σε 24.000 τ.μ., αντί 21.600 τ.μ. και ε) προσαυξάνονται -σε μικρή έκταση- οι επιφάνειες του οδικού δικτύου πρόσβασης στο χώρο του σταθμού με την κατασκευή τεσσάρων ραμπών για τη βελτίωση των ελιγμών. Εν συνεχεία, εκδόθηκε η 34653/3357/25,5.2010 απόφαση της Γενικής Γραμματέα Στερεάς Ελλάδας, με την οποία, συνεπεία της αμέσως προηγουμένης τροποποιητικής αποφάσεως, τροποποιήθηκε η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση.

6. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 996/1979 (Α΄ 289), όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το δέκατο τρίτο άρθρο παρ. 1 του ν. 1822/1988 (Α' 272), ορίζονται τα εξής: «1. Στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, περί των οποίων το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος, ουδεμία επιτρέπεται επέμβαση προβλεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος ή από άλλη διάταξη, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στις διατάξεις του άρθρου 59 του ν. 998/1979, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν, 1734/1987, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 58 του παρόντος και τα όλως απαραίτητα για την τεχνητή αναδάσωση και την προστασία της βλαστήσεως». Περαιτέρω στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 58 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με την παρ, 1 του άρθρου 24 του ν. 3468/2006 (Α' 129) και το άρθρο 29 παρ. 8β του ν. 3734/2009 (Α' 8) και ίσχυε κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, προβλέπεται ότι: «2. Για την εκτέλεση έργων υποδομής, την εγκατάσταση δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, την κατασκευή υποσταθμών και κάθε, εν γένει, τεχνητού έργου που αφορά την υποδομή και εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε., στα οποία και τα  έργα  σύνδεσης με το  Σύστημα  ή  το Δίκτυο,  όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 2773/1999 και των συνοδών έργων, καθώς και των δικτύων μεταφοράς και διανομής πετρελαϊκών προϊόντων μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις, απαιτείται σχετική έγκριση επέμβασης, Η έγκριση αυτή, που ενσωματώνεται στην απόφαση για την Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.), χορηγείται: α) Από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων,... β) Από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας,...». Εξάλλου, στο άρθρο 6 του ήδη εγκριθέντος «Ειδικού Πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» (Β 2464/3.12.2008), που αναφέρεται στις περιοχές αποκλεισμού και τις ζώνες ασυμβατότητας για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 58 του ν, 998/1979 και 13 του ν. 1734/1987, όπως ισχύουν, και ότι στις παραπάνω περιοχές πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης. Τέλος, με την 26298/1.7.2003 απόφαση της Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (Β' 1469) εγκρίθηκε το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Στερεάς Ελλάδας, οι ρυθμίσεις του οποίου, όπως έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 1508/2008, 3816/2010) ευνοούν την ανάπτυξη των ΑΣΠΗΕ σε όλη την έκταση της περιφέρειας και όχι μόνο στην κατ' εξοχήν πρόσφορη γι' αυτούς νότια Εύβοια, για την οποία, ενόψει ακριβώς αυτής της ιδιαίτερης καταλληλότητας της, προβλέπεται ειδική οργάνωση. Με τις ανωτέρω διατάξεις ορίσθηκε κατά τροποποίηση προϊσχυουσών ρυθμίσεων της δασικής νομοθεσίας, ότι μεταξύ των έργων, τα οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση να εκτελούνται και σε αναδασωτέες εκτάσεις, περιλαμβάνονται εκείνα που αφορούν την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ενόψει της νομοθετικής αυτής μεταβολής, ο προβαλλόμενος με το δικόγραφο προσθέτων λόγων λόγος ακυρώσεως, κατ' επίκληση νομολογίας, κατά την οποία επέμβαση σε αναδασωτέες εκτάσεις επιτρέπεται μόνο μετά την πραγματοποίηση της αναδασώσεως (Σ.τ.Ε. Ολομ. 2778/1988, 3193/2009, 677/2010), ότι οι προσβαλλόμενες   πράξεις   είναι   πλημμελείς,   διότι   με   αυτές   επιτρέπεται   η εγκατάσταση αιολικού πάρκου σε αναδασωτέα έκταση, δεν παρίσταται προδήλως βάσιμος, δεδομένου ότι οι πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν υπό την ισχύ διαφορετικού νομικού καθεστώτος και επί υποθέσεων με διαφορετικά πραγματικά δεδομένα, αφού δεν αφορούσαν σταθμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αλλά διαφορετικά έργα.

7. Επειδή, περαιτέρω, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι οι προσβαλλόμενες  πράξεις  είναι πλημμελείς διότι δεν προηγήθηκε χωρικός σχεδιασμός δηλαδή θεσμοθέτηση τουλάχιστον περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (Π.ΟΑΠ.Δ.), κατά το άρθρο 10 ν. 2742/1999,   δεν   παρίσταται   προδήλως βάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα, εκδόθηκαν ήδη και   περιέχουν σχετικές ρυθμίσεις, τόσο το Περιφερειακό Χωροταξικό Στερεάς Ελλάδας, όσο και το Ειδικό Χωροταξικό των Α.Π.Ε.

8. Επειδή, εξάλλου, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) συνιστούν πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον, βασική συνιστώσα της αειφόρου ανάπτυξης, η δε ανάπτυξη τους αποτελεί βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια του ενεργειακού σχεδιασμού. Συγκεκριμένα, με βάση την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, που μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τις ρυθμίσεις του ν. 3468/2006, το ποσοστό συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας πρέπει να ανέλθει μέχρι το 2010 σε 20,1% και μέχρι το 2020 σε 29%. Τέλος,  στο πλαίσιο του  Πρωτοκόλλου του  Κιότο (ν.  3017/2002, Α'  117),  η Ελλάδα   έχει   αναλάβει   για   την   περίοδο   2008-2012   σχετική   υποχρέωση συγκράτησης της αύξησης των εκπομπών της, προωθώντας, μεταξύ άλλων, και τη χρήση Α.Π.Ε. για την παραγωγή ηλεκτρισμού.

9. Επειδή, η προώθηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αποτελεί περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα, κατά τα ήδη εκτεθέντα, περιλαμβάνεται δε μεταξύ των στόχων του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Στερεάς Ελλάδας, ενώ και το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για την Α.Π.Ε. επιτρέπει την εγκατάσταση   τους σε δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις. Εξάλλου, η συνισταμένη στην οπτική υποβάθμιση και εν γένει αλλοίωση του τοπίου βλάβη είναι κατ’ αρχήν επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως με την απεγκατάσταση των ανεμογεννητριών και την απομάκρυνση του απαραίτητου για τη λειτουργία τους εξοπλισμού (Ε.Α. 689, 466/2009, 569/2010). Ενόψει όλων αυτών, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη περαιτέρω, ότι, με την απόφαση εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, στην οποία έχει ενσωματωθεί άδεια επέμβασης στην επίμαχη έκταση, έχουν τεθεί όροι για τη μείωση των συνεπειών από την εκτέλεση του έργου και την αποτροπή της βλάβης, την οποία επικαλούνται οι αιτούντες, όπως οι όροι για τον περιορισμό στο ελάχιστο φθοράς δασικής βλάστησης, την αποκατάσταση, με ειδική δασοτεχνική μελέτη δασικού περιβάλλοντος που θα αλλοιωθεί, και την κατασκευή του οικίσκου ελέγχου σε έκταση χωρίς δασική βλάστηση και με υλικά εναρμονιζόμενα με το φυσικό περιβάλλον, σταθμίζοντας και τη βλάβη, την οποία συνεπάγεται τυχόν χορήγηση της επιδιωκόμενης αναστολής σε βάρος της δικαιούχου των αδειών εταιρείας, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος αναστολής εκτελέσεως των προσβαλλόμενων πράξεων. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις, οι προβαλλόμενοι με την αίτηση ακυρώσεως λόγο δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Επιτροπή Αναστολών ΣτΕ 31/2011

 [Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων

Νοτιοανατολικής Αττικής]

 

Απορρίφθηκε αίτηση του Δήμου Κερατέας Αττικής για την αναστολή εκτέλεσης της 142931/2009 κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία παρατάθηκε μέχρι 30.10.2013 η χρονική διάρκεια ισχύος των περιβαλλοντικών όρων του έργου «Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων Νοτιοανατολικής Αττικής» στη θέση Βραγόνι Κερατέας-Λαυρεωτικής, οι οποίοι είχαν εγκριθεί με την 136946/2003 κοινή υπουργική απόφαση.

 

Βασικές σκέψεις

 

O Δήμος Kερατέας ισχυρίστηκε με την αίτησή του ότι πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης λόγω προδήλου βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου ακυρώσεως ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, διότι ο φάκελος που υποβλήθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. δεν περιλαμβάνει τα ελάχιστα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία και, συγκεκριμένα, δεν περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επικαιροποιημένα στοιχεία του έργου, που αφορούν την εξέλιξή του και τις μεταβολές που έχουν επέλθει στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατό να εκτιμηθεί αν απαιτείτο εν προκειμένω η υποβολή νέας Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

Η Επιτροπή Αναστολών (Ε.Α.) του Δικαστηρίου έκανε, ωστόσο, δεκτό ότι στον υποβληθέντα φάκελο γίνεται αναφορά στο είδος και το μέγεθος του έργου, μνημονεύονται στοιχεία που αφορούν τη μέχρι τη σύνταξη αυτού εξέλιξη και λειτουργία του έργου και περιγράφονται οι τυχόν μεταβολές που έχουν επέλθει στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής του έργου στο διάστημα που είχε παρέλθει από την αρχική έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, περαιτέρω δε, στον εν λόγω φάκελο γίνεται μνεία του γεγονότος ότι στην άμεση περιοχή του έργου και σε περιμετρική ζώνη ενός χιλιομέτρου δεν έχουν υπάρξει σημαντικές αλλαγές του φυσικού ή ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως δεν παρίσταται προδήλως βάσιμος.

Εξ άλλου, προδήλως βάσιμος δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την κρίση της Ε.Α., ούτε ο λόγος ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα, διότι δεν τηρήθηκε από την αρχή η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, αν και έχουν επέλθει ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις του επίδικου έργου στο περιβάλλον. Και τούτο διότι, τα γεγονότα που επικαλέστηκε ο αιτών Δήμος (πυρκαγιές δασικών εκτάσεων τα έτη 2006, 2007 και 2008 στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Αττικής και στην περιοχή της Κερατέας κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2009, καθώς και πλημμυρικά φαινόμενα το χειμώνα του έτους 2008 και την άνοιξη του έτους 2009 στην ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης του έργου) δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι συνιστούν ουσιώδεις μεταβολές. Με την ίδια απόφαση της Ε.Α. έγινε εν συνεχεία δεκτό ότι, ενόψει των ανωτέρω, δεν είναι προδήλως βάσιμος ο περαιτέρω προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι δεν κλήθηκε να γνωμοδοτήσει εκ νέου το Νομαρχιακό Συμβούλιο, ούτε τηρήθηκαν εκ νέου οι διαδικασίες ενημέρωσης του κοινού, αφού οι τύποι αυτοί είχαν τηρηθεί κατά την έκδοση της αρχικής έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Ο Δήμος Κερατέας προέβαλε επιπροσθέτως ότι έπρεπε να τηρηθεί εξ αρχής η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης του επίδικου έργου, αφενός για να εξετασθεί η εναλλακτική λύση μετατροπής του επίδικου Χ.Υ.Τ.Α. σε Χ.Υ.Τ.Υ., ώστε να εναρμονίζεται και με τις κατευθύνσεις του Περιφερειακού Σχεδίου Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων της Περιφέρειας Αττικής, αφετέρου για να εκτιμηθούν εναλλακτικές λύσεις διάθεσης των απορριμμάτων βάσει των νεότερων τεχνολογικών εξελίξεων. Με την ανωτέρω απόφαση της Ε.Α. κρίθηκε, ωστόσο, ότι, δεδομένου ότι με τον εθνικό σχεδιασμό διαχείρισης των αποβλήτων της Περιφέρειας Αττικής προβλέφθηκε για την Περιφέρεια Αττικής όχι απλώς η λειτουργία Χ.Υ.Τ.Α., αλλά ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α.), δηλαδή μονάδων, οι οποίες περιλαμβάνουν κέντρο διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών (Κ.Δ.Α.Υ.), μονάδα προεπεξεργασίας και μονάδα κομποστοποίησης, που έχουν ως κοινό σκοπό την ανάκτηση υλικών και την αξιοποίηση απορριμμάτων με συνέπεια να διοχετεύονται προς ταφή στους Χ.Υ.Τ.Α. τα υπολείμματα και μόνο, μετά την επεξεργασία που πραγματοποιείται στις παραπάνω μονάδες, εφόσον δε προκρίθηκε από τον κανονιστικό νομοθέτη τρόπος διάθεσης, ο οποίος περιλαμβάνεται στις προβλεπόμενες από την Οδηγία 91/156 μεθόδους και είναι σύμφωνος με τα κριτήρια της προστασίας της βιώσιμης ανάπτυξης και της δημόσιας υγείας, ουδόλως υφίστατο υποχρέωση αναφοράς και σε άλλες, εναλλακτικές μεθόδους επεξεργασίας.

Περαιτέρω, και ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3164/2003, με την οποία εγκρίθηκε η Β΄ φάση του σχεδιασμού της διαχείρισης των στερεών αποβλήτων της Περιφέρειας Αττικής και καθορίστηκαν ως κατάλληλες για τη Νοτιοανατολική Αττική οι θέσεις «Βραγόνι» Κερατέας-Λαυρεωτικής και «Λατομεία Κυριακού» Κρωπίας, δεν παρίσταται, κατά την κρίση της Ε.Α. προδήλως βάσιμος, διότι με προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ήδη κριθεί ότι η διάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα. Με την ίδια απόφαση της Ε.Α. έγινε, τέλος, δεκτό ότι το ζήτημα της αξιολόγησης της καταλληλότητας της επιλεγείσας θέσης για την εγκατάσταση Ο.Ε.Δ.Α. στη Νοτιοανατολική Αττική από την άποψη της γειτνίασης με τον αρχαιολογικό χώρο του Οβριοκάστρου Κερατέας και της τυχόν επερχόμενης βλάβης από την κατασκευή και λειτουργία του έργου στις παρακείμενες αρχαιότητες έχει ήδη ερευνηθεί με την 2862/2007 απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως κατά της αρχικής πράξης έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων του επίμαχου έργου (136946/2003 Κ.Υ.Α.) και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η θέση “Βραγόνι” Κερατέας-Λαυρεωτικής βρίσκεται πλησίον του αρχαιολογικού χώρου Οβριοκάστρου, στον οποίο έχει καθοριστεί ζώνη απόλυτης προστασίας …. όπου απαγορεύεται οποιαδήποτε οικοδομική ή άλλη δραστηριότητα, πλην της αγροτικής, αλλά δεν εφάπτεται αυτού ή του ορίου προστασίας του. Η θέση Χ.Υ.Τ.Α. της Ο.Ε.Δ.Α. βρίσκεται εκτός των ορίων της Ζώνης Προστασίας του αρχαιολογικού χώρου και σε απόσταση περίπου 600 μ., ενώ το όριο της Ο.Ε.Δ.Α. απέχει από το όριο της Ζώνης Προστασίας του αρχαιολογικού χώρου 300 μ. Εξ άλλου, σύμφωνα με το 7095/2003 έγγραφο της Β΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, δεν δημιουργείται πρόβλημα από την εγκατάσταση διαχείρισης αποβλήτων για τον αρχαιολογικό χώρο, ο οποίος είναι οχυρωμένος οικισμός στην κορυφή του λόφου Οβριόκαστρο, …. στην ίδια δε την πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου έχει περιληφθεί όρος για τη διαδικασία παρακολούθησης της κατασκευής του έργου από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Επίσης, η ευρύτερη περιοχή της Λαυρεωτικής έχει χαρακτηριστεί ως τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, χωρίς να υπάρχει μνεία για απαγόρευση χρήσεων εκ του γεγονότος αυτού, σύμφωνα δε με την εγκεκριμένη Ζ.Ο.Ε. Λαυρεωτικής, η θέση της Ο.Ε.Δ.Α. βρίσκεται εντός του ορίου προστασίας των ορεινών όγκων της Λαυρεωτικής στη Ζώνη Α΄, στην οποία επιτρέπεται η χωροθέτηση διαδημοτικών Ο.Ε.Δ.Α., εφόσον αυτές εντάσσονται σε γενικότερο σχεδιασμό». Σύμφωνα, εξ άλλου, με την κρίση της Ε.Α., τα ως άνω νομικά και πραγματικά δεδομένα δεν προκύπτει ότι έχουν μεταβληθεί· μόνη δε η επίκληση από το Δήμο Κερατέας του περιεχομένου εγγράφου της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ότι ««έχουν αλλάξει τα επιστημονικά δεδομένα χρονολόγησης και εκτίμησης της θέσης», βασίζεται, όμως σε βιβλιογραφικές αναφορές του 1995, όπως αναφέρεται και στο από 21.12.2010 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού προς το Δικαστήριο, στο οποίο βεβαιώνεται και ότι δεν έχουν προκύψει νέα αρχαιολογικά δεδομένα ως προς το επίμαχο έργο, δεν αρκεί για να πιθανολογηθεί κίνδυνος βλάβης του αρχαιολογικού χώρου ούτε πρόδηλη βασιμότητα του λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη διότι έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ενόψει, μάλιστα, και του γεγονότος ότι πριν την έναρξη των εργασιών κατασκευής του έργου επιβάλλεται να διενεργηθεί αυτοψία από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία προκειμένου να διαπιστωθεί αν εντοπίζονται αρχαιότητες και, σε καταφατική περίπτωση, να πραγματοποιηθεί ανασκαφική έρευνα, σύμφωνα με ρητούς όρους, οι οποίοι περιλήφθηκαν στην αρχική Κ.Υ.Α.

Κατόπιν των ανωτέρω και συνεκτιμώντας επιπροσθέτως ότι: α) δεν αποκλείεται η δημιουργία χώρων υγειονομικής ταφής σε έκταση δασικού χαρακτήρα, όπως η έκταση, στην οποία πρόκειται να κατασκευασθεί το επίμαχο έργο, β) ότι πρόκειται για έργο υποδομής, απαραίτητο για την προστασία της δημόσιας υγείας από κινδύνους που δημιουργούνται ιδίως από τη λειτουργία χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (Χ.Α.Δ.Α.), δεδομένου, μάλιστα, ότι τέτοιος χώρος (Χ.Α.Δ.Α.) λειτουργεί σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το επίδικο έργο, και γ) ότι, σύμφωνα με προειδοποίηση, την οποία απέστειλε τον Οκτώβριο του 2010 ο Τομέας Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από καταδικαστική απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας από το ΔΕΚ λόγω της λειτουργίας Χ.Α.Δ.Α., τελευταία προθεσμία αποκατάστασης των Χ.Α.Δ.Α. είναι η 31η.12.2010, μετά την πάροδο της οποίας θα ακολουθήσει καταδικαστική απόφαση, εντός του 2011, που θα επιβάλει βαρύτατα πρόστιμα σε βάρος της Χώρας, η Ε.Α ήχθη στην κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης.

Αποστολή σε email Εκτύπωση