Δραστηριότητες, μέλη και συνεργάτες της εταιρίας
Εθνικά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα
Φάκελοι
Θέματα περιβαλλοντικής επικαιρότητας
Επιστημονικές συμβολές
Βιβλιοθήκη Περιβαλλοντικού Δικαίου
Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας
Πορίσματα και Εκθέσεις του Συνήγορου του Πολίτη
Νέες εκδόσεις
Επισκόπηση Περιοδικού Τύπου
Εκδηλώσεις, συνέδρια, ημερίδες και περιβαλλοντικοί διάλογοι


 
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2013/Ι


Περιεχόμενα

- ΣτΕ 2005/2013 [Νόμιμη διαταγή κατεδάφισης αυθαίρετης κατασκευής σε ιδιωτική αναδασωτέα έκταση]

- ΣτΕ 1994/2013 [Ορθή η πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε σιωπηρή άρνηση για άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης]

- ΣτΕ 1492/2013 [Περιβαλλοντική αδειοδότηση Μεταλλείων Χρυσού στη Χαλκιδική]

- ΣτΕ 1422/2013 [Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ. Αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης και προθεσμία συμπλήρωσης ειδικότερης ρύθμισης]

- ΣτΕ 1421/2013 [Νόμιμο το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ]

- ΣτΕ 4413/2012 [Παράνομη ΑΕΠΟ για ΘΗΣ σε περιοχή Natura]

- ΣτΕ 5932/2012 [Παράνομη απόρριψη αίτησης για άρση αναδάσωσης]

 - ΣτΕ Ολ. 662/2012 [Προσωρινή αναστολή σφράγισης βιομηχανικής μονάδας στην περιοχή του Ασωπού]. Σχόλιο της Μ. Μπούζη, δικηγόρου

- ΣτΕ Ολ. 33/2013 * [Νόμιμα αιτιολογημένη πράξη αναδάσωσης]

- ΣτΕ Ολ. 32/2013 [Αντισυνταγματικότητα του ν. 3147/2003 ως προς τον ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης]. Σχόλιο της Κλ. Πουϊκλή, Υπ. Διδάκτoρος Δικαίου Περιβάλλοντος

- ΣτΕ 4846/2012 [Νόμιμο π.δ. για την έγκριση ΖΟΕ στην ευρύτερη περιοχή των Μεσογείων και η ένταξη τμήματός της στις καθοριζόμενες ζώνες πρασίνου]

- ΣτΕ 4064/2012 [Προθεσμίες στο πλαίσιο της ενδικοφανούς διαδικασίας χαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων]

 

ΣτΕ 2005/2013

[Νόμιμη διαταγή κατεδάφισης αυθαίρετης κατασκευής σε ιδιωτική αναδασωτέα έκταση]

 

Πρόεδρος: Ν. Ρόζος

Εισηγητής: Δ. Σκούφαλος

 

Προϋπόθεση για τη νομιμότητα διαταγής κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος είναι, μεταξύ άλλων, η διαπίστωση της ανέγερσης του εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης. Η σχετική κρίση της Διοίκησης πρέπει, εν όψει των συνεπειών της, να είναι πλήρως αιτιολογημένη, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου. 

Η κλήτευση του φερόμενου ως κυρίου οικοδομής που κατασκευάσθηκε αυθαίρετα εντός δάσους, πριν από την έκδοση της περί κατεδαφίσεώς της απόφασης αποσκοπεί στην παροχή σ' αυτόν της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και αποτελεί, ενόψει του λόγου που την δικαιολογεί και των συνεπειών της τελευταίας αυτής απόφασης, ουσιώδη τύπο της οικείας διαδικασίας, η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση του οποίου συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης περί κατεδαφίσεως. Εφόσον δε η τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου προβλέπεται ευθέως από τον νόμο, είναι άνευ σημασίας αν η προηγούμενη κλήτευση του ενδιαφερομένου προς παροχή εξηγήσεων θα ήταν, εν προκειμένω, αναγκαία και βάσει των ορισμών του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος.

Τυχόν πλημμέλειες ως προς τη βεβαίωση της πιστοποίησης της ακρίβειας στο αντίγραφο που κοινοποιήθηκε στον διοικούμενο δεν καθιστούσαν άνευ ετέρου άκυρη την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να επιδράσουν στην έναρξη της προθεσμίας άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως αυτής.

Το γεγονός ότι το όργανο που υπογράφει την πρόσκληση, δεν ταυτίζεται με το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, δεν συνεπάγεται παράβαση του προαναφερόμενου ουσιώδους τύπου της διαδικασίας αφού, πάντως, ο Δασάρχης, ο οποίος είναι αρμόδιος για το χαρακτηρισμό ορισμένης εκτάσεως ως δασικής καθώς και για τη διατύπωση εισηγήσεως για την κήρυξή της ως αναδασωτέας, συμμετέχει στη διαδικασία κατεδάφισης των αυθαιρέτων κτισμάτων εντός δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων. Στο πλαίσιο δε της συμμετοχής του αυτής είναι δυνατόν να προσκαλεί τον ενδιαφερόμενο προς παροχή εξηγήσεων ενόψει της κήρυξης των αυθαίρετων κτισμάτων ως κατεδαφιστέων, τις εξηγήσεις δε αυτές εναπόκειται περαιτέρω στον οικείο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας να αξιολογήσει πριν προβεί στην κήρυξη των κτισμάτων ως κατεδαφιστέων.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς η εξαφάνιση της 626/2004 αποφάσεως της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της εφεσιβλήτου κατά της 90/24.2.2003 πράξεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής.  Με την τελευταία αυτή πράξη διατάχθηκε η κατεδάφιση αυθαίρετης κατασκευής, την οποία κατασκεύασε η εφεσίβλητη σε ιδιωτική δασική έκταση στη θέση «Λαπούτσι - Γκράβα – Χαμολιά» του Δήμου Μαρκοπούλου Μεσογαίας.

3. Επειδή, όπως προκύπτει από το 1044/20.4.2006 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που εξέδωσε η Ληξίαρχος του Δήμου Χαλανδρίου, η εφεσίβλητη Δ. Μ. απεβίωσε στις 30.5.2004, δηλαδή μετά την άσκηση, στις 6.5.2004, της κρινόμενης εφέσεως, και κατέλιπε, μεταξύ άλλων, ως νόμιμο κληρονόμο,  σύμφωνα με το 643/2005 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, τον σύζυγό της Ζαχαρία Μακράκη, ο οποίος υπέβαλε, με το από 10.12.2012 υπόμνημα προς το Δικαστήριο, δήλωση συνεχίσεως της εκκρεμούς δίκης, κατέθεσε δε το 3163/18.10.2012 γενικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Μ. Σ. προς τον υπογράφοντα το εν λόγω υπόμνημα δικηγόρο Αθηνών Α. Κ.

4. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88), «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ... την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος ... ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση ... και με χρηματική ποινή ... », ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «2. ... Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), του οποίου γίνεται επίκληση στο προοίμιο της προσβληθείσης 90/24.2.2003 πράξεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, «1. Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά ... », ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, «2. Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχη από την τεχνική υπηρεσία της νομαρχίας με την συνδρομή της δασικής υπηρεσίας … ». Τέλος, κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «3. Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη [και ήδη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας] περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου ...», ενώ, κατά την παρ. 6 του αυτού άρθρου, «6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του Ν. 998/1979».

5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προϋπόθεση για τη νομιμότητα διαταγής κατεδαφίσεως αυθαιρέτου κτίσματος είναι, μεταξύ άλλων, η διαπίστωση της ανεγέρσεώς του εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας εκτάσεως. Η σχετική κρίση της Διοικήσεως πρέπει, εν όψει των συνεπειών της, να είναι πλήρως αιτιολογημένη, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου.  Εξάλλου, η ειδικώς προβλεπόμενη και λεπτομερώς ρυθμιζόμενη από την παρ. 3 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 κλήτευση του φερομένου ως κυρίου οικοδομής, που κατασκευάσθηκε αυθαιρέτως εντός δάσους, πριν από την έκδοση της περί κατεδαφίσεώς της αποφάσεως, αποσκοπεί στην παροχή σ' αυτόν της δυνατότητας να εκθέσει τις επί του θέματος απόψεις του και αποτελεί, ενόψει του λόγου που την δικαιολογεί και των συνεπειών της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ουσιώδη τύπο της οικείας διαδικασίας, η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση του οποίου συνεπάγεται ακυρότητα της αποφάσεως περί κατεδαφίσεως. Εφόσον δε η τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου προβλέπεται ευθέως από τον νόμο, είναι άνευ σημασίας αν η προηγούμενη κλήτευση του ενδιαφερομένου προς παροχή εξηγήσεων θα ήταν, εν προκειμένω, αναγκαία και βάσει των ορισμών του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος (Σ.τ.Ε. 877/2010 κ.ά.).

6. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην από 1.12.1993 έκθεση αυτοψίας του Δασονόμου Μαρκοπούλου Π. Κ., η εφεσίβλητη, κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου του έτους 1993,  προέβη στην εκχέρσωση ιδιωτικού δάσους χαλεπίου πεύκης εμβαδού 114 τ.μ. και στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος διαστάσεων 9 επί 7,5 μ. επί έξι υποστυλωμάτων και βάσεως στη θέση «Λαπούτσι-Γκράβα-Χαμολιά» της περιφέρειας του Δήμου Μαρκοπούλου.  Η καταληφθείσα έκταση, η οποία έχει έδαφος ασβεστολιθικό, κλίση 40% και έκθεση βόρεια, ανήκει στην Συνεταιριστική Οινοβιομηχανία «Μ», καλυπτόταν, πριν από την κατάληψή της, από χαλέπιο πεύκη συνορεύει δε ανατολικά, δυτικά και νότια με ιδιωτικό δάσος χαλεπίου πεύκης και στα βόρεια με αγροτικό-δασικό δρόμο και ιδιωτικό δάσος χαλεπίου πεύκης.  Ακολούθως, με την 532/14.4.1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής (Δ΄ 455/11.5.1994), η επίδικη έκταση, όπως απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Δασονόμου Μαρκοπούλου Π. Κ., το οποίο δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. με την εν λόγω νομαρχιακή απόφαση, κηρύχθηκε αναδασωτέα.  Κατά της αποφάσεως αναδασώσεως η εφεσίβλητη άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, από την οποία, όμως, υπέβαλε παραίτηση (βλ. το από 2068/2002 πρακτικό παραιτήσεως).  Επακολούθησε η έκδοση της 90/24.2.2003 πράξεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία, κατόπιν της 7848/21.12.1993 προσκλήσεως για κατεδάφιση, διατάχθηκε η απομάκρυνση των ως άνω αυθαίρετων κατασκευών.  Περαιτέρω, αίτηση ακυρώσεως της εφεσιβλήτου κατά της ανωτέρω 90/24.2.2003 πράξεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής έγινε δεκτή με την εφεσιβαλόμενη 626/2004 απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κριθέντος ότι ήταν βάσιμος ο προσβαλλόμενος λόγος και ότι η εν λόγω πράξη δεν έφερε την υπογραφή του οργάνου που την εξέδωσε, δηλαδή του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, της ελλείψεως αυτής μη καλυπτομένης από την απλή αναγραφή του ονόματος αυτού.

7. Επειδή, η κρίση αυτή της εκκαλούμενης είναι εσφαλμένη, διότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το ακριβές αντίγραφο της πράξεως κατεδαφίσεως που προσκομίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου φέρει τα απαιτούμενα για την απόδειξη της εκδόσεώς του στοιχεία, δηλαδή τον τίτλο της υπηρεσίας, τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία εκδόσεώς του, το όνομα, το επώνυμο και την ιδιότητα των διοικητικού οργάνου που το εξέδωσε και, τέλος, το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που βεβαιώνει την ακρίβεια των ανωτέρω στοιχείων, την ημερομηνία της βεβαιώσεως και τη σφραγίδα της υπηρεσίας καθώς και την ένδειξη «ακριβές αντίγραφο», η έννοια της οποίας προϋποθέτει την υπογραφή του πρωτοτύπου εγγράφου από το αρμόδιο όργανο  (βλ. Σ.τ.Ε. 2888/2012).  Εξάλλου, τυχόν πλημμέλειες ως προς την βεβαίωση της πιστοποιήσεως της ακρίβειας στο αντίγραφο που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητο δεν καθιστούσαν άνευ ετέρου άκυρη την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να επιδράσουν στην έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως αυτής (Σ.τ.Ε. 2404/2009).  Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε τα αντίθετα, πρέπει να εξαφανισθεί για τον βάσιμο σχετικό προβαλλόμενο λόγο εφέσεως, να εξετασθεί δε, περαιτέρω, κατ’ άρθρο 64 του π.δ/τος 18/1989, η αίτηση ακυρώσεως, προκειμένου να κριθεί αν προβάλλονται βασίμως με αυτήν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως.

8. Επειδή, προβάλλεται ότι η 7848/21.12.1993 πρόσκληση προς κατεδάφιση αποτελεί διαταγή της διοικητικής αρχής προς την αιτούσα να προβεί σε ορισμένη ενέργεια και δεν παρείχε στην ίδια τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του ενόψει της επικείμενης, βλαπτικής για τα συμφέροντά της, πράξεως κατεδαφίσεως, και ότι, συνεπώς, η πρόσκληση αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις της προηγούμενης κλήσεως σε ακρόαση, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45). Ο λόγος είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πέμπτη σκέψη, διότι, κατά τα παγίως κριθέντα (Σ.τ.Ε. 1942/2008 κ.ά.), η προβλεπόμενη από το άρθρο 114 παρ. 3 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 2145/1993, κλήτευση του ενδιαφερομένου, η οποία αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, δεν αποτελεί, πάντως, απλή διαταγή προς κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών, αλλά και πρόσκληση για να εκθέσει τις απόψεις του, στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του Δασοφύλακα Ν. Β., η 7848/21.12.1993 πρόσκληση προς κατεδάφιση επιδόθηκε νομοτύπως στην αιτούσα στις 9.10.2002. 

9. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη κατεδαφίσεως υπήρξε πλημμελής για το λόγο ότι η προηγηθείσα αυτής 7848/21.12.1993 πρόσκληση προς κατεδάφιση υπογραφόταν από το Δασάρχη Πεντέλης αντί του ίδιου του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, ο οποίος εξέδωσε την 90/24.2.2003 απόφαση κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων κατασκευών της αιτούσας. Το γεγονός, όμως, ότι το όργανο που υπογράφει την ως άνω πρόσκληση, δεν ταυτίζεται με το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, δεν συνεπάγεται παράβαση του προαναφερόμενου ουσιώδους τύπου της διαδικασίας αφού, πάντως, ο Δασάρχης, ο οποίος είναι αρμόδιος για το χαρακτηρισμό ορισμένης εκτάσεως ως δασικής (άρθρο 14 του ν. 998/1989), καθώς και για τη διατύπωση εισηγήσεως για την κήρυξή της ως αναδασωτέας (άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979), συμμετέχει στη διαδικασία κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων κτισμάτων εντός δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων κατά τη ρητή πρόβλεψη του παρατιθέμενου στη σκέψη 4 του άρθρου 114 παρ. 2 του ν. 1892/1990, στα πλαίσια δε της συμμετοχής του αυτής είναι δυνατόν να προσκαλεί τον ενδιαφερόμενο προς παροχή εξηγήσεων ενόψει της κηρύξεως των αυθαιρέτων κτισμάτων ως κατεδαφιστέων, τις εξηγήσεις δε αυτές εναπόκειται περαιτέρω στον οικείο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας να αξιολογήσει πριν προβεί στην κήρυξη των κτισμάτων ως κατεδαφιστέων (βλ. Σ.τ.Ε. 1942/2008 κ.ά.).

10. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ανωτέρω 7848/21.12.1993 πρόσκληση είναι πλημμελής διότι δεν φέρει την υπογραφή του οργάνου που διατελούσε Δασάρχης Πεντέλης κατά το χρόνο εκδόσεως της 90/24.2.2003 πράξεως κατεδαφίσεως αλλά του οργάνου που διατέλεσε Δασάρχης Πεντέλης προ δεκαετίας, είναι αβάσιμος δεδομένου ότι δεν απαιτείται από το νόμο ο φορέας του οργάνου που εξέδωσε την πρόσκληση να συμπίπτει με τον φορέα του αυτού οργάνου κατά την έκδοση της πράξεως κατεδαφίσεως.  Εξάλλου, ο λόγος αυτός, εάν έχει την έννοια ότι παρήλθε μη εύλογο χρονικό διάστημα από την έκδοση της κλητεύσεως (21.12.1993) μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως κατεδαφίσεως (24.2.2003), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η αιτούσα δεν προβάλλει ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι μεταβλήθηκαν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της προσβαλλομένης και επί των οποίων κλήθηκε να παράσχει τις εξηγήσεις της (πρβλ. Σ.τ.Ε. 5378/2012).  

11. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη κατεδαφίσεως είναι ακυρωτέα διότι τα σκαριφήματα που την συνοδεύουν δεν έχουν συνταχθεί από τα αρμόδια όργανα και δεν προσδιορίζουν με ακρίβεια την ταυτότητα της επίδικης εκτάσεως και των ανεγερθεισών κατασκευών.  Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από το τοπογραφικό διάγραμμα (κλίμακα 1:100), το οποίο συντάχθηκε από τον διενεργήσαντα την αυτοψία αρμόδιο Δασονόμο Μαρκοπούλου Π. Κανελλόπουλο, καθώς και το οικείο απόσπασμα πινακίδας της Γ.Υ.Σ. (κλίμακα 1:5000), προκύπτουν, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην έκτη σκέψη,  η γεωγραφική θέση, το εμβαδόν, ο προσανατολισμός και τα όρια της εκτάσεως καθώς και η περιγραφή των αυθαίρετων κατασκευών (Σ.τ.Ε. 171/2003).

12. Επειδή, κατά την αιτούσα, η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του αγροκτήματος Βραώνος, το οποίο, κατόπιν εγκρίσεων του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και του Συμβουλίου Εποικισμού, πωλήθηκε από την Ιερά Μονή Πεντέλης στον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Μαρκοπούλου Αττικής «ΜΑΡΚΟ» με σκοπό την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, ακολούθως δε περιήλθε, λόγω πωλήσεως από τον εν λόγω Συνεταιρισμό, στην αιτούσα Δ. Μ. δυνάμει του 18640/1978 συμβολαιογραφικού εγγράφου του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Α.  Εν όψει τούτων, προβάλλεται, κατ’ επίκληση των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3147/2003 (Α΄ 135/5.6.2003), με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του ν. 1734/1987 (Α΄ 189), της παραγράφου 7 του ανωτέρω άρθρου 1 καθώς και της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του εν λόγω ν. 3147/2003, ότι η επίδικη έκταση φέρει εποικιστικό χαρακτήρα και υπάγεται στην αγροτική νομοθεσία.  Ο λόγος, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων καθώς και της εννοίας που επιχειρεί να προσδώσει σε αυτές η αιτούσα, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι, προεχόντως, οι διατάξεις αυτές δεν ίσχυαν, κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης 90/24.2.2003 πράξεως κατεδαφίσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1672/2007, 1104/2006, 4456/2005).

13. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην έκτη σκέψη, η επίδικη έκταση, κηρύχθηκε αναδασωτέα με την 532/14.4.1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής (Δ΄ 455/11.5.1994), η οποία δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι είχε ανακληθεί ή ακυρωθεί, όπως δε ειδικότερα εκτίθεται στη ενδέκατη σκέψη, η ταυτότητα της εν λόγω εκτάσεως και των ανεγερθεισών κατασκευών προκύπτει σαφώς από το οικείο τοπογραφικό διάγραμμα του Δασονόμου Μαρκοπούλου Π. Κ. καθώς και το απόσπασμα πινακίδας της Γ.Υ.Σ., τα οποία συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη κατεδαφίσεως και δημοσιεύθηκαν με την απόφαση αναδασώσεως στο ανωτέρω Φ.Ε.Κ.  Εν όψει τούτων, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η επίδικη έκταση δεν κηρύχθηκε αναδασωτέα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις περί χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής κατ’ άρθρο 3 του ν. 998/1979, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι οι διατάξεις, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη κατεδαφίσεως προβλέπουν ρητώς ότι το προβλεπόμενο από αυτές μέτρο της κατεδαφίσεως αυθαιρέτων κατασκευών εφαρμόζεται και επί αναδασωτέων εκτάσεων (Σ.τ.Ε. 4459/2005).

14. Επειδή, οι λόγοι ακυρώσεως που στρέφονται κατά της πράξεως αναδασώσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι στρέφονται κατά ατομικής διοικητικής πράξεως που δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως (Σ.τ.Ε. 4446/2009 κ.ά.).

          15. Επειδή, τέλος, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι όλοι οι λόγοι ακυρώσεως που δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά προβάλλονται το πρώτον είτε με το από 31.10.2003 υπόμνημα της αιτούσας ενώπιον της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών είτε με το από 10.12.2012 υπόμνημα του κληρονόμου της αιτούσας Ζ. Μ. ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 


 

   

 

      

 

ΣτΕ 1994/2013

[Ορθή η πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε σιωπηρή άρνηση

για άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής: Όλ. Παπαδοπούλου

Δικηγόροι: Εμμ. Στάγκας

 

Εάν, κατ’ αποδοχή της προσφυγής του φερόμενου ως ιδιοκτήτη, το δικαστήριο δεχθεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων άρσης της απαλλοτρίωσης και διατάξει τη Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη επί του θέματος, διατηρεί τη δυνατότητα, επικαλούμενη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, με οποιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπόψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτρίωσης, εάν κρίνει αιτιολογημένα ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν έχει κανένα εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου είναι νομίμως αιτιολογημένη, αφού, όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν πάντως κατά νόμον αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού και δηλώσεων φόρου κληρονομίας ούτε η μεταγραφή των σχετικών τίτλων κτήσεως δυνάμει κληρονομικής διαδοχής.

 

Βασικές σκέψεις

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, που ασκείται κατά νόμον χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 240/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την αναιρεσιβαλλομένη ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή προσφυγής της ήδη αναιρεσιβλήτου, η σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση, η οποία είχε επιβληθεί, με το β.δ. της 22.1-6.2.1971 (Δ΄ 34), στα ακίνητα με κτηματολογικές μερίδες γαιών Τριαντών 505 και 505 Α, τα οποία φέρονται ως ανήκοντα στην αναιρεσίβλητο και τα οποία ευρίσκονται εντός του σχεδίου πόλεως της πρώην Κοινότητας Τριαντών Ρόδου, που αποτέλεσε ακολούθως τον Δήμο Ιαλυσού Ρόδου.

2. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Τμήματος, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περίπτ. ε΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244).

3. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καίτοι δεν παρέστη ο αιτών Δήμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό της δικαστικής επιμελήτριας Δικαίας Νικηταρά, αντίγραφα της αιτήσεως και της από 7.1.2011 πράξεως του Προέδρου του Ε΄ Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου επιδόθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στον δικηγόρο Ε. Σ., ο οποίος υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος του αιτούντος.

4. Επειδή, ο αιτών Δήμος παραδεκτώς ασκεί την υπό κρίση αίτηση, ως ηττηθείς διάδικος στην επί της προσφυγής της αναιρεσιβλήτου δίκη, εφόσον στον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο Ε. Σ. παρεσχέθη σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα με την 36/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής.

5. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 21-12-2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 288), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 (Α΄ 30), αφενός μεν ορίσθηκε ότι αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές που γεννώνται από ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001), δηλαδή το οικείο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφετέρου δε καταργήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (όπως ίσχυε) περί υπαγωγής των διαφορών αυτών στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων. Εξ άλλου, η ισχύς του ανωτέρω άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ίδιας Πράξης, από την 1.1.2002. Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2882/2001 (Α΄ 17) προβλέπονται οι περιπτώσεις υποχρεωτικής ανακλήσεως και αυτοδίκαιης άρσεως αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 και 3), στην δε παρ. 4, στην οποία παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζεται ότι: «Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2719/1999) πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη». Σύμφωνα δε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2882/2001, ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει από την 7.5.2001. Ενόψει των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις και του χρόνου κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η ακυρωθείσα σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει τα ρυμοτομικά βάρη των επίδικων ακινήτων, αρμοδίως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα αυτά.

6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, καθώς και άλλα ρυμοτομικά βάρη που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, με τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων ή χώρων προοριζομένων για κοινωφελείς εν γένει χρήσεις, δεν επιτρέπεται να διατηρούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα εύλογα όρια, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση των απαλλοτριώσεων σύμφωνα με τον νόμο. Επομένως, όταν οι πολεοδομικές αυτές δεσμεύσεις της ιδιοκτησίας διατηρούνται πέραν του ευλόγου κατά τις περιστάσεις χρόνου, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως των βαρυνομένων ακινήτων, ανακύπτει υποχρέωση του αρμοδίου κατά περίπτωση οργάνου της Διοικήσεως να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους απαιτείται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης. Εξ άλλου, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, οφείλει, αφού τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, να επιληφθεί προκειμένου να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθόσον με μόνη την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση ενόψει της υποχρεώσεώς της που απορρέει από τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, βάσει, όμως, των κριτηρίων που απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος (βλ. ΣΕ 3908/2007 επτ. κ.ά.).

7. Επειδή, όπως έχει επίσης κριθεί (βλ. ΣΕ 3068/2009, 1815/2012, πρβλ. ΣΕ 2214/2006 επτ), η κατά το άρθρο 11 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του προαναφερθέντος ν. 2882/2001, διοικητική διαδικασία για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσεως απαλλοτριώσεως επί ακινήτου, αποβλέπουσα στην προστασία της ιδιοκτησίας από επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το κατά το Σύνταγμα ανεκτό όριο, κινείται, κατ’ αρχήν, από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη, υπέρ του οποίου και τάσσεται. Συνεπώς, ο αιτούμενος την άρση απαλλοτριώσεως λόγω παρόδου απράκτων των κατά νόμον χρονικών ορίων συντελέσεώς της, πρέπει, με την αίτησή του προς τη Διοίκηση, να υποβάλλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή του αιτήματος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, επίκαιρα, να τείνουν, δηλαδή, στην απόδειξη της κυριότητος κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Σε περίπτωση δε μη επαρκούς αποδείξεως ή αμφισβητήσεως της κυριότητας του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα επί του ζητήματος κρίση, ελεγκτή, περαιτέρω, από το τυχόν επιλαμβανόμενο της υποθέσεως αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Εν πάση, εξ άλλου, περιπτώσει, το τελευταίο αυτό δικαστήριο, οφείλει, στο πλαίσιο της κατά νόμο υποχρεώσεώς του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, να εξετάζει εάν, με βάση τα προσκομιζόμενα ή υφιστάμενα στοιχεία, αυτός φέρεται ως κύριος του επιμάχου ακινήτου, υποχρεούμενο, στην περίπτωση αυτή, να συνεξετάσει και αντιστοίχους καταλλήλως τεκμηριούμενους αντιθέτους ισχυρισμούς των λοιπών διαδίκων. Το δικαστήριο αυτό, πάντως, δεν επιλύει κατά την ως άνω δίκη οριστικώς το ζήτημα της τυχόν υπάρξεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων στο επίμαχο ακίνητο, ζήτημα για το οποίο, κατά το Σύνταγμα, τελικώς αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, έστω και εάν, κατ’ αποδοχή της προσφυγής του φερομένου ως ιδιοκτήτου, το δικαστήριο δεχθεί την συνδρομή των προϋποθέσεων άρσεως της απαλλοτριώσεως και διατάξει την Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη επί του θέματος, διατηρεί την δυνατότητα, επικαλουμένη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπόψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτριώσεως, εάν κρίνει αιτιολογημένα ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως δεν έχει κανένα εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο.

8. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, με το β.δ. της 22.1-6.2.1971 (Δ΄ 34), με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώην Κοινότητας Τριαντών Ρόδου και ακολούθως Δήμου Ιαλυσού Ρόδου, επιβλήθηκε ρυμοτομική απαλλοτρίωση σε δύο ακίνητα, φερόμενα ως ανήκοντα στην αναιρεσίβλητο, και ειδικότερα στα ακίνητα με κτηματολογικές μερίδες γαιών Τριαντών 505 και 505 Α, προκειμένου να δημιουργηθεί κοινόχρηστος χώρος [πλατεία]. Η δέσμευση αυτή διατηρήθηκε με το π.δ. της 8.8-4.9.1995 (Δ΄ 655), με το οποίο αναθεωρήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Ιαλυσσού. Η αναιρεσίβλητος, με την από 4.10.2005 εξώδικη δήλωση-αίτηση που επιδόθηκε στον Δήμο Ιαλυσού την 4.11.2005 ζήτησε την ανάκληση της απαλλοτριώσεως των ως άνω ακινήτων, λόγω της μη συντελέσεώς της για μακρό χρονικό διάστημα. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε σιωπηρώς με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την επίδοση της σχετικής αιτήσεως, ακολούθως δε η αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή ενώπιον του οικείου Διοικητικού Πρωτοδικείου και ζήτησε να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός της, ισχυριζόμενη ότι από την κήρυξη της επίμαχης απαλλοτριώσεως το έτος 1971 μέχρι την επίδοση της αιτήσεώς της για άρση παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 35 ετών, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως. Η ασκηθείσα προσφυγή έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το δικάσαν δικαστήριο έκρινε εν πρώτοις ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, στη σκέψη 12. Ακολούθως, κατ’ εκτίμηση και σχετικών εγγράφων που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητος και τα οποία ειδικώς μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι τόσο η αναιρεσίβλητος όσο και η δικαιοπάροχός της ζήτησαν κατ’ επανάληψη από τη Διοίκηση, με αιτήσεις τους, να επισπεύσει τη διαδικασία συντελέσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του καθ’ ου Δήμου ότι η προσφυγή ασκείται καταχρηστικώς. Περαιτέρω, έκρινε ότι από το έτος 1971, κατά το οποίο επιβλήθηκε η επίδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση των ακινήτων της αναιρεσιβλήτου και το οποίο αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της δεσμεύσεώς τους, μέχρι την αίτηση για άρση της απαλλοτριώσεως που επιδόθηκε στον καθ’ ου Δήμο την 4.11.2005, παρήλθε μακρότατος χρόνος, άνω των 30 ετών, χωρίς να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση. Έκρινε, επίσης, ότι την ως άνω υπέρβαση του ευλόγου χρόνου δεν δύνανται να δικαιολογήσουν ούτε οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ιαλυσού κατά τα έτη 1998, 2000 και 2002 περί συντάξεως πράξεως αναλογισμού, δεδομένου ότι τέτοια πράξη τελικώς δεν συντάχθηκε, ούτε η απόφαση του Δήμου για διερεύνηση της δυνατότητας εξαγοράς των επίμαχων ακινήτων, δεδομένου ότι η εξαγορά, η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε, δεν συνάπτεται με τη διαδικασία της απαλλοτριώσεως, αλλά αποτελεί διακριτή διαδικασία, ούτε, τέλος, η σύναψη, την 24.1.2005, συμβάσεως μεταξύ του Δήμου και τοπογράφου μηχανικού για τη σύνταξη μελέτης με αντικείμενο «Τοπογράφηση-Κτηματογράφηση και πράξη αναλογισμού στην περιοχή της οδού Διαγόρα». Συναφώς, έκρινε το δικαστήριο ότι η έκθεση πράξεως αναλογισμού υποχρέων ιδιοκτητών που συνετάγη από ιδιωτική εταιρεία μελετών τον Νοέμβριο έτους 2006, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι αφορά τα επίδικα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αποτελεί ενέργεια αναγόμενη στον μετά την άσκηση της προσφυγής χρόνο και ότι εφόσον, πάντως, δεν προκύπτει κύρωση της ανωτέρω εκθέσεως από τον Νομάρχη Δωδεκανήσου μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οι ενέργειες αυτές δεν «συνιστούν ιδιαίτερες συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την παράταση της δέσμευσης των ακινήτων της προσφεύγουσας». Περαιτέρω, έκρινε ότι ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου η σύνταξη πράξεως παραχωρήσεως των εν λόγω ακινήτων σε κοινή χρήση, απέρριψε δε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του καθ’ου Δήμου ότι τα ακίνητα αυτά αφέθηκαν σε κοινή χρήση πριν από το έτος 1972 και είναι έκτοτε κοινόχρηστα εν τοις πράγμασι. Τέλος, έκρινε ότι δεν συνάγεται ούτε εμμέσως βούληση της προσφεύγουσας και της δικαιοπαρόχου της να τεθούν τα επίμαχα ακίνητα σε κοινή χρήση. Με τις σκέψεις αυτές δέχθηκε την ασκηθείσα προσφυγή, ακύρωσε την σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει την επιβληθείσα το έτος 1971 ρυμοτομική απαλλοτρίωση και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση.

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών κ.λπ. προβλέπεται ως απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, η προσκόμιση πιστοποιητικού και δηλώσεων φόρου κληρονομίας του δικαιούχου που απέκτησε ακίνητο με κληρονομία και ότι, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου και απέρριψε τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα Δήμο σχετικό ισχυρισμό. Προβάλλεται, επίσης, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (κ.δ. 132/1929), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (Α΄ 298), σύμφωνα με τις οποίες όλες οι πράξεις μεταβιβάσεως δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου δεν έχουν αποτελέσματα πριν από την καταχώρισή τους στο Κτηματικό Βιβλίο.

10. Επειδή, στο άρθρο 105 του προαναφερθέντος Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266), ορίζονται τα εξής: «1. Με την επιφύλαξη … των διατάξεων … ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεώνεται, μετά από αίτηση του υπόχρεου σε φόρο, να χορηγεί σε αυτόν πιστοποιητικό, στο οποίο να φαίνεται η υποβολή της φορολογικής δήλωσης καθώς και η ολική ή μερική εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ή η απαλλαγή του από αυτές … 2. Το πιστοποιητικό … δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά την πάροδο έτους από την έκδοσή του … 3. …». Στο επόμενο δε άρθρο 106 ορίζονται τα εξής: «1. Απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια σε αίτηση των δικαιούχων της κτήσης κατά το άρθρο 1 ή των διαδόχων τους, που έχει υποβληθεί ενώπιον οποιασδήποτε δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, καθώς και σε αγωγή ή αίτηση και σε κάθε ένδικο μέσο που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου σχετικά με το αντικείμενο της κτήσης, εφόσον δεν προσάγεται πιστοποιητικό του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ότι υποβλήθηκε σε αυτόν η κατά το νόμο δήλωση ή εκδόθηκε από αυτόν πράξη επιβολής φόρου. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και κατά τη μεταγραφή οποιασδήποτε πράξης συμβολαιογραφικής ή πράξης δημόσιας αρχής ή απόφασης δικαστικής … 2. Η ένσταση για τη μη προσαγωγή του πιστοποιητικού κατά την προηγούμενη παράγραφο προτείνεται από τους ενδιαφερομένους σε κάθε στάση της δίκης και εξετάζεται αυτεπάγγελτα και από τα δικαστήρια και από τις δημόσιες αρχές. Με την ένσταση αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης καθώς και κάθε άλλη ενέργεια, μέχρι να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό. Τα δικαστήρια και οι άλλες αρχές λαμβάνουν τα απαιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα καθώς και τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συντήρηση των αντικειμένων που είναι σε δίκη ή στα οποία αφορά η αίτηση μέχρι την προσαγωγή του ανωτέρω πιστοποιητικού … 3. … 4. …». Ως κτήση δε κατά το άρθρο 1 του αυτού Κώδικα νοείται η περιουσία που αποκτήθηκε, μεταξύ άλλων, αιτία θανάτου.

11. Επειδή, ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν οι προϋποθέσεις και οι διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης που εισάγονται με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 106 του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών, δωρεών κ.λπ. συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, δηλαδή με κριτήρια που σχετίζονται με τη συνταγματικότητα των διατάξεων αυτών, ενόψει του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΣΕ 601/2012 Ολομ, 1619/2012 Ολομ, 324/2003), οι εν λόγω διατάξεις, κατά την έννοιά τους, δεν αφορούν, πάντως, ένδικα βοηθήματα και μέσα τα οποία, όπως το ένδικο βοήθημα, κατατίθενται, κατά τα οριζόμενα στη σκέψη 5, για την άρση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων ή επί μακρόν διατηρουμένων ρυμοτομικών βαρών και για την άσκηση των οποίων απαιτείται η συνδρομή εννόμου συμφέροντος. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο προσφεύγων στο οικείο διοικητικό δικαστήριο θεμελιώνει το έννομο συμφέρον σε δικαίωμά του επί του βαρυνομένου ακινήτου, αρκεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει στοιχεία με βάση τα οποία, κατ’ αρχήν, φέρεται ως δικαιούχος δικαιώματος επί του ακινήτου, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη 7.

12. Επειδή, με το υπόμνημα που κατατέθηκε την 17.4.2008, ήτοι μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, ο αναιρεσείων Δήμος είχε προβάλει ότι «η αντίδικος δεν προσκομίζει πιστοποιητικά ιδιοκτησίας, αποδεικνύοντα την κυριότητά της στα ακίνητα, ισχύοντος μάλιστα στην περιφέρεια των ακινήτων του Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου», ότι «από το κληρονομητήριο που αναγνωρίζει κληρονομικό της δικαίωμα -μη μεταγραφέν- δεν νομιμοποιείται» στην άσκηση της αιτήσεως άρσεως της απαλλοτριώσεως και, τέλος, ότι «η αντίδικος θα πρέπει να προσκομίσει δηλώσεις φόρου κληρονομίας των ακινήτων αυτών». Προς αντίκρουση των ανωτέρω ισχυρισμών η αναιρεσίβλητος προέβαλε, με το υπόμνημα που κατατέθηκε την 21.4.2008, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς ως καθολική διάδοχος της κυρίας των επίδικων ακινήτων, ότι «μόνον κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης αναγνώρισης δικαιούχου της αποζημίωσης στο αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να προκύπτει με πλήρη απόδειξη η κυριότητα του αιτούντος επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου», ότι αντικείμενο της δίκης εν προκειμένω δεν είναι η διεκδίκηση των ακινήτων αυτών, αλλά η άρνηση του Δήμου να άρει την επιβληθείσα απαλλοτρίωση και ότι, συνεπώς, δεν έχει υποχρέωση, για το παραδεκτό της συζητήσεως της προσφυγής, να προσκομίσει πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας περί της υποβολής δηλώσεως φόρου κληρονομίας. Ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσιβλήτου η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ειδικότερα, τα εξής: Η ασκήσασα την προσφυγή ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια των απαλλοτριωθέντων ως άνω ακινήτων, με κτηματολογικές μερίδες 505 και 505 Α γαιών Τριαντών, τα οποία περιήλθαν σε αυτήν λόγω κληρονομίας εξ αδιαθέτου από τη μητέρα της Κ. σύζυγο Σ. Φ., το γένος Α. Θ. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται και προσκομίζει (α) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 7609/15.6.2005 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα 505, το οποίο εκδόθηκε από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου και από το οποίο προκύπτει ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα της Κ. συζύγου Σ. Φ., το γένος Α. Θ. (αριθμ. κτημ. πράξεων 51/5.2.1955 και 1840/27.8.1955), (β) το υπ’αριθμ. πρωτ. 7610/15.6.2005 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα 505 Α, το οποίο εκδόθηκε επίσης από τον ως άνω Διευθυντή και από το οποίο προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα της ίδιας ως άνω τιτλούχου (αριθμ. κτημ. πράξεων 2491/19.9.1935 και 331/24.6.1946), (γ) την 62/30.1.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και το 72/23.3.2006 κληρονομητήριο που εξέδωσε η γραμματέας του Πρωτοδικείου Ρόδου εις εκτέλεσιν της προαναφερθείσης αποφάσεως, από τα οποία προκύπτει ότι η ασκήσασα την προσφυγή είναι η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της Κ. χήρας Σ. Φ., το γένος Α. Θ., δηλαδή της τιτλούχου των ανωτέρω ακινήτων, η οποία απεβίωσε την 13.9.2002, και ότι κληρονόμησε το σύνολο της κληρονομίας που αυτή κατέλιπε. Με βάση τα ανωτέρω, επίκαιρα κατά χρόνο έγγραφα, καθώς και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, «από τα οποία προκύπτει ότι ο Δήμος Ιαλυσού ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα της ως άνω δικαιοπαρόχου της προσφεύγουσας και της τελευταίας επί των ανωτέρω ακινήτων, καθόσον μάλιστα είχε διερευνήσει και το ενδεχόμενο εξαγοράς τους μετά την επιβολή της απαλλοτρίωσής τους (σχετικές οι 42/27.4.1998, 204/23.10.2000, 220/4.10.2002 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ιαλυσού), η προσφεύγουσα φέρεται ως ιδιοκτήτρια των εν λόγω ακινήτων. Τούτο δε αρκεί προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντός της προς άσκηση της υπό κρίση προσφυγής … δεδομένου, άλλωστε, ότι ο Δήμος Ιαλυσού δεν αμφισβητεί με το υπόμνημά του την κυριότητα της προσφεύγουσας με την προβολή καταλλήλως τεκμηριωμένων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται να υποστηρίξει ότι αυτή δεν απέδειξε την κυριότητά της διότι δεν προσκόμισε δηλώσεις φόρου κληρονομίας για τα ακίνητα αυτά ούτε πιστοποιητικά ιδιοκτησίας από τα οποία να προκύπτει η μεταγραφή της κληρονομικής απόφασης και του κληρονομητηρίου στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου».

13. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου είναι νομίμως αιτιολογημένη, καθόσον, όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν πάντως κατά νόμον αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού και δηλώσεων φόρου κληρονομίας ούτε η μεταγραφή των σχετικών τίτλων κτήσεως δυνάμει κληρονομικής διαδοχής. Είναι, συνεπώς, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

14. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η αναιρεσιβαλλομένη, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 281 του ΑΚ, 28 του ν. 1337/1983, καθώς και του ν. 651/1977, απέρριψε τις πρωτοδίκως υποβληθείσες ενστάσεις του Δήμου ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αντιδίκου και ως προς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων.

15. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα εφόσον (α) οι χώροι αυτοί προβλέπονται ως κοινόχρηστοι από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως και (β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη (ΣΕ 2604/2008). Εν προκειμένω,  το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο, κατ’ εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι δεν προβάλλεται από τον αντίδικο Δήμο, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η σύνταξη πράξεως παραχωρήσεως των επίδικων ακινήτων σε κοινή χρήση, ότι δεν συνάγεται ούτε εμμέσως βούληση της αναιρεσιβλήτου και της δικαιοπαρόχου της να τεθούν τα ακίνητα αυτά σε κοινή χρήση και ότι είναι αναπόδεικτος ο ισχυρισμός του Δήμου, ότι τα ακίνητα αυτά αφέθηκαν σε κοινή χρήση πριν από το έτος 1972 και έκτοτε είναι κοινόχρηστα εν τοις πράγμασι. Εξ άλλου, η αναιρεσιβαλλομένη, κατ’ εκτίμηση εγγράφων που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητος, έκρινε ότι τόσο αυτή όσο και η δικαιοπάροχός της ζήτησαν κατ’ επανάληψη από τη Διοίκηση να επισπεύσει τη διαδικασία συντελέσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του καθ’ ου Δήμου ότι η προσφυγή ασκείται καταχρηστικώς. Οι ανωτέρω κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης είναι νομίμως αιτιολογημένες και οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι (πρβλ. ΣΕ 3856/2008, 2482/2009), καθ’ ο μέρος δε πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι.

16. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

 

ΣτΕ 1492/2013

[Περιβαλλοντική αδειοδότηση Μεταλλείων Χρυσού στη Χαλκιδική]

 

Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου

Εισηγητής: Αικ. Σακελλαροπούλου

Δικηγόροι: Μ. Ασημακοπούλου, Κ. Βαρδακαστάνης, Σ. Διαμαντοπούλου, Γ. Γρυλωνάκης, Αγγ. Καστανά, Ελ. Τροβά, Π. Σκουρής, Ν. Αλιβιζάτος, Λ. Κιουσοπούλου, Κ. Γώγος

 

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 201745/26.7.2011 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Πολιτισμού και Τουρισμού περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων του έργου «α) Μεταλλευτικές-Μεταλλουργικές Εγκαταστάσεις Μεταλλείων Κασσάνδρας και β) Απομάκρυνση, Καθαρισμός και Αποκατάσταση Χώρου Απόθεσης Παλαιών Τελμάτων Ολυμπιάδας» με δικαιούχο την εταιρεία «........ Α.Ε.Μ.Β.Χ.».

3. Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξεως η δικαιούχος της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης εταιρεία «........ Α.Ε.Μ.Β.Χ.». Επίσης, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνουν, με χωριστά δικόγραφα, το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Ν. Χαλκιδικής που έχει ως καταστατικό σκοπό την προάσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του και ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων με καταστατικό σκοπό την ενίσχυση των μεταλλευτικών επιχειρήσεων και την αξιοποίηση του ορυκτού δυναμικού της χώρας, μέλος του οποίου είναι και η πρώτη παρεμβαίνουσα εταιρεία, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η ματαίωση της επένδυσης θα θίξει άμεσα τα μέλη τους και θα έχει δυσμενείς επιδράσεις στην ανάπτυξη της χώρας και στην αξιοποίηση του ορυκτού της πλούτου.

4. ......... Οι λοιποί αιτούντες με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση υπό την ιδιότητά τους, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα στοιχεία, ως κατοίκων, ιδιοκτητών ακινήτων και απασχολουμένων σε αγροτικές και τουριστικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή του επίμαχου έργου.

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως, καθ’ όσον δεν προκύπτει κοινοποίηση ή πλήρης γνώση της προσβαλλόμενης πράξεως εκ μέρους των αιτούντων σε χρόνο πέραν των εξήντα ημερών από την άσκησή της, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την παρεμβαίνουσα περί του εκπροθέσμου αυτής είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστα.

6. Επειδή, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου, η αδειοδοτούμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση δραστηριότητα αφορά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων Κασσάνδρας και αναπτύσσεται στην ανατολική ακτή της Χαλκιδικής εντός των διοικητικών ορίων των Δήμων Αρναίας, Παναγιάς και Σταγείρων-Ακάνθου και ήδη Δήμου Αριστοτέλη. Η μεταλλευτική δραστηριότητα στην εν λόγω περιοχή ανάγεται στις αρχές της κλασικής αρχαιότητας. Στη σύγχρονη εποχή η εκμετάλλευση των μεταλλείων είχε αρχικώς παραχωρηθεί στην Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων & Λιπασμάτων, η οποία το 1953 εκμεταλλεύθηκε το υπόγειο μεταλλείο του Μαντέμ Λάκκου και εν συνεχεία το υπόγειο μεταλλείο των Μαύρων Πετρών, ενώ κατασκεύασε εργοστάσιο εμπλουτισμού στο Στρατώνι και διαμόρφωσε λιμενικές εγκαταστάσεις για τη μεταφορά των παραγόμενων προϊόντων. Το 1972 η δραστηριότητα επεκτάθηκε και στην Ολυμπιάδα με την εκμετάλλευση του χρυσοφόρου κοιτάσματος και την κατασκευή μονάδας κατεργασίας των παραγόμενων προϊόντων που προωθούνταν στις λιμενικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου. Η εταιρεία αυτή λόγω ζημιών τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση το 1991 υπό το καθεστώς του ν. 1892/1990. Μετά από δύο άγονους διαγωνισμούς, η συγκεκριμένη οικονομική μονάδα των μεταλλείων Κασσάνδρας αποκτήθηκε τελικώς από την εταιρεία TVX GOLD Inc., την οποία υποκατέστησε στην υπογραφή της σχετικής σύμβασης η θυγατρική της TVX Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Μεταλλείων και Βιομηχανίας Χρυσού. Η σύμβαση που υπεγράφη αφορούσε τη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού των εν λόγω μεταλλείων και κυρώθηκε με το ν. 2436/1996, ενώ με το π.δ. 266/1996 εγκρίθηκε η εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό υπέρ της εν λόγω εταιρείας, προκειμένου να υλοποιήσει σχέδιο επένδυσης των μεταλλείων. Εκδόθηκαν σχετικώς, και κατόπιν εκπονήσεως Μ.Π.Ε., η υπ’ αριθμ. 45129/14.1.1999 Κ.Υ.Α. περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων Στρατωνίου, που περιελάμβαναν τα υπόγεια μεταλλεία Μαύρων Πετρών και Μαντέμ Λάκκου, το εργοστάσιο εμπλουτισμού και συνοδά έργα, καθώς και η υπ’ αριθμ. 110005/18.9.2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων των εγκαταστάσεων παραγωγής χρυσού στην Ολυμπιάδα. Η τελευταία αυτή απόφαση ακυρώθηκε με την 613/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, εν όψει της Μ.Π.Ε. που είχε τότε υποβληθεί, το αδειοδοτούμενο έργο αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης λόγω της επαπειλούμενης βλάβης στις δασικές εκτάσεις και τα υδατορεύματα, καθώς και των περιβαλλοντικών κινδύνων που ενείχε η επιλεγείσα μεταλλουργική μέθοδος (συνδυασμένη εφαρμογή βιοξειδώσεως και υδατικής οξειδώσεως υπό πίεση) λόγω της δημιουργίας αερίων κυανιούχων ενώσεων και της ανάγκης μεταφοράς μεγάλων ποσοτήτων διαλύματος αρσενικού. Μετά την ακύρωση της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, με τις 614-615/2002 αποφάσεις της Ολομελείας ακυρώθηκαν οι αποφάσεις των δασικών υπηρεσιών περί διανοίξεως δασικών οδών για την εξυπηρέτηση της ως άνω εκμετάλλευσης και η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε, από πλευράς αρχαιολογικού νόμου, η χωροθέτηση του έργου, αντίστοιχα. Ακολούθως, η ως άνω εταιρεία επιχείρησε την επέκταση των εγκαταστάσεων Στρατωνίου και ειδικότερα την επέκταση της εξόρυξης στο κοίτασμα Μαύρων Πετρών εντός των ορίων του οικισμού και σε ένα τμήμα της κάτω από τον δομημένο οικισμό Στρατονίκης χωρίς να υποβάλει νέα Μ.Π.Ε. Οι σχετικώς εκδοθείσες πράξεις ακυρώθηκαν με την 3615/2002 απόφαση της Ολομελείας, καθ’ όσον δεν στηρίζονταν σε νέα έγκριση περιβαλλοντικών όρων για το τμήμα της επέκτασης, αλλά ούτε είχε αρμοδίως εκδοθεί απόφαση των συναρμόδιων υπουργών που να βεβαιώνει αιτιολογημένα ότι δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την εν λόγω επέκταση. Η Διοίκηση αποκατέστησε την πλημμέλεια αυτή με την Κ.Υ.Α. 130910/11.2.2003, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι της επέκτασης της εκμετάλλευσης στο κοίτασμα Μαύρων Πετρών και η οποία αντικαταστάθηκε με την Κ.Υ.Α. 143088/11.4.2005, εν όψει και της μεταβιβάσεως του εν λόγω μεταλλείου στην παρεμβαίνουσα. Η τελευταία αυτή απόφαση και η έγκριση της σχετικής τεχνικής μελέτης προσβλήθηκαν με αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου από κατοίκους της περιοχής, επ’ αυτών δε εκδόθηκαν οι 461-3/2010 απορριπτικές αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου. Εν τω μεταξύ, η TVX Hellas, εν όψει και της ακυρώσεως των περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων, δεν μπόρεσε να υλοποιήσει το επενδυτικό σχέδιο που αποτέλεσε όρο της συναφθείσης με το Δημόσιο συμβάσεως, με αποτέλεσμα την καταγγελία αυτής εκ μέρους του Δημοσίου και τον εξωδικαστικό συμβιβασμό των εκατέρωθεν αξιώσεων. Ο συμβιβασμός κυρώθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3220/2004, με το επόμενο δε άρθρο 52 κυρώθηκε η νέα σύμβαση του Δημοσίου με την ήδη παρεμβαίνουσα εταιρεία, βάσει της οποίας το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού των μεταλλείων Κασσάνδρας μεταβιβάστηκε σε αυτή έναντι τιμήματος 11.000.000 ευρώ, επιβλήθηκε δε στην εταιρεία η υποχρέωση να εκπονήσει και να υποβάλει σχέδιο εκμετάλλευσης των μεταλλείων, το οποίο θα μεριμνά ειδικώς για την περιβαλλοντική αποκατάσταση των προγενέστερων εκμεταλλεύσεων και την απασχόληση των εργαζομένων στις λειτουργούσες εκμεταλλεύσεις. Προς εκπλήρωση της συμβατικής της υποχρέωσης η παρεμβαίνουσα υπέβαλε ολοκληρωμένο επενδυτικό σχέδιο ανάπτυξης των μεταλλείων Κασσάνδρας, επί του οποίου γνωμοδότησε θετικά η Δ/νση Μεταλλευτικών και Βιομηχανικών Ορυκτών του Υπουργείου Ανάπτυξης με το από 27.3.2006 έγγραφό της. Ακολούθως, κινήθηκε η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων Ολυμπιάδας, Μαύρων Πετρών και Σκουριών με την υποβολή Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Π.Π.Ε.), συνοδευόμενης από ειδική μελέτη απογραφής κατάστασης περιβάλλοντος της περιοχής. Το έργο έλαβε θετική γνωμοδότηση επί της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) με την υπ’ αριθμ. 144824/24.9.2009 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Ε.Υ.Π.Ε., ενώ με την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/55765/2902/29.7.2009 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού εγκρίθηκε η Π.Π.Ε. του έργου. Τέλος, κατόπιν εκπονήσεως Μ.Π.Ε., η οποία περιελάμβανε Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων και συνοδευόταν από ειδική μελέτη για την «Απομάκρυνση, καθαρισμό & αποκατάσταση χώρου απόθεσης παλαιών τελμάτων Ολυμπιάδας», και αφού η Διοίκηση έλαβε υπ’ όψιν τις γνωμοδοτήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και τα πορίσματα της διαβούλευσης, καθώς και τις θέσεις της παρεμβαίνουσας επ’ αυτών, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου, καταργουμένων των προϋφισταμένων εγκρίσεων και αδειών των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων Στρατωνίου. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως εκδόθηκαν και οι Δ8-Α/Φ.7.49.13/30258ΠΕ/10.2.2012 και Δ8-Α/Φ.7.49.132/2809/349/10.2.2012 αποφάσεις του Υφυπουργού Ανάπτυξης περί εγκρίσεως των τεχνικών μελετών για ένα τμήμα των τεχνικών έργων στις θέσεις Ολυμπιάδας και Σκουριών, αντίστοιχα, καθώς και η υπ’ αριθμ. 7633/29.3.2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης περί εγκρίσεως παραχωρήσεως δημοσίου δάσους για την υλοποίηση των επίμαχων έργων στη θέση Σκουριές και Μαντέμ Λάκκος. Ειδικότερα, το επίμαχο επενδυτικό σχέδιο αφορά στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων Ολυμπιάδας, Σκουριών και Μαύρων Πετρών των μεταλλείων Κασσάνδρας, που εκτείνονται εντός συνολικής μεταλλευτικής παραχώρησης 264.000 στρεμμάτων, μέσω καθετοποιημένης διαδικασίας παραγωγής συμπυκνωμάτων μολύβδου, ψευδαργύρου, πυριτών, χαλκού/χρυσού, καθώς και μεταλλικού χρυσού, χαλκού και αργύρου, τα οποία θα διοχετεύονται στην αγορά από τις λιμενικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου, καθώς και στην αποκατάσταση των χώρων απόθεσης παλαιών τελμάτων της Ολυμπιάδας. Η επένδυση εκλαμβάνεται ως ενιαία και αδιαίρετη και συνίσταται σε επεμβάσεις σε υφιστάμενες και νέες μεταλλευτικές εγκαταστάσεις, καθώς και σε μέτρα περιβαλλοντικής αποκατάστασης προγενέστερων εκμεταλλεύσεων. Για το σκοπό αυτό στο έργο ενσωματώνονται οι υφιστάμενες μεταλλευτικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου, οι οποίες ήδη λειτουργούν με εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, και οι αντίστοιχες της Ολυμπιάδας που είναι ανενεργείς. Το σχέδιο περιλαμβάνει τα εξής υποέργα: 1) Υποέργο Ολυμπιάδας: Ανάπτυξη υφιστάμενου μεταλλείου χρυσοφόρου κοιτάσματος με υπόγεια εκμετάλλευση, επαναλειτουργία του υφιστάμενου εργοστασίου εμπλουτισμού για περιορισμένο χρονικό διάστημα, κατασκευή σήραγγας προσπέλασης που θα συνδέει το υπόγειο μεταλλείο με τις εγκαταστάσεις του Μαντέμ Λάκκου, αποκατάσταση χώρου απόθεσης παλαιών τελμάτων και λοιπά συνοδά έργα. 2) Υποέργο Σκουριών: Εκμετάλλευση νέου χρυσοφόρου-χαλκούχου κοιτάσματος με συνδυασμό επιφανειακής και υπόγειας εκμετάλλευσης, κατασκευή εργοστασίου εμπλουτισμού, δημιουργία χώρου απόθεσης αδρανών εξορυκτικών αποβλήτων και λοιπά συνοδά έργα. 3) Υποέργο Μαύρων Πετρών – Μαντέμ Λάκκου: Ανάπτυξη υφιστάμενου μεταλλείου με υπόγεια εκμετάλλευση, υφιστάμενο εργοστάσιο εμπλουτισμού που θα λειτουργήσει για περιορισμένο χρονικό διάστημα, νέο εργοστάσιο εμπλουτισμού, εγκατάσταση απόθεσης στερεών αποβλήτων στον χείμαρρο Κοκκινόλακκα και λοιπά συνοδά έργα. 4) Υποέργο μεταλλουργίας Μαντέμ Λάκκου: Κατασκευή εργοστασίου μεταλλουργίας για την παραγωγή χρυσού, αργύρου και χαλκού που θα λειτουργεί με τη μέθοδο της ακαριαίας τήξης. 5) Υποέργο επέκτασης λιμενικών εγκαταστάσεων Στρατωνίου. Η συνολική έκταση της επιφάνειας του εδάφους που καταλαμβάνουν οι υφιστάμενες, νέες και προς αποκατάσταση εγκαταστάσεις ανέρχεται σε 3.315 στρέμματα και δεν εμπίπτει, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε σε ειδικά προστατευόμενες ζώνες του δικτύου Natura ούτε σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Βασικές επιλογές του σχεδιασμού, όπως προκύπτει από τη μελέτη, είναι, μεταξύ άλλων: α) η χρήση της μεθόδου της υπόγειας, κατά βάση, εκμετάλλευσης, με την οποία επιτυγχάνεται η ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών οχλήσεων, β) η κατασκευή υπόγειας στοάς για τη μεταφορά των προϊόντων και αποβλήτων από την Ολυμπιάδα στον Μαντέμ Λάκκο, κατά τρόπο ώστε αφ’ ενός να απελευθερώνεται η δημόσια οδός που χρησιμοποιούνταν για τις μεταφορικές ανάγκες των υφιστάμενων εκμεταλλεύσεων, η οποία επιβάρυνε τόσο το πολιτιστικό όσο και το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής και αφ’ ετέρου να αποτρέπεται η διατάραξη του Τόπου Κοινοτικής Σημασίας (Τ.Κ.Σ.) «Όρος Στρατωνικό-Κορυφή Σκαμνί» που βρίσκεται στην άμεση περιοχή των έργων, γ) η χωρική συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους των δραστηριοτήτων στην περιοχή του Μαντέμ Λάκκου όπου βρίσκεται η βιομηχανική ζώνη που θεσμοθετήθηκε με το από 18.10.1979 π.δ. και η παύση λειτουργίας και αποκατάσταση παλαιών εργοστασίων και χώρων απόθεσης στις περιοχές Ολυμπιάδας και Στρατωνίου, ώστε να επιτυγχάνεται γεωγραφικός περιορισμός των περιβαλλοντικών οχλήσεων και εξυγίανση των περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών και δ) η υιοθέτηση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών που έχουν αναπτυχθεί σε όλες τις εκφάνσεις της επίμαχης δραστηριότητας (εξόρυξη, μέθοδος μεταλλουργίας, διαχείριση αποβλήτων, υδάτων, μείωση εκπομπών, κατασκευή χώρων απόθεσης κ.λπ.). Ως απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιοποίηση των παραγόμενων συμπυκνωμάτων πυριτών Ολυμπιάδας και χαλκού-χρυσού Σκουριών στο νέο εργοστάσιο μεταλλουργίας, που εγκαθίσταται εντός της βιομηχανικής ζώνης Στρατονίκης-Στρατωνίου, τίθεται η εφαρμογή της πυρομεταλλουργικής μεθόδου ακαριαίας τήξης (flash smelting), αποκλειομένης της χρήσης κυανίου ή ενώσεών του κατά τη λειτουργία της μεταλλουργίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση τίθενται γενικοί όροι για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων που αναμένεται να προκληθούν τόσο στο φυσικό (αέρας, επιφανειακά, υπόγεια και θαλάσσια ύδατα, έδαφος, χλωρίδα/πανίδα), όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον (οικισμοί, αρχαιολογικοί χώροι) και ειδικοί όροι για κάθε υποέργο με ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση των αποβλήτων. Επίσης υπάρχει πρόβλεψη για τη σταδιακή αποκατάσταση των περιοχών κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εκμετάλλευσης και τίθενται γενικοί και ειδικοί, ανά υποέργο, όροι προς διασφάλιση της επιτυχούς περιβαλλοντικής αποκαταστάσεως, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη πυκνότητας φυτοκάλυψης 80% για 3 συνεχόμενα έτη (βλ. όρους δ3.1 επ. και κυρίως δ3.11), με προτεραιότητα στην αποκατάσταση των ιστορικών αποθέσεων και λιμνών τελμάτων (βλ. όρο δ1.41). Κατά την αποκατάσταση των περιοχών λαμβάνεται υπ’ όψιν το συνολικό σχέδιο ρύθμισης των μετα-μεταλλευτικών χρήσεων γης των περιοχών επέμβασης, το οποίο εκπονείται από την προβλεπόμενη στον όρο δ1.39 Επιστημονική Επιτροπή Ελέγχου Τήρησης των Περιβαλλοντικών Όρων και εξετάζει τη δυνατότητα ένταξης εγκαταστάσεων και περιοχών σε πρόγραμμα αξιοποίησής τους από την τοπική κοινωνία, με ειδική δε μελέτη του φορέα εκμετάλλευσης καθορίζονται τα τεχνικοοικονομικά στοιχεία για την επανένταξη των περιοχών επέμβασης στις προβλεπόμενες από το ρυθμιστικό σχέδιο χρήσεις (βλ. όρους δ3.4 και δ3.6). Περαιτέρω, οργανώνεται ειδικό πρόγραμμα παρακολούθησης του έργου και της ποιότητας του περιβάλλοντος με αναλυτική καταγραφή των μεταβλητών που θα καταγράφονται για κάθε υποέργο και για κάθε περιβαλλοντικό μέσο (ατμόσφαιρα, ύδατα επιφανειακά/υπόγεια/θαλάσσια, έδαφος, ακουστικό περιβάλλον, δονήσεις/ακτινοβολίες, χλωρίδα/πανίδα) και καθορισμό της συχνότητας των μετρήσεων, τα σχετικά δε στοιχεία, πέραν της υποβολής τους στις αρμόδιες υπηρεσίες, δημοσιοποιούνται άμεσα στο διαδίκτυο, ώστε να είναι προσιτά στο ευρύ κοινό, ενώ ετησίως ο οικείος Δήμος ενημερώνεται για την πορεία του έργου με ειδική έκθεση περιβαλλοντικής παρακολούθησης (βλ. όρους δ4.6 και δ4.11.ii-iii). Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο μηχανισμό ελέγχου της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων, προς τούτο δε προβλέπεται η σύσταση, με κοινή υπουργική απόφαση, Επιστημονικής Επιτροπής Ελέγχου Τήρησης των Περιβαλλοντικών Όρων με συμμετοχή και εκπροσώπου του δήμου όπου υπάγεται το έργο, η οποία θα ελέγχει, μέσω των ετήσιων εκθέσεων που θα εκπονεί ο φορέας του έργου και των τεχνικών μελετών και των αποτελεσμάτων των αναλύσεων που κατατίθενται στις αρμόδιες υπηρεσίες, τον τρόπο υλοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και εσωτερικής Επιστημονικής Ομάδας Ελέγχου Τήρησης των Περιβαλλοντικών Όρων που υποχρεούται να συστήσει προς το σκοπό αυτό ο φορέας του έργου (βλ. περιβαλλοντικούς όρους δ1.39 και δ1.40). Εξ άλλου, σε συμφωνία με την αρχή της περιβαλλοντικής ευθύνης, η προσβαλλόμενη απόφαση επιβάλλει την κατάθεση εγγυητικής επιστολής ύψους 50.000.000 ευρώ, την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη στο πλαίσιο του π.δ. 148/2009, καθώς και πρόσθετη ασφαλιστική κάλυψη τουλάχιστον 1.500.000 ευρώ ετησίως για την εγκατάσταση απόθεσης αποβλήτων στον Κοκκινόλακκα, ενώ προβλέπει την υποχρέωση τροποποίησης των περιβαλλοντικών όρων ή προσθήκης νέων σε περίπτωση που δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Ειδικοί περιβαλλοντικοί όροι έχουν τεθεί προς διασφάλιση της κοινωνικής διάστασης της επίμαχης δραστηριότητας και της διοχέτευσης των κοινωνικοοικονομικών ωφελειών, κατά βάση, προς την τοπική κοινωνία (βλ. δ1.32, δ1.37, δ1.38, δ3.4).    

7. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, του ν. 1650/1986, όπως ισχύει μετά την εναρμόνισή του προς τις οδηγίες 84/360, 85/337/ΕΟΚ και 97/11, 96/61/ΕΕ, και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών αποφάσεων, το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επόμενων γενεών. Εν όψει της υποχρέωσής του αυτής ο συντακτικός νομοθέτης οφείλει να προβαίνει σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού, σταθμίζοντας ωστόσο κατά τις επιταγές των άρθρων 106 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομικής αναπτύξεως, της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενισχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως και της εξασφαλίσεως εργασίας στους πολίτες, σε συμμόρφωση προς την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία επιβάλλει, σύμφωνα με τις αρχές της προλήψεως και προφυλάξεως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος να λαμβάνεται προεχόντως υπόψη η τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας. Προκειμένου δε η στάθμιση αυτή να γίνεται κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών θα πρέπει να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται κατά τρόπο επαρκή αφ’ ενός μεν ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας του συγκεκριμένου έργου και αφ’ ετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη στάθμιση συναρτάται σε κάθε περίπτωση με το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης βλάβης και την φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης. Περαιτέρω, κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγματα, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώσεως διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής της αρχής της προλήψεως και προφυλάξεως, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητος και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος. Η ευθεία, όμως, αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητος και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθίαν, παράβαση της αρχής της βιώσιμης αναπτύξεως μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ  462-3/2010, Ολομ. 613/2002, Ολομ. 3478/2000, 1990/2007 7μ., 4491/2009 7μ., 293/2009).

8. Επειδή, ως προς την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της χώρας, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (υπ’ αριθμ. 6877/4872/2008 απόφαση της Ολομελείας της Βουλής, Α΄ 128) θέτει ως κατευθύνσεις τη διατήρηση της εξορυκτικής δραστηριότητας στις υφιστάμενες περιοχές και την επέκτασή της σε περιοχές που εντοπίζονται νέα κοιτάσματα, κατά το δυνατόν μέσω καθετοποιημένης παραγωγής στους χώρους εξόρυξης, υπό τον όρο προστασίας του περιβάλλοντος και συνύπαρξης με τις λοιπές χρήσεις, ιδιαίτερη δε μνεία γίνεται στους ορυκτούς πόρους που καλύπτουν είτε εγχώριες ανάγκες ή απευθύνονται σε διεθνείς αγορές, μεταξύ άλλων και αυτών της Χαλκιδικής (μικτά θειούχα, χρυσός). Προς εξειδίκευση των κατευθύνσεων αυτών, το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τη Βιομηχανία (υπ’ αριθμ. 11508/2009 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης, ΑΑΠ 151) προωθεί με τις προτάσεις του την καθετοποίηση της παραγωγής στις περιοχές εξόρυξης και προβλέπει τη δυνατότητα χωροθέτησης εγκαταστάσεων πρωτογενούς επεξεργασίας ορυκτών πρώτων υλών και μονάδων μεταποίησης, συμπεριλαμβανομένων και των χώρων επεξεργασίας λυμάτων και απορριμμάτων, ακόμη και εντός περιοχών που εμπίπτουν στο δίκτυο Natura (εκτός των οικοτόπων προτεραιότητας) υπό τους όρους που επιβάλλονται από τα νομικά καθεστώτα προστασίας τους, καθώς και εντός δασών και δασικών εκτάσεων, στο πλαίσιο των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, κατόπιν εξετάσεως εναλλακτικών λύσεων, ενώ θέτει ειδικούς κανόνες για την προστασία των περιβαλλοντικών μέσων και τη χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (άρθρα 5 και 9). Ειδικώς ως προς την εξορυκτική δραστηριότητα στο Ν. Χαλκιδικής διαλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι ότι πρέπει να διασφαλισθούν οι όροι για την ομαλή λειτουργία της εκμετάλλευσης ορυκτών πόρων, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασής τους και της συνδεδεμένης βιομηχανικής δραστηριότητας με την εξασφάλιση διεξόδου στο βασικό οδικό δίκτυο και στο θαλάσσιο μέτωπο, καθώς και καθετοποίησης της παραγωγής, κατόπιν λεπτομερούς σχεδιασμού σε επίπεδο νομού, ώστε να ρυθμιστούν οι σχέσεις μεταξύ των χρήσεων και κυρίως του τουρισμού. Εξ άλλου, και το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τον Τουρισμό (υπ’ αριθμ. 24208/2009 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης, Β΄ 1138) αναγνωρίζει την ανάγκη άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών, επέκτασής τους, εξασφάλισης των αναγκαίων θαλάσσιων διεξόδων για τη διακίνηση των προϊόντων, θέτει δε ως όρους τη συνεκτίμηση όλων των κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων. Περαιτέρω, αναλυτικές αναφορές και συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την επίμαχη εκμετάλλευση περιέχει και το Περιφερειακό Πλαίσιο Κεντρικής Μακεδονίας (υπ’ αριθμ. 674/2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Β΄ 218). Οι κατευθύνσεις αυτές συνίστανται στην ορθολογική αξιοποίηση του πόρου, τα αποθέματα του οποίου υπολογίζονται σε εκατομμύρια τόνους, την αποκατάσταση του περιβάλλοντος και τη λήψη μέτρων για την αποφυγή ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και ορθολογικής διαχείρισης των υδάτων, εν όψει του ελλειμματικού υδατικού ισοζυγίου, καθώς και την υιοθέτηση των αναγκαίων μέτρων για τη διαχείριση των αποβλήτων. Ο περιφερειακός σχεδιασμός κάνει ειδική μνεία στην υπογραφείσα για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων και την ανάπτυξη μεταλλουργίας χρυσού σύμβαση του 1996 μεταξύ του Δημοσίου και της TVX και τονίζει την ανάγκη περιβαλλοντικής διαχείρισης των χιλιάδων τόνων αρσενικού που θα παράγονται ετησίως από την εκμετάλλευση. Εξ άλλου, στην περιοχή ανάπτυξης της επίμαχης δραστηριότητας έχουν καθορισθεί βιομηχανικές ζώνες με το π.δ. της 18.10.1979 (Δ΄ 614), εντός των οποίων χωροθετείται το μεγαλύτερο μέρος των έργων στις περιοχές Μαύρων Πετρών/Στρατωνίου και Ολυμπιάδας, όπως βεβαιώνεται στην Π.Π.Ε.Α. του έργου, ενώ η χωροθέτηση εξορυκτικών και συναφών δραστηριοτήτων επιτρέπεται, όχι μόνο στις ζώνες μεταλλευτικού και εξορυκτικού ενδιαφέροντος, αλλά και σε όλες τις περιοχές του Δήμου Σταγείρων-Ακάνθου, βάσει του Γ.Π.Σ. του Δήμου αυτού (υπ’ αριθμ. 4789/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ΑΑΠ 332). Όσον αφορά στην ανάπτυξη της επίμαχης δραστηριότητας στη θέση Σκουριές, αυτή γίνεται σε περιοχή που εντάσσεται στις Περιοχές Ειδικής Προστασίας Δάσους και Δασικών Εκτάσεων του Γ.Π.Σ. Δήμου Παναγιάς (υπ’ αριθμ. 830/2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ΑΑΠ 420). Το σχέδιο αυτό τροποποιήθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την υπ’ αριθμ. 6000/5.9.2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης (ΑΑΠ 227), κατά τρόπο ώστε να προβλέπεται η χωροθέτηση της αδειοδοτούμενης μεταλλευτικής δραστηριότητας στην περιοχή αυτή, σε συμφωνία με τα διαλαμβανόμενα στο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία.

9. Επειδή, από τις προεκτεθείσες γενικές, ειδικές και περιφερειακές χωροταξικές κατευθύνσεις συνάγεται ότι αυτές προωθούν την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας με ειδική αναφορά στο μεταλλευτικό πλούτο της Β.Α. Χαλκιδικής, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερα σημαντική συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, και δη υπό το μοντέλο της καθετοποιημένης παραγωγής με δυνατότητα χωροθέτησης των απαραίτητων υποστηρικτικών εγκαταστάσεων (επεξεργασίας των εξορυχθέντων προϊόντων, διαχείρισης αποβλήτων) πλησίον των χώρων εξόρυξης, κατά τρόπο ώστε οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της δραστηριότητας να συγκεντρώνονται σε περιορισμένο χώρο και να μην διαχέονται σε εκτεταμένη έκταση, ακόμα κι αν η εγκατάσταση της δραστηριότητας χωροθετείται εντός δασών και δασικών εκτάσεων ή περιοχών του δικτύου Natura, υπό την απαραίτητη ωστόσο προϋπόθεση τήρησης των δεσμεύσεων που τίθενται από τα ειδικά νομοθετικά καθεστώτα που διέπουν τις περιοχές αυτές, εξέτασης εναλλακτικών λύσεων και λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων για την προστασία των περιβαλλοντικών μέσων. Εξ άλλου, ούτε το Χωροταξικό Πλαίσιο του Τουρισμού περιέχει αντίθετες ρυθμίσεις, αλλά και τούτο αναγνωρίζει την ανάγκη διατήρησης των εξορυκτικών δραστηριοτήτων υπό τους όρους που αυτές οργανώνονται από το οικείο Ειδικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία, το οποίο είναι ειδικότερο και υπερισχύει του πρώτου ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις ανάπτυξης και οργάνωσης των σχετικών δραστηριοτήτων. Το γεγονός δε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει προηγηθεί ο προβλεπόμενος από το Ειδικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία λεπτομερής σχεδιασμός σε επίπεδο νομού, ο οποίος να ρυθμίζει τα ζητήματα συγκρούσεων των εξορυκτικών δραστηριοτήτων με άλλες χρήσεις και κυρίως του τουρισμού, δεν καθιστά πάντως πλημμελή τη χωροθέτηση της επίμαχης δραστηριότητας, η οποία αναπτύσσεται αφ’ ενός σε ήδη υπάρχουσες μεταλλευτικές περιοχές (Ολυμπιάδα, Μαντέμ Λάκκου, Μαύρες Πέτρες) και στις ήδη υφιστάμενες και επεκτεινόμενες λιμενικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου και αφ’ ετέρου σε δασική περιοχή (Σκουριές), για την οποία δεν προβάλλεται ότι παρουσιάζει τουριστικό ενδιαφέρον, ούτε από το Χωροταξικό Πλαίσιο του Τουρισμού προκύπτει κάτι τέτοιο, εν πάση δε περιπτώσει στη Μ.Π.Ε. έχουν εκτιμηθεί οι επιπτώσεις στις λοιπές χρήσεις, οι οποίες αναμένονται αμελητέες ως προς τις δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα, αφού μόλις 70 στρέμματα γεωργικής γης θα καταληφθούν για τις ανάγκες του έργου, σημαντικά θετικές για τις δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα λόγω της αύξησης των υποστηρικτικών της εκμετάλλευσης δραστηριοτήτων (κατασκευαστικών, χωματουργικών, μεταφορικών, επισκευών, συντηρήσεων κ.λπ.), ενώ δεν αξιολογούνται ως ασύμβατες με τον τουρισμό της περιοχής, ο οποίος επικεντρώνεται κυρίως στην Ιερισσό και την Ολυμπιάδα, είναι ιδιαίτερα περιορισμένος σε επίπεδο νομού (0,8% τουριστικής κίνησης και 2% των κλινών του νομού χωρίς δυνατότητα ανάπτυξης μαζικού τουρισμού) και μπορεί να ενισχυθεί με τη δημιουργία θεματικού τουρισμού σχετικού με τη μεταλλευτική δραστηριότητα, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις του Ειδικού Χωροταξικού για τον Τουρισμό. Άλλωστε, στην από μακρού χρόνου ύπαρξη μεταλλευτικής δραστηριότητας στην περιοχή αυτή οφείλεται, μεταξύ άλλων, η διατήρηση της συγκεκριμένης φυσιογνωμίας της περιοχής, σε αντίθεση με την οικιστική αλλοίωση που υπέστη η υπόλοιπη περιοχή της Χαλκιδικής. Περαιτέρω, το επίμαχο έργο αναμένεται να έχει έμμεσα και θετικές επιπτώσεις στην τουριστική κίνηση και υποδομή λόγω της αύξησης της απασχόλησης και της ενίσχυσης των εισοδημάτων των κατοίκων (βλ. Κεφάλαιο 7.8 της Μ.Π.Ε.). Οι δε κατευθύνσεις του Γ.Π.Σ. Δήμου Παναγιάς, κατά το μέρος που αντίκεινται στο μεταγενεστέρως εκδοθέν Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία, το οποίο, ειδικά για τη μεταλλευτική δραστηριότητα του Ν. Χαλκιδικής, προβλέπει την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της και της επέκτασής της σε συνδυασμό με την υποστηρικτική βιομηχανία, δεν μπορούν να τύχουν, εν προκειμένω, εφαρμογής, αφού κατά το άρθρο 9 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207) γενικά πολεοδομικά σχέδια που εγκρίνονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού οφείλουν να εναρμονίζονται προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις των εγκεκριμένων Γενικού και Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Εν πάση δε περιπτώσει, οι ρυθμίσεις του πολεοδομικού αυτού σχεδίου, καθορίζουσες ζώνες για την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων της περιοχής, δεν αποκλείουν, εκ προοιμίου, την ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας, εφ’ όσον, πάντως, τηρηθούν οι απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων (άρθρο 57 του ν. 998/1979). Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι το επίμαχο επενδυτικό σχέδιο ενσωματώνει περιβαλλοντικό σχεδιασμό που διασφαλίζει, κατά την εκτίμηση της Διοίκησης, τις χωροταξικές κατευθύνσεις για την ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων και την προστασία των περιβαλλοντικών μέσων, η κρίση της Διοίκησης που εμπεριέχεται στην Π.Π.Ε.Α. του έργου σχετικά με τη συμβατότητά του προς τις υφιστάμενες χωροταξικές κατευθύνσεις είναι αιτιολογημένη και ανέλεγκτη περαιτέρω από τον ακυρωτικό δικαστή ως προς την επιλογή και διαμόρφωση του προτύπου ανάπτυξης της συγκεκριμένης περιφέρειας, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

10. Επειδή, περαιτέρω, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της εξορυκτικής βιομηχανίας, μέσω βελτιωμένων περιβαλλοντικών επιδόσεων και συστημάτων για την πρόληψη των ατυχημάτων, καθώς και η διαμόρφωση κατάλληλων εθνικών στρατηγικών αποτέλεσαν αντικείμενο σχετικών ανακοινώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις οποίες αναγνωρίζεται η συμβολή της δραστηριότητας αυτής στην απασχόληση και την περιφερειακή ανάπτυξη, η δυνατότητα συγκερασμού της βιώσιμης ανάπτυξης του κλάδου και υψηλής περιβαλλοντικής προστασίας χάριν της τεχνολογικής ανάπτυξης που έχει καταστήσει δυνατή την ασφαλέστερη επεξεργασία και διάθεση των επικίνδυνων αποβλήτων, (ΕΕ (COM 2000) 265 για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στην μη ενεργειακή εξορυκτική βιομηχανία και COM (2008), 699 πρωτοβουλία για τις πρώτες ύλες-κάλυψη των ουσιωδών αναγκών για ανάπτυξη και απασχόληση). Σε συμφωνία με τις κατευθύνσεις αυτές και με την επιταγή για ορθολογική και βιώσιμη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας, κατά τα άρθρα 24 και 106 του Συντάγματος, οι οποίες ενσωματώνονται στις ρυθμίσεις του Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου και του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τη Βιομηχανία, το Ελληνικό Δημόσιο, με την κυρωθείσα με το άρθρο 52 του ν. 3220/2004 σύμβαση, επιδίωξε όχι μόνο τη συνέχιση της ήδη υφιστάμενης μεταλλευτικής δραστηριότητας, αλλά και την αξιοποίηση όλων των διερευνημένων και οικονομικά αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων των μεταλλείων Κασσάνδρας μέσω καθετοποιημένης παραγωγής και με τα εχέγγυα προστασίας του περιβάλλοντος που διασφαλίζει η τήρηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως του ν. 1650/1986, η δε παρεμβαίνουσα στο πλαίσιο των συμβατικών δεσμεύσεων εκπόνησε μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στην οποία εξέτασε, μεταξύ άλλων, εναλλακτικών λύσεων, και τη μηδενική λύση, ήτοι τη μη εκμετάλλευση των διερευνημένων κοιτασμάτων και τη διακοπή κάθε δραστηριότητας στα μεταλλεία Κασσάνδρας. Σύμφωνα με τη μελέτη (Κεφάλαιο 4, σελ. 4.1-7 επ.), η λύση αυτή ενέχει ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις τόσο για το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον λόγω της μη αποκατάστασης των θιγεισών από προηγούμενες εκμεταλλεύσεις περιοχών όσο και για το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον λόγω απώλειας θέσεων εργασίας. Αντίθετα, εκτιμάται ότι η υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου θα έχει ιδιαίτερα θετικές επιπτώσεις, στηρίζεται δε σε σχεδιασμό που διασφαλίζει την ορθολογική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της περιοχής χωρίς να διακυβεύεται το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, το οποίο θα προστατευθεί και θα ανακάμψει με την αποκατάσταση των θιγέντων από προγενέστερες εκμεταλλεύσεις χώρων. Εξ άλλου, κατά την κρίση της αδειοδοτούσας αρχής και σύμφωνα με τα δεδομένα της Μ.Π.Ε., ο σχεδιασμός της αξιοποίησης των τριών κοιτασμάτων Ολυμπιάδας, Σκουριών και Μαύρων Πετρών έγινε κατά τρόπο ενιαίο και αδιαίρετο ως προς όλες τις εκφάνσεις ανάπτυξης και λειτουργίας της εκμετάλλευσης και κυρίως ως προς τη συνδυαστική μεταλλουργική καθετοποίηση της αξιοποίησης του συνολικού μεταλλευτικού δυναμικού και των τριών κοιτασμάτων, κατά τρόπο ώστε να μην χωρεί εξέταση εναλλακτικών λύσεων ως προς το εύρος της εκμετάλλευσης, αφού η μη έγκριση εκμετάλλευσης ενός από τα κοιτάσματα αυτά οδηγεί στη ματαίωση όλου του σχεδίου. Περαιτέρω, η αποκατάσταση μόνο του χώρου απόθεσης Ολυμπιάδας και η αξιοποίηση των εκεί αποτεθέντων μεταλλευμάτων, ναι μεν συνιστά κερδοφόρα δραστηριότητα που θα μπορούσε να επιδιωχθεί αυτοτελώς, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, ωστόσο τούτο θα σήμαινε τη μη αξιοποίηση του χρυσοφόρου κοιτάσματος της Ολυμπιάδας σε αντίθεση προς τις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής και εθνικής αναπτυξιακής και χωροταξικής πολιτικής και μάλιστα παρά το γεγονός ότι η αξιοποίηση αυτή είναι δυνατόν να υλοποιηθεί κατά τρόπο ορθολογικό και βιώσιμο βάσει υπόγειας εκμετάλλευσης και μεταφοράς των υλικών ώστε να προστατεύονται τόσο οι αρχαιολογικοί χώροι της περιοχής όσο και ο παρακείμενος Τ.Κ.Σ. του δικτύου Natura και το φυσικό περιβάλλον εν γένει, σύμφωνα με την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι ο σχεδιασμός ενσωματώνει και την περιβαλλοντική αποκατάσταση και διαχείριση όλων των ιστορικά διαταραγμένων χώρων της περιοχής που δεν περιέχουν εμπορικά αξιοποιήσιμες αποθέσεις, η αποκατάσταση των οποίων, κατά τη μηδενική λύση, θα επιβάρυνε κατά κύριο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο, με εξαίρεση τους χώρους που έχει ήδη χρησιμοποιήσει η παρεμβαίνουσα για τη δραστηριότητά της στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου. Ως εκ τούτου, η πλήρης αξιοποίηση των ήδη διαπιστωμένων και αξιόλογων κοιτασμάτων, όπως αυτά περιγράφονται στο επενδυτικό σχέδιο και στην υποβληθείσα Μ.Π.Ε., μέσω μεταλλουργικής επεξεργασίας, σύμφωνα με τις συμβατικές δεσμεύσεις της παρεμβαίνουσας, και η μη εξέταση, πέραν της μηδενικής, άλλων εναλλακτικών λύσεων ως προς την έκταση εκμετάλλευσης των διερευνημένων κοιτασμάτων, δεν καθιστά πλημμελώς αιτιολογημένη την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εναρμονίζεται με τις προπαρατεθείσες κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής και του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και έχει σχεδιασθεί ώστε να επιτυγχάνεται αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών και ορθών πρακτικών και των εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

11. Επειδή, περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 6 περ. στ του ν. 1650/1986, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε περιοχές που εντοπίζονται κοιτάσματα μεταλλευτικών ορυκτών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, σύμφωνα με την περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2837/2000 (Α΄ 178), καθώς και σε μεταλλευτικές και λατομικές περιοχές που έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν απαιτείται προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος και των οδηγιών 84/360/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ, 97/11/Ε.Ε. και 96/61/ Ε.Ε. του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καταργείται μεν το αυτοτελές στάδιο της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης της μεταλλευτικής δραστηριότητος, μετατίθεται όμως η εξέταση όλων των κατά νόμο στοιχείων στο στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, ήτοι η συμβατότητα προς τις γενικότερες κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού και προς τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, η επιλογή των ειδικότερων θέσεων χωροθέτησης των επιμέρους μονάδων και υποδομών της εξορυκτικής δραστηριότητας, καθώς και η εξέταση εναλλακτικών λύσεων, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 998/2005, 1990/2007 7μ., 4491/2009 7μ.).

12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, στο Κεφάλαιο 4 της μελέτης εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις για όλες τις βασικές υποδομές/μονάδες και παραγωγικές και διαχειριστικές μεθόδους ανά υποέργο, οι λύσεις δε αυτές αξιολογούνται βάσει περιβαλλοντικών κριτηρίων και επιλέγεται αυτή που παρουσιάζει τη λιγότερο αρνητική επίδραση στα περιβαλλοντικά μέσα της περιοχής. Ειδικότερα, όσον αφορά στο υποέργο Σκουριών εξετάζονται εναλλακτικές μέθοδοι τόσο ως προς τον τρόπο εκμετάλλευσης, όσο και ως προς τις μεθόδους εξόρυξης και επεξεργασίας του μεταλλεύματος, τις θέσεις των χώρων απόθεσης των αποβλήτων, την επιλογή της διαδρομής μεταφοράς των προϊόντων στις εγκαταστάσεις Στρατωνίου και της όδευσης της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όσον αφορά στο υποέργο Ολυμπιάδας, τεκμηριώνεται, μέσω της εξετάσεως εναλλακτικών, η επιλογή της μεθόδου εκμεταλλεύσεως του κοιτάσματος, της υπόγειας εξόρυξης, της χαράξεως της νέας υπόγειας στοάς προσπέλασης για τη μεταφορά των υλικών και αποβλήτων, ενώ ως προς το υποέργο Μαντέμ Λάκκου εναλλακτικές εξετάζονται τόσο για τη θέση των εργοστασίων εμπλουτισμού και μεταλλουργίας όσο και για το χώρο αποθέσεως επικίνδυνων αποβλήτων στον Κοκκινόλακκα. Εξ άλλου, στην Π.Π.Ε. (σελ. 6-114 επ.) και τη Μ.Π.Ε. (σελ. 5.6-1) μελετήθηκε η σκοπιμότητα χρησιμοποίησης λιμενικών εγκαταστάσεων για τις ανάγκες της επίμαχης δραστηριότητας, οι οποίες, πάντως, προϋπάρχουν και εξυπηρετούν επί σειρά ετών τη μεταλλευτική δραστηριότητα της περιοχής, η δε χρησιμοποίησή τους κρίθηκε ως απολύτως απαραίτητη για την ανταγωνιστικότητα της σχεδιαζόμενης επένδυσης με παράλληλη επέκταση της δυναμικότητάς τους, ώστε να ανταποκριθούν στην αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής προϊόντων και θειικού οξέος μέσω της δημιουργίας υπεράκτιων εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αξιολογήσεως όλων των πρόσφορων εναλλακτικών λύσεων που εξετάσθηκαν για όλες τις βασικές συνιστώσες της σχεδιαζόμενης επένδυσης, τόσο ως προς τη χωροθέτηση των βασικών μονάδων και υποδομών, όσο και ως προς τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους στην εξορυκτική και παραγωγική δραστηριότητα, καθώς και στη διαχείριση των αποβλήτων, αξιολόγηση που στηρίχθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στοιχεία, σε αμιγώς περιβαλλοντικά κριτήρια, γεγονός που διασφαλίζει ότι οι προκριθείσες τελικώς λύσεις είναι αυτές που ενέχουν τις μικρότερες δυνατές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αιτιολογείται επαρκώς και η ανάγκη επέκτασης των λιμενικών εγκαταστάσεων σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

13. Επειδή, εξ άλλου, η επιλογή της μεθόδου μεταλλουργίας αποτέλεσε προϊόν ενδελεχούς εξετάσεως και συγκριτικής αξιολογήσεως των διαθέσιμων τεχνικών με κριτήριο την βέλτιστη περιβαλλοντικά και τεχνικοοικονομικά κατεργασία των συγκεκριμένων μεταλλευμάτων και διαχείριση των παραγόμενων αποβλήτων, αφού ελήφθησαν υπ’ όψιν και τα κριθέντα με την 613/2002 απόφαση της Ολομελείας. Σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. (Κεφ. 4.4.1 και 5.5.2), για την πρόκριση της τελικώς επιλεγείσης μεθόδου της ακαριαίας τήξης (Flash Smelting) ελήφθησαν, μεταξύ άλλων, υπ’ όψιν ότι η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε από τη φινλανδική εταιρεία Outotec με εκτεταμένη βιομηχανική εφαρμογή 70 και πλέον χρόνων, χρησιμοποιείται ήδη στο 50% της παγκόσμιας παραγωγής χαλκού (μεταξύ των οποίων στην Φινλανδία, Σουηδία, Γερμανία, Ισπανία, Πολωνία και Βουλγαρία) και το 30% της παγκόσμιας παραγωγής νικελίου, όπου παράγονται με υψηλά ποσοστά καθαρότητας ως παραπροϊόντα, χρυσός και άργυρος, δεν απαιτεί τη χρήση κυανίου ή ενώσεών του και θεωρείται από τεχνολογικής απόψεως η «state of the art» μέθοδος και από περιβαλλοντικής απόψεως η καθαρότερη πυρομεταλλουργική μέθοδος, καθ’ όσον εμφανίζει αξιόπιστη και λειτουργική παραγωγική διαδικασία, δυνατότητα κατεργασίας διαφορετικών τύπων πρώτων υλών και εύκολης μεταβολής ρυθμών τροφοδοσίας, υψηλές ανακτήσεις των περιεχομένων μεταλλικών αξιών, συμπαγή σχεδιασμό των μονάδων με μικρότερες εκπομπές ρύπων, ελαχιστοποίηση των αποβλήτων, εκ των οποίων το σημαντικότερο τμήμα είναι πλήρως αδρανές με τη μορφή σκωρίας, αξιοποίηση του παραγόμενου θείου με την παραγωγή εμπορεύσιμου θειικού οξέος, χαμηλή ενεργειακή κατανάλωση και ασφαλές και υγιεινό περιβάλλον εργασίας. Για τη βέλτιστη περιβαλλοντική διαχείριση του αρσενικού που παράγεται ως απόβλητο από τη μεταλλουργική επεξεργασία των χρυσοφόρων πυριτών επελέγη η βέλτιστη διαθέσιμη τεχνική της μετατροπής του αρσενικού σε κρυσταλλικό σκοροδίτη, με την οποία επιτυγχάνεται μείωση της προς απόθεση ποσότητας και ασφάλεια της απόθεσης λόγω της μικρής διαλυτότητας του ορυκτού και της μακροχρόνιας σταθερότητας της ορυκτολογικής δομής του, για τη βελτιστοποίηση δε της τεχνικής αυτής έχει εκτελεστεί εκτεταμένο πρόγραμμα εργαστηριακών δοκιμών στο Εργαστήριο Μεταλλουργίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, καθώς και στα ερευνητικά εργαστήρια της Outotec. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου καθίσταται δυνατή λόγω της δυνατότητας αξιοποίησης του κοιτάσματος Σκουριών που περιέχει θειούχο χαλκό, ορυκτό απαραίτητο για τη λειτουργία της μεθόδου, η δε εφαρμοσιμότητά της στα συγκεκριμένα συμπυκνώματα των μεταλλείων Κασσάνδρας και ειδικότερα στους δυσκατέργαστους αρσενοπυρίτες της Ολυμπιάδας έχει ήδη δοκιμασθεί επιτυχώς σε ημιβιομηχανική κλίμακα βάσει δοκιμών που διενεργήθηκαν στα εργαστήρια της φινλανδικής εταιρείας Outotec, η οποία έχει αναπτύξει τη μέθοδο (βλ. σελ. 4.4-3, 5.5-11). Εξ άλλου, οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν με την με αρ. πρωτ. 22343/3949/2.12.2010 θετική γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών του Υ.Π.Ε.Κ.Α. και σε εκθέσεις του Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Τ.Ε.Ε., του Ι.Γ.Μ.Ε. και Επιτροπής Καθηγητών του Α.Π.Θ. που υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της διαβούλευσης σχετικά με την καταλληλότητα της μεθόδου για την παραγωγή χρυσού και την εφαρμοσιμότητά της στα συγκεκριμένα συμπυκνώματα, απαντήθηκαν διεξοδικά με συμπληρωματικά υπομνήματα της παρεμβαίνουσας στο στάδιο αυτό, στα οποία επεσήμανε ότι με τη μέθοδο αυτή παράγεται ως κύριο προϊόν χαλκός και ως παραπροϊόντα χρυσός και άργυρος, δίδεται δε το παράδειγμα της μεταλλουργίας χαλκού Aurubis στο Αμβούργο, η οποία είναι από τις μεγαλύτερες παραγωγούς χρυσού και αργύρου στην Ευρώπη και χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο, η εφαρμοσιμότητά της έχει αποδειχθεί σε ημιβιομηχανική κλίμακα με τα συγκεκριμένα συμπυκνώματα βάσει των δοκιμών που διενεργήθηκαν, ενώ, πέραν των αναλυτικών στοιχείων που περιέχονται στο Κεφάλαιο 5.5.2 της Μ.Π.Ε., έχει εκπονηθεί και ειδική τεχνικοοικονομική μελέτη για όλα τα στάδια της μεταλλουργικής επεξεργασίας. Κατόπιν αξιολογήσεως όλων των ανωτέρω στοιχείων, η Διοίκηση, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή της, ενέκρινε την εφαρμογή της πυρομεταλλουργικής μεθόδου της ακαριαίας τήξης, καθ’ όσον, κατά την κρίση της, η μέθοδος αυτή εξασφαλίζει βέλτιστη προσαρμογή στις διακυμάνσεις της περιεκτικότητας των κοιτασμάτων, άριστη αξιοποίηση των μεταλλευμάτων της περιοχής, καθώς και υψηλή ανάκτηση μετάλλων, ενώ οδηγεί σε σταθεροποίηση του αρσενικού που περιέχεται στο συμπύκνωμα Ολυμπιάδας στην σταθερή και περιβαλλοντικά αποδεκτή μορφή του σκοροδίτη, καθώς και σε ανάκτηση του θείου που περιέχεται και στα δύο συμπυκνώματα υπό μορφή θεϊκού οξέος (βλ. όρους α1 και δ2.329), αποκλειομένης της χρήσης κυανίου ή ενώσεών του κατά τη λειτουργία της μεταλλουργίας (βλ. όρους δ1.2 και δ2.324). Η κρίση αυτή της Διοίκησης ως προς το χαρακτηρισμό της επιλεγείσας μεθόδου ως βέλτιστης διαθέσιμης και ως προς την εφαρμοσιμότητά της στα συγκεκριμένα συμπυκνώματα αιτιολογείται νομίμως με βάση τα δεδομένα της Μ.Π.Ε., τη θετική γνωμοδότηση της Δ/νσης Μεταλλευτικών και Βιομηχανικών Ορυκτών και τις διευκρινίσεις που παρέσχε η παρεμβαίνουσα στις ενστάσεις που διατυπώθηκαν, ενώ επιβεβαιώνεται και με το με αρ. πρωτ. 11977/873/31.5.2012 έγγραφο απόψεων της Διεύθυνσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών προς το Δικαστήριο. Δεν κλονίζεται δε η αιτιολογία αυτή, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αιτούντες, από το γεγονός ότι με την απόφαση περί εγκρίσεως της τεχνικής μελέτης του οικείου υποέργου, η αρμόδια Διεύθυνση έθεσε ως όρο την προηγούμενη εκτέλεση προγράμματος δοκιμών σε ημιβιομηχανική μονάδα επί τόπου του έργου και την εκπόνηση μελέτης εφαρμογής και ειδικών μελετών που να καλύπτουν όλες τις διεργασίες της μεταλλουργικής διαδικασίας, καθ’ όσον, όπως διευκρινίζεται και στο ανωτέρω έγγραφο απόψεων της εν λόγω Διεύθυνσης, οι όροι αυτοί τέθηκαν ώστε να επιτευχθεί η πλήρης προσαρμογή της μεθόδου στις συγκεκριμένες συνθήκες και την τροφοδοσία και να αντιμετωπισθούν όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες των σταδίων της μεταλλουργικής επεξεργασίας πριν την κατασκευή των εγκαταστάσεων. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, κατά το μέρος δε που αμφισβητούν ευθέως την τεχνική κρίση της Διοίκησης ως προς την καταλληλότητα της μεθόδου μεταλλουργίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα. Τέλος, αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη είναι πλημμελής, διότι δεν προβλέπει εναλλακτική μέθοδο σε περίπτωση που η προκρινόμενη αποδειχθεί τεχνικώς ή οικονομικώς ανεφάρμοστη, σύμφωνα και με τη σχετική παρατήρηση της Δ/νσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το σύνολο της Μ.Π.Ε., η μέθοδος μεταλλουργίας είναι βασική συνιστώσα του επενδυτικού σχεδίου και επηρεάζει το συνολικό σχεδιασμό τόσο ως προς την αναγκαιότητα εκμετάλλευσης του κοιτάσματος Σκουριών, το οποίο και μόνο περιέχει θειούχο χαλκό απαραίτητο για τη λειτουργία της μεθόδου, όσο και ως προς τις προβλέψεις της για την ποσότητα και ποιότητα των παραγόμενων αποβλήτων, τον περιβαλλοντικό χαρακτηρισμό και τη διαχείρισή τους, τα τεχνικοοικονομικά δεδομένα, ισοζύγια τροφοδοσίας και λοιπά στοιχεία που παρατίθενται στη μελέτη. Ως εκ τούτου, η τυχόν εφαρμογή άλλης μεθόδου ή η ουσιώδης, ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τροποποίησή της, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ανακύψει η ανάγκη αυτή, θα πρέπει να στηρίζεται σε νέα έγκριση περιβαλλοντικών όρων, εκδοθείσα κατόπιν τηρήσεως εκ νέου της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως, λόγω ουσιώδους τροποποιήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου.

14. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄ 153), ερμηνευομένων υπό το φως του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος, είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτές επεμβάσεις πλησίον μνημείου, αλλά μόνο κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία χορηγείται εάν η απόσταση από το ακίνητο μνημείο και το άμεσο περιβάλλον του ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη σε αυτό. Ωστόσο, ο Υπουργός Πολιτισμού δύναται και να απαγορεύει κάθε έργο ή δραστηριότητα που μπορεί να βλάψει, αμέσως ή εμμέσως, και δη τόσο από απόψεως ασφάλειας όσο και από αισθητικής απόψεως, τις αρχαιότητες ή τα νεότερα μνημεία, με γνώμονα την εις το διηνεκές διατήρηση και προστασία τους και πάντοτε εν όψει αφ’ ενός του χαρακτήρα των προστατευτέων μνημείων και αφ’ ετέρου του συγκεκριμένου έργου που πρόκειται να επιχειρηθεί. Η έγκριση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση εκδόσεως των τυχόν απαιτούμενων για τη λειτουργία των δραστηριοτήτων λοιπών διοικητικών πράξεων, χορηγείται μόνον εάν, κατά την αιτιολογημένη κρίση του αρχαιολογικού οργάνου, το έργο ή η δραστηριότητα, είτε καθ’ εαυτό είτε εν όψει των συνθηκών που υφίστανται στην περιοχή, δεν συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις στη διατήρηση, την προβολή και την εν γένει προστασία του μνημείου, αλλά και του χώρου που το περιβάλλει (βλ. μεταξύ άλλων ΣτΕ 3824/2007, 1580/2007 7μ.).

15. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το με αρ. πρωτ. 105629/10.7.2006 έγγραφό της η Ειδική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (Ε.Υ.ΠΕ.) του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. διαβίβασε την Π.Π.Ε. του επίμαχου έργου στις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες προς γνωμοδότηση. Η ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Ε.Π.Κ.Α.) με το με αρ. πρωτ. 9347/7.8.2006 έγγραφό της απάντησε, κατ’ αρχήν, ότι δεν συμφωνεί με την ανάπτυξη νέου μεταλλείου στις Σκουριές, δεν έχει αντίρρηση για την κατασκευή του έργου στην Ολυμπιάδα υπό τον όρο της παρακολούθησης των εργασιών, ενώ επιφυλάχθηκε για το έργο των Μαύρων Πετρών προκειμένου να διενεργήσει αυτοψία. Η 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Ε.Β.Α.) γνωμοδότησε αρνητικά (4373/7.8.2006) με την αιτιολογία ότι η περιοχή ανάπτυξης της επίμαχης δραστηριότητας αποτελεί στο σύνολό της ένα βασικό ιστορικό και αρχαιολογικό χώρο της Χαλκιδικής, η μελέτη και αξιολόγηση του οποίου βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί, η δε υλοποίηση του έργου θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη στο μέλλον οποιαδήποτε έρευνα και αξιοποίηση των αρχαιοτήτων. Περαιτέρω, η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας στη με αρ. πρωτ. 1948/11.8.2006 γνωμοδότησή της βεβαίωσε ότι στις περιοχές των εγκαταστάσεων των υποέργων δεν υπάρχουν νεότερα κτίσματα χαρακτηρισμένα ως μνημεία, αλλά ούτε και χαρακτηρισμένοι ιστορικοί τόποι, ωστόσο τάχθηκε αρνητικά, υπό την επιφύλαξη της διενέργειας αυτοψίας, με την αιτιολογία ότι η περιοχή των πρώην «Μεταλλείων Κασσάνδρας» είναι γνωστή ιστορική μεταλλευτική περιοχή, στην οποία διασώζονται τεκμήρια από την αρχαιότητα, η δε υλοποίηση του έργου θα έχει ως αποτέλεσμα να αλλοιωθεί το ιστορικό μεταλλευτικό τοπίο ώστε να αποκλεισθεί οποιαδήποτε δυνατότητα έρευνάς του στο μέλλον. Μετά την ολοκλήρωση των αυτοψιών, η μεν Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων δεν εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την υλοποίηση του έργου λόγω μη υπάρξεως κηρυγμένων μνημείων στην περιοχή (146/17.1.2007), οι δε ΙΣΤ΄ Ε.Π.Κ.Α. (725/22.3.2007) και 10η Ε.Β.Α. (2687/25.4.2007) επανέλαβαν τις επιφυλάξεις τους όσον αφορά στο υποέργο των Μαύρων Πετρών, καθ’ όσον διαπίστωσαν ότι εντός του ορίου κατάληψης του υποέργου βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος Καρακόλι, ο περιβάλλων χώρος του οποίου έχει αλλοιωθεί σημαντικά από τις υφιστάμενες λίμνες τελμάτων, ενώ εκτός του ορίου κατάληψης αλλά στην άμεση περιοχή μελέτης βρίσκεται κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος, νότια του σημερινού οικισμού του Στρατωνίου, καθώς και μη κηρυγμένοι χώροι όπου εντοπίσθηκαν αρχαιολογικά ευρήματα και παρατίθενται αναλυτικά στα ως άνω έγγραφα, η δε υφιστάμενη αλλοίωση του περιβάλλοντος χώρου υποβαθμίζει τις αρχαιότητες και καθιστά αδύνατη κάθε μελλοντική ανάδειξη της θέσης Καρακόλι, προς προστασία δε αυτής έθεσαν συγκεκριμένους όρους για την υποχρέωση σωστικής ανασκαφικής έρευνας, από τα αποτελέσματα της οποίας θα εξαρτηθεί η συνέχιση των εργασιών και παρακολούθησης της κατασκευής του έργου. Αντίθετα, τάχθηκαν αρνητικά ως προς το υποέργο στη θέση Σκουριές λόγω εντοπισμού σκωριών και άλλων καταλοίπων σε επιφανειακή εκδήλωση μεταλλοφόρου κοιτάσματος σε υψόμετρο 650 μ. μέσα σε δάσος οξιάς και δρυός, αλλά και άλλων ευρημάτων στη θέση Κάτσουρας ή Καστελούδι, στα υψώματα Καστέλλι και Καμήλα και στη θέση Παλαιόχωρα. Εξ άλλου, με το με αρ. πρωτ. 3972/26.11.2007 έγγραφό της η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων γνωμοδότησε θετικά για τις λιμενικές εγκαταστάσεις του επίμαχου έργου. Η παρεμβαίνουσα επανήλθε καταθέτοντας στις αρχαιολογικές υπηρεσίες αναφορά του Αναπληρωτή Καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Α.Π.Θ., Π. Φ., ο οποίος, κατόπιν διενέργειας αυτοψίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αρχαία κατάλοιπα που παρατηρούνται στη θέση Σκουριές έχουν μεταφερθεί από αλλού και δεν αποτελούν ένδειξη υπάρξεως αρχαιοτήτων στην περιοχή. Το θέμα εισήχθη ενώπιον του Κ.Α.Σ., τα μέλη του οποίου διενήργησαν αυτοψία και αποφάσισαν αφ’ ενός την έγκριση της δραστηριότητας στις θέσεις Ολυμπιάδας και Μαύρων Πετρών, σύμφωνα με τους όρους των αρχαιολογικών υπηρεσιών και αφ’ ετέρου τη διενέργεια επιφανειακής αρχαιολογικής έρευνας, ώστε να διερευνηθεί η ύπαρξη ή μη συγκεκριμένων αρχαιολογικών καταλοίπων στην επιφανειακή εκδήλωση μεταλλοφόρου κοιτάσματος στη θέση Σκουριές, καθώς ουδέν εντοπίσθη κατά την αυτοψία. Δεδομένου ότι από την ανασκαφική έρευνα που διενεργήθηκε δεν εντοπίσθηκαν άλλες αρχαιότητες, η ΙΣΤ΄ Ε.Π.Κ.Α. με την με αρ. πρωτ. 2448/112.3.2009 γνωμοδότησή της τάχθηκε υπέρ της κατασκευής του έργου στη θέση Σκουριές υπό τον όρο ανασκαφικής έρευνας σε περίπτωση εντοπισμού και άλλων αρχαιοτήτων, περισυλλογής και μεταφοράς των ήδη εντοπισμένων και παρακολούθησης των εργασιών, ενώ έθεσε πρόσθετους όρους για την προστασία του μνημείου που εντοπίσθηκε στη θέση Καρακόλι, στην περιοχή του υποέργου Μαύρων Πετρών, για το οποίο πρότεινε την ολοκλήρωση της ανασκαφής, την ανάδειξη, οπτική απομόνωση και επισκεψιμότητά του, δαπάναις της παρεμβαίνουσας, και την αντίστοιχη μείωση της έκτασης των προβλεπόμενων έργων. Ακολούθησε, η υπ’ αριθμ. 21/16.6.2009 θετική, κατά πλειοψηφία, γνωμοδότηση του Κ.Α.Σ., η οποία υιοθετήθηκε από την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση που έθεσε τους προτεινόμενους από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες πρόσθετους όρους, προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία των αρχαιοτήτων αποκαλυφθεισών ή μη. Ακολούθως, στο στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, οι αρμόδιες εφορείες γνωμοδότησαν εκ νέου επί της Μ.Π.Ε. του έργου, του Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων και της Μ.Π.Ε. για την αποκατάσταση των παλαιών χώρων απόθεσης της Ολυμπιάδας. Με το δε με αρ. πρωτ. 119353/5572/18.1.2011 έγγραφό της η Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αφού έλαβε υπ’ όψιν τις 12662/18.11.2010 και 15241/17.12.2010 γνωμοδοτήσεις της ΙΣΤ΄ Ε.Π.Κ.Α. και την 262/18.1.2011 γνωμοδότηση της 10ης Ε.Β.Α., ενέκρινε το επίμαχο έργο με την αιτιολογία ότι στην Ολυμπιάδα οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις παραμένουν ως έχουν, στο Στρατώνι η νέα χωροθέτηση των εργοστασίων εμπλουτισμού και μεταλλουργίας έγινε σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού που ενέκρινε την Π.Π.Ε. του έργου ώστε να προστατεύεται το οχυρωματικό μνημείο στη θέση Καρακόλι και στις Σκουριές υπό την προϋπόθεση ότι θα εξαιρεθούν από τη μεταλλευτική δραστηριότητα οι θέσεις «Νταμπίζ», «Παλαιοχώρα», «Καμήλα», «Καστέλλι» και «Καστελούδι», λόγω των επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν από τη 10η Ε.Β.Α. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή, όλα τα προτεινόμενα έργα δεν οχλούν οπτικά ή με οποιονδήποτε τρόπο τις αρχαιότητες που βρίσκονται στην άμεση και στην ευρύτερη περιοχή, δηλαδή τους κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους «Πετρόλακκου», αρχαίων Σταγείρων, Βίνα και νότια του Στρατωνίου, ενώ οι εγκαταστάσεις απόθεσης στον Κοκκινόλακκα και στις Σκουριές δεν προκαλούν οπτική ή άλλη όχληση ούτε επηρεάζουν άμεσα τον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο νότια του Στρατωνίου και τις αρχαιότητες στις θέσεις «Λοτσάνικο», «Καμήλα» και «Καστελούδι», η δε αποκατάσταση των θιγέντων χώρων στην Ολυμπιάδα θα εξαλείψει την οπτική όχληση στον αρχαιολογικό χώρο «Πετρόλακκος». Εξ άλλου, η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας με το με αρ. πρωτ. 3996/14.3.2011 έγγραφό της επανέλαβε τις προηγούμενες θέσεις της. Σε συμμόρφωση προς τις υποδείξεις της αρχαιολογικής υπηρεσίας, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση υιοθετήθηκαν οι όροι που κρίθηκαν αναγκαίοι για την προστασία των αρχαιοτήτων της περιοχής και οι οποίοι περιλαμβάνουν εποπτεία των εργασιών από αρχαιολόγο, διακοπή τους σε περίπτωση ανεύρεσης αρχαιοτήτων και διενέργεια ανασκαφικής έρευνας, από τα αποτελέσματα της οποίας θα εξαρτάται η συνέχιση των εργασιών και κάλυψη του κόστους παρακολούθησης των εργασιών, ανασκαφών, συντήρησης, μελέτης και δημοσίευσης των ευρημάτων από τον προϋπολογισμό του έργου (βλ. όρους δ1.34-36). Ειδικώς, ως προς τη θέση Σκουριές, τα εντοπισμένα κατάλοιπα αρχαίων σκουριών και κεραμικής που βρίσκονται στην περιοχή της επιφανειακής εκδήλωσης του μεταλλοφόρου κοιτάσματος θα περισυλλεγούν και θα μεταφερθούν σε κατάλληλο σημείο, ώστε να μην αποκόπτονται από το περιβάλλον τους, ενώ καμία παρέμβαση δεν θα γίνει στις θέσεις «Νταμπίζ», «Παλαιοχώρα», «Καμήλα», «Καστέλλι» και «Καστελούδι» χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των αρμοδίων εφορειών (βλ. δ2.113) και ως προς τη θέση Στρατωνίου, θα ολοκληρωθεί η ανασκαφική έρευνα στη θέση Καρακόλι με χρηματοδότηση του φορέα του έργου, σε περίπτωση αποκάλυψης επιπλέον αρχαιοτήτων, ο αρχαιολογικός χώρος θα ορισθεί εκ νέου με ταυτόχρονη μείωση της έκτασης των εγκαταστάσεων, ενώ μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφής ο κύριος του έργου θα προβεί σε περίφραξη του χώρου, τοποθέτηση ενημερωτικής πινακίδας και στην ανάδειξη του μνημείου, απομονώνοντάς το οπτικά από τις επιφανειακές εγκαταστάσεις με φύτευση δένδρων σε ενίσχυση της υπάρχουσας εικόνας του τοπίου και θα φροντίσει για την επισκεψιμότητά του προτείνοντας εναλλακτικό οδικό δίκτυο, υπό τις οδηγίες των αρμόδιων εφορειών (βλ. δ2.325). Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες γνωμοδότησαν τόσο στο στάδιο της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης όσο και στο στάδιο οριστικοποίησης των περιβαλλοντικών όρων, παραθέτοντας ειδικώς όλες τις αρχαιότητες και τα αρχαιολογικά ευρήματα που βρίσκονται στην άμεση και ευρύτερη περιοχή των έργων και χρήζουν προστασίας από απόψεως αρχαιολογικού νόμου, αξιολογώντας τις επιπτώσεις των έργων σε αυτές και θέτοντας συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι, κατά την ουσιαστική τους κρίση, διασφαλίζουν ότι η ανάπτυξη της επίμαχης δραστηριότητας δεν θα προκαλέσει άμεση ή έμμεση βλάβη στις εντοπισθείσες αρχαιότητες και στην αρχαιολογική έρευνα της καταληφθείσας από τα έργα περιοχής και δεν θα αποκλείσει τη δυνατότητα αξιοποίησης και ανάδειξής τους. Ειδικότερα, όσον αφορά στη θέση Σκουριές, η αρχική αρνητική γνωμοδότηση της αρμόδιας εφορείας βασίστηκε κατά κύριο λόγο στον εντοπισμό σκωριών από εκκαμίνευση κατά την αρχαιότητα και κεραμικής σε επιφανειακή εκδήλωση μεταλλοφόρου κοιτάσματος και στην πιθανολόγηση ανεύρεσης αρχαίων εγκαταστάσεων συνδεόμενων με τα ευρήματα αυτά, η οποία όμως αποκλείστηκε κατόπιν ειδικής ανασκαφικής έρευνας σε όλη την έκταση που πρόκειται να θιγεί. Προς προστασία δε των ευρημάτων αυτών τέθηκε ως όρος η μεταφορά τους σε σημείο κατάλληλο ώστε να μην αποκόπτονται από το περιβάλλον τους (βλ. όρο δ2.113 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Πέραν τούτου, ελήφθησαν υπ’ όψιν και τα υπόλοιπα αρχαιολογικά ευρήματα σε τοποθεσίες της ίδιας περιοχής, επιβλήθηκε απαγόρευση επέμβασης στις τοποθεσίες αυτές και κατά τα λοιπά επετράπη η ανάπτυξη της επίμαχης δραστηριότητας, καθ’ όσον κατά την κρίση του αρχαιολογικού οργάνου δεν υφίσταται οπτική ή άλλη όχληση στις αποκαλυφθείσες αρχαιότητες εν όψει της αποστάσεως και της θέσεως αυτών σε σχέση με την περιοχή ανάπτυξης των έργων. Όσον αφορά στη θέση Ολυμπιάδας, κατά την ουσιαστική κρίση του αρμοδίου οργάνου, η ανάπτυξη της δραστηριότητας δεν θα επιφέρει οπτική ή άλλη όχληση στις περιοχές που βρίσκονται στην άμεση και ευρύτερη περιοχή του έργου, ήτοι στους κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους «Πετρόλακκος», αρχαία Στάγειρα και Βίνα, καθ’ όσον δεν υπάρχει μεταβολή στις υφιστάμενες επιφανειακές εγκαταστάσεις του μεταλλείου και τα νέα έργα είναι υπόγεια, η δε επιφανειακή κατάληψη θα βαίνει σταδιακά μειούμενη από τα πρώτα χρόνια υλοποίησης της επένδυσης. Τέλος, και η όχληση που θα προκληθεί στους αρχαιολογικούς χώρους αρχαίων Σταγείρων και Βίνα από το γεγονός ότι η διακίνηση των προϊόντων, μέχρι την ολοκλήρωση της σήραγγας προς το Μαντέμ Λάκκο, θα γίνεται μέσω της Ε.Ο. που διέρχεται από τα όρια των εν λόγω αρχαιολογικών χώρων (βλ. Κεφάλαιο 7.7-4 της Μ.Π.Ε.), πέραν του προσωρινού της χαρακτήρα, αντιμετωπίζεται, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, με τον όρο δ2.24 της προσβαλλόμενης που προβλέπει πυκνή δενδροφύτευση στο τμήμα αυτό. Όσον αφορά στη θέση Στρατώνι, έγινε ειδική μνεία και καταγραφή όλων των αρχαιολογικών χώρων και θέσεων, κηρυγμένων ή μη, αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις ανάπτυξης του υποέργου στα προστατευτέα στοιχεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και τέθηκαν οι αναγκαίοι όροι, οι οποίοι διασφαλίζουν, κατά την κρίση του αρχαιολογικού οργάνου, την κατασκευή και λειτουργία του υποέργου κατά τρόπο ώστε να μην επέρχεται βλάβη στις αρχαιότητες. Ειδικότερα, ελήφθη υπ’ όψιν η αλλοίωση του περιβάλλοντος από τη λειτουργία των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, τέθηκαν ειδικοί όροι για την προστασία, ανάδειξη και επισκεψιμότητα του αρχαιολογικού χώρου Καρακόλι που βρίσκεται εντός των ορίων κατάληψης του έργου και, κατά τα λοιπά, επετράπη η κατασκευή τόσο των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων όσο και του χώρου απόθεσης στον Κοκκινόλακα με την αιτιολογία ότι δεν δημιουργείται οπτική ή άλλη όχληση στον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο νότια του Στρατωνίου, όπως εξ άλλου τεκμηριώνεται στη Μ.Π.Ε. (βλ. Κεφάλαιο 7). Οι δε επιφυλάξεις της 10ης Ε.Β.Α. περί της ελλιπούς αρχαιολογικής έρευνας στην περιοχή των υποέργων και των δραστικών επεμβάσεων που θα επέλθουν στα μορφολογικά χαρακτηριστικά του τοπίου ώστε να καθίσταται αδύνατη η μελλοντική έρευνα αντιμετωπίζονται πλήρως με τον όρο που έχει τεθεί περί διακοπής των εργασιών σε περίπτωση εντοπισμού αρχαιοτήτων και συνέχισής τους αναλόγως με τα αποτελέσματα της ανασκαφικής έρευνας, ενώ η αλλοίωση του τοπίου τόσο από τις υφιστάμενες όσο και από τις νέες εγκαταστάσεις θα αποκατασταθεί σταδιακά μέχρι το πέρας της εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που περιγράφεται στο Κεφάλαιο 6 της Μ.Π.Ε. Ως εκ τούτου, όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα περί πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως προς την προστασία των αρχαιοτήτων της περιοχής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, εφ’ όσον το Κ.Α.Σ. έχει ήδη γνωμοδοτήσει στο στάδιο της Π.Π.Ε., λαμβάνοντας υπ’ όψιν και αξιολογώντας όλες τις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις των αρμοδίων εφορειών, δεν απαιτούνταν η τήρηση εκ νέου του τύπου αυτού και στο στάδιο εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, καθ’ όσον από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει, αλλά ούτε και προβάλλεται, ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών δεδομένων, επί των οποίων στηρίχθηκε η γνωμοδότηση, ενώ όπως ρητώς βεβαιώνεται σε όλες τις γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων δεν υπάρχουν χαρακτηρισμένα νεώτερα μνημεία στην περιοχή ώστε να υπάρχει αντικείμενο γνωμοδότησης της εν λόγω εφορείας ή του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, όπως αβασίμως προβάλλουν οι αιτούντες. Τέλος, είναι αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις επιπτώσεις του επίμαχου έργου στα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους «Λιοτόπι», «Βίνα» και «Πετρόλακκος», ο χαρακτηρισμός των οποίων δεν ελήφθη υπ’ όψιν από τη Μ.Π.Ε. κατά παράβαση των απαιτήσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση του Τοπίου, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 119353/5572/18.1.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, τον χάρτη Θεσμοθετημένων Χρήσεων Γης (Μέρος Ι) (Σχ. 10-2.1) και το με αρ. πρωτ. 11977/873/31.5.2012 έγγραφο της Δ/νσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών του Υ.Π.Ε.Κ.Α., οι ως άνω θέσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί υπ’ όψιν από τη Μ.Π.Ε. και αποτυπώνονται στον ως άνω χάρτη, αποτελούν κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους ή εμπίπτουν σε κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο, ως εκ τούτου η αιτιολογημένη, κατά τα ανωτέρω, κρίση του αρχαιολογικού οργάνου περί μη οπτικής όχλησης ή άλλης άμεσης ή έμμεσης βλάβης στους χώρους αυτούς αρκεί για να τεκμηριώσει ότι δεν προκαλείται βλάβη στον προστατευόμενο χαρακτήρα των τοπίων αυτών, σύμφωνα δε με το ειδικό Παράρτημα VIII «Εκτίμηση Οπτικής Όχλησης Εγκαταστάσεων», οι οπτικές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει η αδειοδοτούμενη δραστηριότητα έχουν μελετηθεί υπό το πρίσμα των προβλεπομένων στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου που κυρώθηκε με το ν. 3827/2010 (Α΄ 30) και έχουν προταθεί, όπου απαιτούνται, τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του.

16. Επειδή, εξ άλλου, με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος, ανατίθεται στον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου επιβάλλεται ευθέως ο κανόνας απαγόρευσης μεταβολής του προορισμού τους, παρέχεται δε στο νομοθέτη η δυνατότητα να επιτρέψει μόνον κατ’ εξαίρεση την αλλοίωση της μορφής των δασών και των δασικών εκτάσεων για λόγους δημόσιας ωφέλειας, αφού εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της αλλοιώσεως στο φυσικό περιβάλλον, η σημασία της διαφυλάξεως των εκτάσεων με δασική βλάστηση συγκριτικά με τη σημασία που έχει ο σκοπός για τον οποίο αυτή επιβάλλεται καθώς και με τον τρόπο, με το οποίο ο σκοπός αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί χωρίς αλλοίωση, και μόνον αν ο σκοπός δεν μπορεί να εκπληρωθεί με άλλον τρόπο που, έστω και δαπανηρότερος, δεν θα έθιγε την υπάρχουσα στην έκταση δασική βλάστηση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 4 του ν. 998/1979 (Α΄ 289): «1. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, διά την αποτελεσματικήν και διαρκή προστασίαν των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως: α) Δάση και δασικές εκτάσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερο επιστημονικό, αισθητικό, οικολογικό και γεωμορφολογικό ενδιαφέρον ή περιλαμβάνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης και ζώνες ειδικής προστασίας εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση, υγροβιότοποι, διατηρητέα μνημεία της φύσης, δίκτυα και περιοχές προστατευόμενα από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αρχαιολογικοί χώροι, το άμεσο περιβάλλον μνημείων και ιστορικοί τόποι) (όπως η περ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, ΦΕΚ 303 Α΄). β) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις). γ) …». Στο άρθρο 56 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις των κατηγοριών γ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και αι οποίαι δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις α΄, δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, επιτρέπεται η εγκατάστασις βιομηχανιών κοπής και επεξεργασίας ξύλου ή βιομηχανιών εχουσών ως πρώτην ύλην το ξύλον ή άλλα προϊόντα του δάσους, ως και βιομηχανιών γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Η εγκατάστασις γίνεται κατόπιν αδείας του νομάρχου, χορηγουμένης μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου δασών του νομού και πάντοτε υπό τον όρον της τηρήσεως των υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας. 2. … 3. Ναυπηγεία ή διυλιστήρια ή άλλα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα επιτρέπεται να εγκατασταθούν και καταλάβουν δάση και δασικές εκτάσεις περιλαμβανομένας εις την υπό στοιχείον β΄ κατηγορίαν της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος, μη περιλαμβανομένας δε εις τας υπό στοιχεία α΄και ε΄ της αυτής παραγράφου περιπτώσεις ουδέ εις τας κατηγορίας α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου 4, εφ’ όσον τούτο επιβάλλεται εκ της φύσεως των ως άνω επιχειρήσεων και εκ της θέσεως εις ην κείνται τα δάση ή αι δασικαί εκτάσεις. Η σχετική έγκρισις παρέχεται υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά πράξεως αυτού. Η εκχέρσωσις της αναγκαιούσης εκτάσεως γίνεται πάντοτε υπό τον όρον της αναλήψεως της υποχρεώσεως προς αναδάσωσιν περιβαλλούσης τας εγκαταστάσεις η εγγύς προς αυτάς κειμένας περιοχής εις έκτασιν μείζονα μέχρι και του διπλασίου της καταλαμβανομένης υπό των εν λόγω εγκαταστάσεων. 4 … 5 ….». Περαιτέρω, στο άρθρο 57 προβλέπεται ότι: «1.… 2. Εκμετάλλευσις μεταλλείων και λατομείων διά της εξορύξεως, διαλογής, επεξεργασίας και αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξις οδών προσπελάσεως και ανεγέρσεως εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών τας ανάγκας εκμεταλλεύσεως τούτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπονται ελευθέρως, εφ’ όσον εχορηγήθη η κατά την προηγουμένην παράγραφον έγκρισις ερεύνης. Εάν δεν εχορηγήθη η ως είρηται έγκρισις ερεύνης, απαιτείται ειδική έγκρισις της εκμεταλλεύσεως, χορηγουμένη δι’ αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης μετά γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την εκμετάλλευσιν τούτων θεωρεί ιδαιτέρως συμφέρουσαν διά την εθνικήν οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας. … Εις πάσαν περίπτωσιν απαιτείται έγκρισις διά την εκμετάλλευσιν μεταλλείων ή λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α΄ και β΄ παραγράφου 1 του άρθρου 4, ως και των κατηγοριών δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, ανεξαρτήτως του αν εχορηγήθη ή μη κατά την προηγουμένην παράγραφον έγκρισις. … 3. Η εκμετάλλευσις των μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών ενεργείται υποχρεωτικώς κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασικήν βλάστησιν ει μη εις το απολύτως απαραίτητον μέτρον. Η εναπόθεσις ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυσσομένων μεταλλευμάτων ή λατομικών ορυκτών ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους της εν άρθρω 45 παρ. 4 μελέτης». Ως έχει κριθεί, κατά την ερμηνεία των διατάξεων του ν. 998/1979 που ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, την άσκηση μεταλλευτικών δραστηριοτήτων εντός δασών και δασικών εκτάσεων υπό το φως του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος που επιτάσσει την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων, είναι ανεκτή η μεταβολή της μορφής εκτάσεως με δασική βλάστηση για την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών, προκειμένου να ικανοποιηθούν ανάγκες οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν διαφορετικά, εφ’ όσον, όμως, κριθεί ότι η συγκεκριμένη ανάγκη υπερτερεί της διαφυλάξεως εκτάσεως με δασική βλάστηση και ότι δεν υφίσταται τρόπος ικανοποιήσεώς της με άλλο τρόπο. Κριτήριο της ανάγκης είναι ότι η ικανοποίησή της έχει για την εθνική οικονομία ζωτική σημασία, εκτιμώμενη, μεταξύ άλλων, εν όψει της σπανιότητας και του βαθμού επάρκειας των ορυκτών και των υφισταμένων δυνατοτήτων καλύψεως της σχετικής ζήτησης. Στα πλαίσια αυτά η μεταλλευτική δραστηριότητα αποτελεί επιτρεπτή, υπό όρους, δραστηριότητα εκμετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών πόρων, η οποία, κατά το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο, έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και συνδέεται με υποχρέωση ανάπλασης του μεταλλευτικού χώρου μετά τη λήξη της δραστηριότητας αυτής και πάντως δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού χαρακτήρα των εκτάσεων, αλλά μόνο προσωρινή δυνατότητα επεμβάσεως σε αυτές (πρβλ. ΣτΕ 293/2009, 1990/2007 7μ., 3297/2007, 2763/2006, 2268/2004 κ.ά.). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 57, προ της αντικαταστάσεώς του από το ν. 4001/2011 (Α΄ 179), η οποία αναφέρεται όχι μόνο στην εξορυκτική δραστηριότητα αλλά και στις συναφείς υποστηρικτικές εγκαταστάσεις, υποδομές και μονάδες διαλογής, επεξεργασίας και αποκομιδής των ορυκτών, οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τους οποίους επιτρέπεται όχι μόνο η ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας εντός δασών και δασικών εκτάσεων, αλλά και η χωροθέτηση των μονάδων επεξεργασίας των ορυκτών μετά των αναγκαίων υποστηρικτικών υποδομών, διέπονται αποκλειστικά από τις ρυθμίσεις του άρθρου 57 του ν. 998/1979, οι οποίες είναι ειδικότερες σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ίδιου νόμου που ρυθμίζουν την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων εν γένει εντός δασών και δασικών εκτάσεων. Η ερμηνεία αυτή, εξ άλλου, είναι σύμφωνη και προς τα άρθρα 24 και 106 του Συντάγματος, καθ’ όσον ο νομοθέτης διά των διατάξεων αυτών αναγνωρίζει την ανάγκη αξιοποίησης των ορυκτών πρώτων υλών της χώρας, αλλά και την ιδιαιτερότητα της εξορυκτικής δραστηριότητας, η οποία περιορίζεται σε περιοχές όπου εντοπίζονται βιώσιμα κοιτάσματα προς εκμετάλλευση και ως εκ τούτου θέτει ειδικές προϋποθέσεις για τη δραστηριότητα αυτή κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται τόσο η προστασία του ευαίσθητου οικοσυστήματος όσο και η τεχνικοοικονομική βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης, η οποία κρίνεται ιδιαιτέρως συμφέρουσα για την εθνική οικονομία. Ως εκ τούτου, η χωροθέτηση των αναγκαίων υποστηρικτικών υποδομών και βιομηχανικών μονάδων σχετικών με την εξορυκτική δραστηριότητα διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του άρθρου 57, οι οποίες δεν απαγορεύουν τη χωροθέτηση των μονάδων αυτών σε περιοχές που εμπίπτουν στις περ. α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4, εφ’ όσον βέβαια πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή για το επιτρεπτό της επέμβασης σε δάση και δασικές εκτάσεις, ήτοι να αιτιολογείται η ανάγκη χωροθέτησης των μονάδων αυτών πλησίον των περιοχών εξόρυξης, κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται διάχυση των οχληρών επιπτώσεων σε ευρύτερη έκταση του οικοσυστήματος, κατόπιν εξετάσεως εναλλακτικών λύσεων, διερεύνησης των επιπτώσεων που θα προκληθούν στο οικοσύστημα και υιοθέτησης των απαραίτητων μέτρων που θα εξασφαλίζουν αφ’ ενός την αποτελεσματική προστασία των περιβαλλοντικών μέσων, ήτοι των αβιοτικών παραγόντων που είναι απαραίτητα για την αναγέννηση του οικοσυστήματος, και αφ’ ετέρου την αποκατάσταση του πληγέντος οικοσυστήματος κατά το πέρας της εκμετάλλευσης και, τέλος, στάθμισης του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται από την αξιοποίηση του συγκεκριμένου κοιτάσματος. Εξ άλλου, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 57 εγκρίνονται και οι χώροι απόθεσης των εξορυκτικών αποβλήτων, οι οποίοι δύνανται να χωροθετούνται και εντός δασών και δασικών εκτάσεων των ανωτέρω κατηγοριών υπό τους ειδικότερους όρους που τίθενται με τις οικείες εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων και εφ’ όσον πληρούν τις απαιτήσεις και προδιαγραφές της υπ’ αριθμ. 39624/2209/Ε103/2009 Κ.Υ.Α. περί διαχείρισης των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας, εκδοθείσας σε συμμόρφωση με την οδηγία 2006/21/ΕΚ.

17. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη Μ.Π.Ε. και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, η εκμετάλλευση των εντοπισθέντων κοιτασμάτων και η χωροθέτηση των υποστηρικτικών δραστηριοτήτων στις θέσεις Σκουριές και Μαντέμ Λάκκο λαμβάνουν χώρα σε δάση και δασικές εκτάσεις. Η επιλογή των θέσεων των αναγκαίων συνοδών μονάδων και δομών έγινε, κατόπιν εξετάσεως εναλλακτικών λύσεων, με βάση περιβαλλοντικά κριτήρια, κατά τρόπο ώστε να προκρίνονται οι λύσεις που έχουν τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις τόσο στη βλάστηση και τα οικοσυστήματα, όσο και στα περιβαλλοντικά μέσα της περιοχής. Ειδικότερα, όσον αφορά στο υποέργο Σκουριών, η μέθοδος της κατά βάση υπόγειας εκμετάλλευσης με ενοποιημένο επιφανειακό όρυγμα επελέγη, διότι απαιτεί τη μικρότερη δυνατή έκταση κατάληψης και έχει τις λιγότερες επιπτώσεις στη χλωρίδα, την πανίδα και τα ύδατα, το εργοστάσιο επεξεργασίας του μεταλλεύματος χωροθετείται σε κεντροβαρική θέση σε σχέση με τις προτεινόμενες εγκαταστάσεις απόθεσης και εξόρυξης με αποτέλεσμα τη μείωση της μεταφοράς των προϊόντων και αποβλήτων και τη μικρότερη δυνατή όχληση των οικοσυστημάτων, οι χώροι απόθεσης αποβλήτων εγκαθίστανται στις λεκάνες των ρεμάτων Καρατζά Λάκκου και Λοτσάνικου, θέση που εξασφαλίζει τη μικρότερη δυνατή κατάληψη εδάφους και οικοσυστημάτων, μικρή απόσταση μεταφοράς των αποβλήτων εξόρυξης από τον τόπο παραγωγής τους και μη σημαντικές επιπτώσεις στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, ενώ οι προκριθείσες χαράξεις της οδού μεταφοράς των προϊόντων στις εγκαταστάσεις Μαύρων Πετρών και της όδευσης της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας έγινε με γνώμονα τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση τόσο του φυσικού περιβάλλοντος (χρήση υφισταμένων οδών, απόσταση από τα κύρια ρέματα, ελαχιστοποίηση χωματουργικών, ελαχιστοποίηση γεφυρώσεων ρεμάτων) όσο και των οικισμών και λοιπών χρήσεων γης και δραστηριοτήτων (βλ. σελ. 4.2-1 επ. της Μ.Π.Ε.). Όσον αφορά στις εγκαταστάσεις Μαντέμ Λάκκου, εναλλακτικές θέσεις έχουν εξετασθεί για τα εργοστάσια εμπλουτισμού και μεταλλουργίας, καθώς και για τον χώρο απόθεσης αποβλήτων στον Κοκκινόλακκα, επελέγη δε η χωρική συγκέντρωση των μονάδων αυτών σε περιοχή ήδη επιβαρυμένη από την προγενέστερη εκμετάλλευση με σημαντικό ποσοστό άγονων εκτάσεων και διάσπαρτους παλαιούς χώρους απόθεσης αποβλήτων, η οποία εμπίπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος της εντός της ζώνης βιομηχανικών εγκαταστάσεων του από 18.10.1979 π.δ., κατά τρόπο ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό η κατάληψη δασικών οικοσυστημάτων και να επιτυγχάνεται ο γεωγραφικός περιορισμός των περιβαλλοντικών οχλήσεων (βλ. σελ. 4.3-1 επ., 4.4-18 και 4.5-1 επ.). Ειδικώς όσον αφορά στο εργοστάσιο μεταλλουργίας, η χωροθέτησή του γίνεται εξ ολοκλήρου εντός της βιομηχανικής ζώνης, συνεπάγεται δε κατάληψη βλαστήσεως που υπάγεται εξ ολοκλήρου στη ζώνη αειφύλλων πλατυφύλλων και οικοτόπων χωρίς υψηλή οικολογική αξία (βλ. σελ. 7.5-5 και 7.5-8). Συνολικά το ποσοστό των εκτάσεων που πρόκειται να αποψιλωθούν (3.238,28 στρέμματα) αντιστοιχεί στο 0,44% της ευρύτερης περιοχής μελέτης (740.000 στρέμματα), τα είδη δε που πρόκειται να θιγούν είναι κατά βάση δρυοδάση, σε ποσοστό 0,01% του συνόλου της έκτασης που καταλαμβάνουν στην ευρύτερη περιοχή μελέτης, δάση οξιάς, σε ποσοστό 2,2% και εκτάσεις αείφυλλης πλατύφυλλης και σκληροφυλλικής βλάστησης, σε ποσοστό 0,29%, ενώ ουδεμία επέμβαση προβλέπεται στα δάση καστανιάς. Στην περιοχή του Στρατωνίου δεν πλήττονται οικότοποι με υψηλή οικολογική αξία, ενώ οι αναδασώσεις με ξενικά κωνοφόρα και τα δάση αριάς με χαρακτηριστικά μακκίας βλάστησης μπορούν να επαναδημιουργηθούν χωρίς δυσκολία. Στην Ολυμπιάδα τα νέα έργα που προβλέπονται λαμβάνουν χώρα σε άγονα εδάφη (βλ. σελ. 7.5-7 επ.). Αντίθετα, στις Σκουριές οι τύποι οικοτόπων, μέρος των οποίων πρόκειται να αποψιλωθεί, παρουσιάζουν μεγαλύτερη οικολογική αξία, δεδομένου ότι τρεις τύποι (Δάση οξιάς και δρυός) περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, χωρίς όμως οι περιοχές που εμφανίζονται αυτοί οι οικότοποι να έχουν ενταχθεί σε κάποιο καθεστώς προστασίας, δεδομένου ότι δεν αποτελούν οικότοπους προτεραιότητας, πέραν δε τούτου στην περιοχή κατάληψης των έργων καταγράφηκαν ορισμένα σπάνια είδη χλωρίδας, τα οποία είτε περιλαμβάνονται στο Παράρτημα V της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, είτε περιέχονται στο Κόκκινο Βιβλίο των απειλούμενων φυτών της Ελλάδας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη οι θιγέντες τύποι οικοτόπων, όσο και τα σημαντικά είδη χλωρίδας παρατηρούνται και στην ευρύτερη περιοχή μελέτης ως εκ τούτου οι επιπτώσεις που θα προκληθούν θα είναι μετρίως σημαντικές (βλ. 7.5-10 επ.). Η Διεύθυνση Δασών Ν. Χαλκιδικής και το Δασαρχείο Αρναίας γνωμοδότησαν αρνητικά επί της μελέτης, κυρίως λόγω των επεμβάσεων που το έργο συνεπάγεται σε “αρχέγονο” δάσος στη θέση Σκουριές, αλλά και των επιπτώσεων που εμφανίζουν οι εξορυκτικές δραστηριότητες εν γένει στα δασικά οικοσυστήματα λόγω των αποψιλώσεων, της διατάραξης των υδάτων, της αύξησης των πλημμυρικών φαινομένων και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ενώ η Διεύθυνση Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας του Υ.Π.Ε.Κ.Α. τάχθηκε υπέρ της υλοποίησης του έργου, αφού έλαβε υπ’ όψιν την έκταση και το σχεδιασμό των έργων, την πρόβλεψη σταδιακής αποκατάστασης των θιγέντων χώρων, τα μέτρα που προτάθηκαν, καθώς και το γεγονός ότι οι περιοχές με δασικό χαρακτήρα που καταλαμβάνονται από τις εγκαταστάσεις στις περιοχές Σκουριές και Στρατώνι δεν τελούν υπό οποιοδήποτε καθεστώς προστασίας, οι δε εγκαταστάσεις στην περιοχή της Ολυμπιάδας δεν θίγουν και βρίσκονται εκτός των οικοτόπων ειδικής προστασίας του δικτύου Natura 2000. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ελήφθησαν υπ’ όψιν τόσο η σπανιότητα και η ποιότητα του μεταλλεύματος, η εξόρυξή του χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα της εθνικής οικονομίας και της ανάπτυξης της απασχόλησης, όσο και η επέμβαση στο ευαίσθητο δασικό οικοσύστημα της περιοχής, εξετάσθηκαν οι δυνατές εναλλακτικές λύσεις ως προς τη χωροθέτηση των επιμέρους μονάδων και δραστηριοτήτων, συνεκτιμήθηκε η σημασία του κοιτάσματος Σκουριών, βάσει του οποίου και μόνο καθίσταται δυνατή η χρήση της μεθόδου της ακαριαίας τήξης που παρουσιάζει τα μέγιστα συγκριτικά πλεονεκτήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και, κατόπιν αξιολογήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ελήφθησαν τα απαραίτητα, κατά την ουσιαστική κρίση της Διοίκησης, μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψη των επιπτώσεων αυτών, τα οποία διασφαλίζουν τη μη διατάραξη του ευρύτερου δασικού οικοσυστήματος, μικρό μέρος του οποίου θίγεται με την επίμαχη δραστηριότητα, τη μη επέμβαση σε οικοτόπους προτεραιότητας, τη διατήρηση των σπάνιων και ενδημικών ειδών χλωρίδας, την προστασία των περιβαλλοντικών μέσων (έδαφος, ύδατα, αέρας), την ανάπτυξη των εργασιών κατά τρόπο που να επιτρέπει τη σταδιακή αποκατάσταση των χώρων και, τέλος, την αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων μέσω επιστημονικών προσεγγίσεων και κατόπιν εκπονήσεως ειδικών φυτοτεχνικών και δασοτεχνικών μελετών, έτσι ώστε το περιβαλλοντικό ισοζύγιο να αποβεί θετικό υπέρ των αποκατεστημένων επιφανειών και να επανέλθει, κατά το δυνατόν, η βιοποικιλότητα των περιοχών επέμβασης σε επίπεδα που προσομοιάζουν στην πρότερη κατάσταση. Ως εκ τούτου, η κρίση αυτή της Διοίκησης, η οποία αντιμετωπίζει όλα τα ζητήματα που τέθηκαν με τις προαναφερθείσες αρνητικές γνωμοδοτήσεις του Δασαρχείου Αρναίας, αιτιολογείται νομίμως, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν. Εξ άλλου, ο ειδικότερος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι κατά παράβαση των άρθρων 56 και 57 του ν. 998/1979 χωροθετούνται βιομηχανικές μονάδες και χώροι απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων σε δάση και δασικές εκτάσεις που εμπίπτουν στις κατηγορίες των περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 998/1979, θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθ’ όσον, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων, επιτρεπτώς κατά νόμο χωροθετούνται αφ’ ενός οι υποστηρικτικές μονάδες επεξεργασίας, στις οποίες γίνεται, κατόπιν μηχανικής προπαρασκευής, ο εμπλουτισμός του μεταλλεύματος, ήτοι η ανάκτηση με επίπλευση συμπυκνώματος χαλκού-χρυσού και ο βαρυτομετρικός διαχωρισμός του χρυσού, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο Κεφάλαιο 5.3.3 της μελέτης και, αφ’ ετέρου, οι χώροι απόθεσης αποβλήτων σε δάση και δασικές εκτάσεις στις περιοχές Σκουριών και Μαντέμ Λάκκου, εφ’ όσον έχουν τηρηθεί, κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω, οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 57 του ν. 998/1978, η δε μονάδα μεταλλουργίας χωροθετείται εξ ολοκλήρου εντός της υφιστάμενης από το έτος 1979 βιομηχανικής ζώνης. Περαιτέρω, απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι ο λόγος περί παραβιάσεως του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου της Βιομηχανίας περί δασώσεως άλλης εκτάσεως ισοδύναμης με την θιγείσα από την εξορυκτική δραστηριότητα, καθ’ όσον ο όρος αυτός προβλέπεται στην περίπτωση που δεν γίνεται δεκτή σε πρώτο στάδιο η χωροθέτηση της δραστηριότητας σε δασική έκταση, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, εν πάση δε περιπτώσει ο προτεινόμενος σχεδιασμός προβλέπει ευρύτατες αποκαταστάσεις περιοχών που έχουν θιγεί από ιστορικές εκμεταλλεύσεις, ώστε να πληρούται ο όρος αυτός.

18. Επειδή, με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» συστήθηκε ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών (Natura 2000) που αποσκοπεί στην προστασία της βιοποικιλότητας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας: «3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη». Παρόμοιες ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθρο 6 παρ. 1 περ. η΄ της Κ.Υ.Α. 33318/30281/1998 (Β΄ 1289), η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/43. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, προ της εγκρίσεως του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπ’ όψιν των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατηρήσεως του τόπου αυτού. Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον οικείο τόπο μόνον εφ’ όσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του (βλ. μεταξύ άλλων C-127/2002, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, C-6/2004, Επιτροπή/Ηνωμένου Βασιλείου, C-304/05 Επιτροπή/Ιταλικής Δημοκρατίας, C-241/08 Επιτροπή/Γαλλικής Δημοκρατίας, C-404/09, Alto Sil). Η δέουσα εκτίμηση θα πρέπει να διενεργείται και σε σχέδια ή έργα χωροθετημένα εκτός του προστατευόμενου τόπου, εφ’ όσον ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν (βλ. C-98/03 Επιτροπή/Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, C-404/09, Alto Sil). Εξ άλλου, ως έχει κριθεί, οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν απαγορεύουν, κατ’ αρχήν, την άσκηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων εντός ή πλησίον των προστατευόμενων τόπων, εφ’ όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, ήτοι διασφαλίζεται, κατόπιν δέουσας εκτιμήσεως και πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, ότι η εν λόγω δραστηριότητα έχει σχεδιασθεί κατά τρόπο ώστε να μην παραβλάπτεται η ακεραιότητα του τόπου (πρβλ. ΣτΕ 1990/2007 7μ., C-404/09, Alto Sil).

19. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων της οδηγίας για τους οικοτόπους, διότι αφ’ ενός βασίζεται σε ανεπαρκή επιστημονική εκτίμηση της επίδρασης του έργου στους παρακείμενους οικοτόπους, αφού δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν τα πορίσματα της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης που εκπονήθηκε για τον προστατευόμενο τόπο «Όρος Χολομώντας» και αφ’ ετέρου στερείται σφαιρικής εκτίμησης των σωρευτικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει το έργο αυτό ως σύνολο στις προστατευόμενες περιοχές, αφού οι επιπτώσεις εκτιμήθηκαν μόνο σε συνάρτηση με τις νέες εγκαταστάσεις που θα κατασκευασθούν. Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στο Κεφάλαιο 3 της Μ.Π.Ε. γίνεται καταγραφή των οικολογικών χαρακτηριστικών, κύριων οικοσυστημάτων, τύπων οικοτόπων και ειδών χλωρίδας και πανίδας της περιοχής μελέτης, ενώ καταγράφονται τα οικολογικά χαρακτηριστικά και των προστατευόμενων περιοχών που βρίσκονται μεν εκτός της περιοχής κατάληψης των έργων, αλλά στην άμεση και ευρύτερη περιοχή αυτών, προκειμένου να εκτιμηθούν ενδεχόμενες επιπτώσεις τους σε αυτές. Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται ειδική αναφορά και στην εκπονηθείσα περιβαλλοντική μελέτη του Τ.Κ.Σ. «Όρος Χολομώντας» που είχε υποβληθεί προς έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία του Υ.Π.Ε.Κ.Α. (βλ. σελ. 3.3-53 της Μ.Π.Ε.). Περαιτέρω, στο ειδικό Παράρτημα ΙΙΙ-Μέρος Δ΄ «Οικολογική μελέτη βάσης» της Μ.Π.Ε. αναλύονται τα οικολογικά χαρακτηριστικά (οικοσυστήματα-χλωρίδα-πανίδα) των περιοχών μελέτης «Ολυμπιάδα», «Στρατώνι», «Σκουριές», οι οποίες προσδιορίστηκαν με εύρος 3 χλμ. πέριξ του ορίου περιοχής κατάληψης των επιμέρους συνιστωσών της δραστηριότητας, λαμβανομένων υπ’ όψιν και αξιολογουμένων και των περιοχών του δικτύου Natura που εμπίπτουν ή βρίσκονται πλησίον της ευρύτερης περιοχής μελέτης, ήτοι του Τ.Κ.Σ. «Όρος Στρατωνικό-Κορυφή Σκαμνί» (GR 1270005) και της Ζ.Ε.Π. «Λίμνες Κορώνεια-Βόλβη, Στενά Ρεντίνας και ευρύτερη περιοχή» (GR 1220009), αλλά και όσων βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από την ευρύτερη περιοχή μελέτης, ήτοι των Τ.Κ.Σ. «Όρος Χολομώντας» (GR 1270001) και «Στενά Ρεντίνας-ευρύτερη περιοχή» (GR 1220003) και της ΖΕΠ «Ταξιάρχης-Πολύγυρος» (GR 1270012), με ιδιαίτερη βαρύτητα στους στόχους διατήρησής τους. Στο εν λόγω Παράρτημα γίνεται αναφορά όλων των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την άντληση των πληροφοριών τόσο σχετικά με τις προστατευόμενες περιοχές (τυποποιημένα έντυπα δεδομένων, διαχειριστικά σχέδια, μελέτες κ.λπ.), όσο και στις περιοχές των υποέργων, για τις οποίες εκπονήθηκαν ειδικές Οικολογικές Μελέτες Βάσης ετών 1998 και 2010, βάσει των πορισμάτων των εργασιών πεδίου που διενεργήθηκαν σε βάθος δωδεκαετίας. Σύμφωνα δε με την εκτίμηση των μελετητών, η οποία υιοθετήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα στοιχεία αυτά θεωρήθηκαν πλήρη και επικαιροποιημένα για τη διαμόρφωση πλήρους εικόνας των οικολογικών χαρακτηριστικών και της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής (βλ. σελ. 7.5-1 της Μ.Π.Ε.), ως εκ τούτου τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, στη μελέτη υπάρχει αναλυτική περιγραφή της γεωγραφικής εμβέλειας του έργου και των χαρακτηριστικών του ως προς όλες τις επιμέρους συνιστώσες του, προσδιορισμός όλων των προστατευόμενων τόπων που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή και καταγραφή των οικολογικών χαρακτηριστικών τους με έμφαση στους στόχους διατήρησης, βάσει δε αυτών διενεργήθηκε η εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στις προστατευόμενες περιοχές, λαμβανομένων υπ’ όψιν τόσο των νέων εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων, όσο και των υφιστάμενων (μεταλλευτικές εγκαταστάσεις και λιμένας Στρατωνίου, υποδομές Ολυμπιάδας, παλαιοί χώροι απόθεσης- εκμετάλλευσης), οι οποίες ενσωματώνονται στο σχεδιασμό του έργου είτε προς χρήση είτε προς αποκατάσταση. Ειδικότερα, όσον αφορά στον Τ.Κ.Σ. «Όρος Στρατωνικό-Κορυφή Σκαμνί», ο οποίος βρίσκεται εγγύτερα, σε σχέση με τις λοιπές προστατευόμενες περιοχές, στις μεταλλευτικές δραστηριότητες Στρατωνίου προς νότο και Ολυμπιάδας προς Βορρά, σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε., εντός αυτού δημιουργείται χώρος προσωρινής απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων 2,4 στρ. στο βόρειο όριό του, ενώ τόσο το κοίτασμα Ολυμπιάδας όσο και η νέα στοά προσπέλασης «Ολυμπιάδα-Μαντέμ Λάκκος» διέρχονται υπογείως εντός των ορίων του τόπου αυτού. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο επιστημονικό δελτίο του εν λόγω Τ.Κ.Σ. και παρατίθενται στην Οικολογική Μελέτη Βάσης, μέρος των υφιστάμενων εγκαταστάσεων Ολυμπιάδας, που είχαν κατασκευασθεί προ της εντάξεως του προστατευόμενου τόπου στο δίκτυο Natura, κείνται εντός των ορίων του και καταλαμβάνουν περίπου 3% της έκτασής του. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη Μ.Π.Ε., ο ως άνω χώρος απόθεσης θα καταλάβει άγονες εκτάσεις και θα έχει προσωρινό χαρακτήρα, αφού με την κατασκευή της νέας στοάς Ολυμπιάδας-Μαντέμ Λάκκου, κατά τον 6ο χρόνο λειτουργίας του έργου, ο χώρος αυτός θα αποκατασταθεί πλήρως (βλ. σελ. 7.5-10 και 7.5-23). Περαιτέρω, η εξόρυξη του κοιτάσματος Ολυμπιάδας θα γίνει με υπόγεια μέθοδο εκμετάλλευσης, όπως δε προκύπτει από τη μελέτη καμία επέμβαση στην επιφάνεια του Τ.Κ.Σ. δεν θα γίνει για τις ανάγκες της εξόρυξης (το στόμιο της στοάς κατασκευάζεται εκτός Τ.Κ.Σ.). Η στοά προσπέλασης είναι επίσης υπόγεια και δεν οδηγεί σε καμία εδαφική κατάληψη εντός του Τ.Κ.Σ. Εξ άλλου, τόσο οι υφιστάμενες όσο και οι νέες εγκαταστάσεις Στρατωνίου-Μαντέμ Λάκκου κείνται εκτός των ορίων του εν λόγω Τ.Κ.Σ. Εν όψει των ανωτέρω, οι επιπτώσεις στους οικοτόπους και τα είδη χλωρίδας του εν λόγω Τ.Κ.Σ. δεν εκτιμώνται ως σημαντικές, αφού ουδεμία κατάληψη οικοτόπου θα υπάρξει από τα νέα έργα. Όσον αφορά στις οχλήσεις που ενδέχεται να προκληθούν στην πανίδα του προστατευόμενου τόπου από την κατασκευή και λειτουργία των έργων, κατά την αξιολόγηση των μελετητών, οι σημαντικές επιπτώσεις περιορίζονται στην άμεση περιοχή των έργων και δεν εκτείνονται στον προστατευόμενο τόπο. Οι μόνες επιπτώσεις που ενδέχεται να προκληθούν είναι η απομάκρυνση των ειδών σε όμορα ενδιαιτήματα, των οποίων τα οικοσυστημικά χαρακτηριστικά καλύπτουν τις ανάγκες διαβίωσής τους. Πάντως, όπως προκύπτει από τη σχετική αξιολόγηση, ακόμη και για τα είδη πανίδας που βρίσκονται εντός των άμεσων περιοχών μελέτης δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις, καθ’ όσον τα επίπεδα εκπομπών και τα επίπεδα θορύβου είναι εντός των επιτρεπομένων ορίων και μειώνονται αισθητά κατά την απομάκρυνση από τους χώρους επέμβασης (βλ. σχετικώς και τον χάρτη 15 «Εκτίμηση Ποιότητας του Ακουστικού Περιβάλλοντος»), τόσο στην Ολυμπιάδα όσο και στις Μαύρες Πέτρες η εξορυκτική δραστηριότητα είναι υπόγεια με πολύ περιορισμένα επίπεδα θορύβου και εκπομπών, όπως επίσης και οι εργασίες στη νέα στοά προσπέλασης Ολυμπιάδας-Μαντέμ Λάκκου, δεν θα υπάρξει διατάραξη υγροτοπικών οικοσυστημάτων, δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις στην ποιότητα και ποσότητα των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, καθ’ όσον οι όποιες επιπτώσεις αντιμετωπίζονται με τα προτεινόμενα μέτρα. Επίσης, όπως προκύπτει από τον σχεδιασμό του έργου, στην περιοχή Ολυμπιάδας η περιβαλλοντική επιβάρυνση από τις επιφανειακές εργασίες είναι προσωρινή και εντοπίζεται στα πρώτα χρόνια λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Μετά τον 8ο χρόνο λειτουργίας με την κατασκευή της νέας στοάς προσπέλασης, θα ολοκληρωθεί η αποκατάσταση όλων των θιγόμενων επιφανειών και όλες οι οχλούσες δραστηριότητες θα γίνονται πλέον υπογείως, θα διατηρηθούν δε μόνο οι απολύτως αναγκαίες επιφανειακές εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης του μεταλλείου έκτασης 70 στρεμμάτων. Εν όψει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι το επίμαχο έργο δεν αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους στόχους διατήρησης του εν λόγω προστατευόμενου τόπου, αλλά ούτε και των λοιπών που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από τις περιοχές των έργων (άνω των 3 χλμ.), και δεν αναμένεται να παραβλάψει την ακεραιότητα των τόπων αυτών, η σχετική δε κρίση της Διοίκησης που υιοθετεί τις αξιολογήσεις των μελετητών, παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη κατά τούτο και διεξήχθη, βάσει πλήρων και επικαιροποιημένων στοιχείων και αφού ελήφθη υπ’ όψιν το σύνολο των δραστηριοτήτων που εντάσσονται στο επίμαχο έργο, υφισταμένων και νέων. Ως εκ τούτου, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Όσα δε ειδικότερα προβάλλονται ότι η προσβαλλόμενη αντίκειται στο άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 3937/2011 που εισάγει απόλυτη απαγόρευση ως προς την πραγματοποίηση έργων μέσα σε οικοτόπους προτεραιότητας και ενδιαιτήματα ειδών προτεραιότητας και ότι εν προκειμένω στις προστατευόμενες περιοχές που επηρεάζονται από το επίμαχο έργο απαντώνται σπάνια ή απειλούμενα είδη χλωρίδας και πανίδας που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των οδηγιών 92/43 και 2009/147, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, εντός των προστατευόμενων περιοχών ουδεμία κατάληψη οικοτόπου ή επέμβαση σε είδη χλωρίδας θα λάβει χώρα, οι δε επιπτώσεις στα είδη πανίδας δεν αναμένονται σημαντικές, θα οδηγήσουν δε σε απομάκρυνση των πιο ευαίσθητων εξ αυτών σε όμορα ενδιαιτήματα τα οποία αφθονούν στην ευρύτερη περιοχή. Τέλος, και τα προβαλλόμενα ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3937/2011 που απαγορεύει εντός των περιοχών του Δικτύου Natura την εγκατάσταση βιομηχανικών εγκαταστάσεων υψηλής όχλησης και ιδιαιτέρως οχλουσών και επικίνδυνων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, όπως η μεταλλουργία, είναι απορριπτέα, καθ’ όσον, όπως προαναφέρθηκε η μόνη επέμβαση που θα πραγματοποιηθεί εντός προστατευόμενης περιοχής είναι η διαμόρφωση άγονης έκτασης 2,4 στρ. σε χώρο απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων με προσωρινό χαρακτήρα.  

20. Επειδή, εξ άλλου, με την οδηγία 2006/12/ΕΚ σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας (EE L 102) καθορίστηκαν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την πρόληψη ή μείωση τυχόν δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία από τη διαχείριση των εν λόγω αποβλήτων μέσω διαδικασιών και μηχανισμών που θέτουν ως προτεραιότητα τη μείωση, ανάκτηση και ανακύκλωση των αποβλήτων, την ασφαλή απόθεση σε χώρους με ειδικές προδιαγραφές κατόπιν ελέγχου της επικινδυνότητας των αποτιθέμενων υλικών, τη χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, τον συνεχή έλεγχο των εγκαταστάσεων, την εκπόνηση κατάλληλων σχεδίων διαχείρισης τακτικά αναθεωρούμενων, καθώς και την εφαρμογή πολιτικής πρόληψης σοβαρών ατυχημάτων μέσω συστήματος διαχείριση ασφάλειας και σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Οι απαιτήσεις αυτές ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με την Κ.Υ.Α. 39624/2209/Ε103/25.9.2009 (Β΄ 2076), με την οποία θεσπίστηκε η υποχρέωση εκπόνησης ειδικού σχεδίου διαχείρισης που υποβάλλεται μαζί με τη Μ.Π.Ε. της δραστηριότητας και τεκμηριώνει την πλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται για την ολοκληρωμένη περιβαλλοντική διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων. Σε συμφωνία προς τις κοινοτικές και εθνικές απαιτήσεις, στο πλαίσιο του επίμαχου έργου εκπονήθηκαν δύο διακριτά σχέδια διαχείρισης αποβλήτων, το μεν πρώτο για την εγκατάσταση απόθεσης Κοκκινόλακκα που θα υποδέχεται τα εξορυκτικά απόβλητα των υποέργων Στρατωνίου και Ολυμπιάδας, τα απόβλητα της μεταλλουργίας και τα υλικά που θα απομακρυνθούν κατά την αποκατάσταση των παλαιών χώρων απόθεσης Στρατωνίου-Ολυμπιάδας-Μαντέμ Λάκκου, το δε δεύτερο για τις εγκαταστάσεις απόθεσης Καρατζά Λάκκου και Λοτσάνικου, όπου θα αποτίθενται τα εξορυκτικά απόβλητα του υποέργου Σκουριών. Τα σχέδια περιέχουν τα μέτρα μείωσης, αξιοποίησης, ανακύκλωσης των αποβλήτων, αιτιολόγηση της προκριθείσας χωροθέτησης, περιγραφή του τεχνικού σχεδιασμού της εγκατάστασης, χαρακτηρισμό των αποβλήτων και των ουσιών που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία των ορυκτών και στοιχεία των ποσοτήτων τους, ταξινόμηση των εγκαταστάσεων και αιτιολόγησή της, περιγραφή της πολιτικής πρόληψης ατυχημάτων και του συστήματος διαχείρισης ασφάλειας, καταγραφή των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των απαραίτητων προληπτικών μέτρων προστασίας, πρόγραμμα παρακολούθησης και ελέγχου των εγκαταστάσεων, προτεινόμενο σχέδιο κλεισίματος και τα αναγκαία μέτρα για την ικανοποίηση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων και την προστασία της δημόσιας υγείας. Έχουν ακολουθηθεί οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές που έχουν αναπτυχθεί στον συγκεκριμένο τομέα, όπως αυτές υιοθετήθηκαν με το 2009/C81/06 έγγραφο της ΕΕ στο πλαίσιο της οδηγίας 2006/21/ΕΚ (βλ. Παράρτημα ΧΙΙ), ενώ έχει διασφαλισθεί, μέσω του περιβαλλοντικού χαρακτηρισμού των αποβλήτων και της τήρησης των προδιαγραφών της Κ.Υ.Α. 24944/1159/2006 περί εγκρίσεως γενικών τεχνικών προδιαγραφών για τη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων (Β΄ 791) για την εγκατάσταση Κοκκινόλακα, η ασφαλής περιβαλλοντικά απόθεση και των επικίνδυνων αποβλήτων. Η Διοίκηση, αξιολογώντας την επάρκεια και αρτιότητα του σχεδιασμού διαχείρισης των αποβλήτων, τον ενσωμάτωσε στην ήδη προσβαλλόμενη απόφασή της μέσω πληθώρας περιβαλλοντικών όρων που καλύπτουν όλο το φάσμα της διαχείρισης, από τη μείωση της παραγωγής τους μέχρι την ασφαλή διάθεσή τους σε κατάλληλα σχεδιασμένους χώρους και το κλείσιμο και την μετέπειτα παρακολούθηση των χώρων αυτών, σύμφωνα με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές. Ειδικότερα, περιλαμβάνονται λεπτομερή στοιχεία για την ποσότητα και σύνθεση των παραγόμενων αποβλήτων, την επικινδυνότητά τους, τον τρόπο αξιοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή διάθεσής τους, τόσο συγκεντρωτικά όσο και για κάθε υποέργο ξεχωριστά, τίθενται οι τεχνικές προδιαγραφές κατασκευής και λειτουργίας των χώρων απόθεσης και οι όροι που διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία του εδάφους, των υδάτων και της ατμόσφαιρας και τη γεωτεχνική ευστάθεια και ασφάλεια των χώρων, επιβάλλονται ειδικοί όροι για τη διαχείριση των νερών των εγκαταστάσεων κάθε υποέργου και την εφαρμογή της μεθόδου της λιθογόμωσης, οργανώνεται πρόγραμμα παρακολούθησης και σχέδιο κλεισίματος και αποκατάστασης των χώρων, επιβάλλεται στον φορέα εκμετάλλευσης η υποχρέωση να αναθεωρεί τα σχέδια διαχείρισης αποβλήτων ανά πενταετία και να μεριμνά για τη συντήρηση, παρακολούθηση, έλεγχο και λήψη διορθωτικών μέτρων και μετά το κλείσιμο των εγκαταστάσεων για 10 έτη τουλάχιστον, χρονικό διάστημα που μπορεί να παραταθεί με απόφαση της αδειοδοτούσας αρχής, ενώ κατ’ εφαρμογή του όρου δ6.4, για την εγκατάσταση Κοκκινόλακκα, η οποία ταξινομείται στην κατηγορία Α, κατατίθεται ασφαλιστήριο συμβόλαιο 1,5 εκ. ευρώ ετησίως, καθώς και 15% της συνολικής εγγυητικής επιστολής που αφορά το έργο (συνολικού ύψους 50 εκ. ευρώ). Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι η διαχείριση των αποβλήτων του προτεινόμενου έργου σχεδιάστηκε σε πλήρη συμφωνία με τις κοινοτικές και εθνικές απαιτήσεις, υιοθετώντας τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές και διασφαλίζοντας, με τους περιβαλλοντικούς όρους που έχουν τεθεί, υψηλή προστασία των περιβαλλοντικών μέσων, ήτοι των υδάτων, του εδάφους και του αέρα, και της δημόσιας υγείας και υψηλές προδιαγραφές γεωτεχνικής ευστάθειας και ασφάλειας, κατά την αιτιολογημένη, σχετικώς, κρίση της Διοίκησης, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξ άλλου, βασική συνιστώσα του σχεδιασμού αποτέλεσε ο επιστημονικά τεκμηριωμένος περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός των αποβλήτων που διενεργήθηκε από δημόσιους ερευνητικούς φορείς (Ε.Μ.Π., Α.Π.Θ.), και η, βάσει αυτού, απόφαση για την ασφαλή αξιοποίηση και διάθεσή τους είτε μέσω επαναχρησιμοποίησης, αξιοποίησης και ανακύκλωσης είτε μέσω απόθεσης σε κατάλληλους προς τούτο χώρους, ήτοι με προδιαγραφές χώρου υγειονομικής διάθεσης επικίνδυνων αποβλήτων για τα επικίνδυνα ή εν δυνάμει επικίνδυνα απόβλητα και χώρου υγειονομικής διάθεσης αδρανών αποβλήτων για τα απόβλητα που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις. Η επικινδυνότητα των αποβλήτων, του υλικού λιθογομώσεως και των ουσιών που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή τους διερευνήθηκε και αξιολογήθηκε επισταμένως, όπως προκύπτει από τις σχετικές μελέτες που εκπονήθηκαν και αποτελούν μέρος της Μ.Π.Ε. (βλ. Παράρτημα IV), οι δε ενστάσεις που διατυπώθηκαν ως προς την επικινδυνότητα των αποβλήτων (ιλύος σκοροδίτη-γύψου, σκωρίας, υπολειμμάτων κατεργασίας σιδηροαρσενοπυριτών, ποιότητας υλικού λιθογόμωσης, αντιδραστηρίων) από τους επιστημονικούς και τεχνικούς φορείς που μετείχαν της διαβούλευσης (Τ.Ε.Ε., Α.Π.Θ.) απαντήθηκαν από την ομάδα μελετητών της παρεμβαίνουσας κατά τρόπο ειδικό και εξαντλητικό με σχετικά υπομνήματα, στα οποία επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η ασφαλής διάθεση του αρσενικού που περιέχεται στα απόβλητα της μεταλλουργίας θα γίνεται με την περιβαλλοντικά αποδεκτή μορφή του σκοροδίτη, η σταθερότητα και διαχρονική συμπεριφορά του οποίου τεκμηριώνεται από τις πρότυπες δοκιμές εκχυλισιμότητας που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού χαρακτηρισμού των αποβλήτων, σε χώρο ο οποίος έχει κατασκευασθεί ειδικά για την υποδοχή επικίνδυνων αποβλήτων, στον οποίο θα διατίθενται με ασφάλεια και τα απόβλητα που προέρχονται από την επεξεργασία των σιδηροαρσενοπυριτών.  Ως εκ τούτου, οι ειδικότεροι ισχυρισμοί που προβάλλονται και αμφισβητούν την ασφαλή για τη δημόσια υγεία απόθεση του σκοροδίτη και των σιδηροαρσενοπυριτών, οι οποίοι κατ’ ουσίαν επαναλαμβάνουν τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν στο στάδιο της διαβούλευσης και αντιμετωπίσθηκαν από τη Διοίκηση, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, δεδομένου και του ότι με ειδικό περιβαλλοντικό όρο (δ2. 266) ορίστηκε ότι η διάθεση των μεταλλευτικών και μεταλλουργικών αποβλήτων θα γίνεται εντός του χώρου διάθεσης αποβλήτων Κοκκινόλακκα, σε διακριτές κυψέλες, ανάλογα με την επικινδυνότητα των αποβλήτων, οι δε λεπτομέρειες αυτού θα συγκεκριμενοποιηθούν στο στάδιο εγκρίσεως της τεχνικής μελέτης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οικεία απόφαση έγκρισης της τεχνικής μελέτης.

21. Επειδή, εξ άλλου, τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων και συνεπώς, η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφ’ όσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 880/1979 (Α΄ 58) (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3010/2002, Α΄ 91), έτσι ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της υπάρξεως του ρέματος (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 462-3/2010, 1990/2007 7μ.). Εξ άλλου, ως έχει κριθεί (Π.Ε. 262/2003 Ολομ., ΣτΕ 4494/2009 7μ.), η οριοθέτηση υδατορεμάτων, τα οποία ευρίσκονται σε οικισμούς ή περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου που λόγω του χαρακτήρα τους χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, όπως είναι οι αρχαιολογικοί χώροι, τα αρχιτεκτονικά ή παραδοσιακά σύνολα, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι παραλιακές περιοχές ή οικισμοί, οι τουριστικοί τόποι, τα δάση, οι δασικές εκτάσεις, τα τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, οι περιοχές ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και οι υπαγόμενες σε ειδικό καθεστώς προστασίας περιοχές, πρέπει να γίνεται με προεδρικό διάταγμα.

22. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τη Μ.Π.Ε. προκύπτει ότι o σχεδιασμός της επίμαχης δραστηριότητας προβλέπει επεμβάσεις στη λεκάνη του ρέματος Κοκκινόλακκα (περιοχή Στρατωνίου) για την κατασκευή του χώρου απόθεσης επικίνδυνων αποβλήτων και μέρους των εργοστασίων εμπλουτισμού και μεταλλουργίας, καθώς και στα ρέματα Καρατζά Λάκκο και Λοτσάνικο, υποκλάδων του ρέματος Καρόλακκα, για την εγκατάσταση των χώρων απόθεσης αδρανών αποβλήτων του υποέργου των Σκουριών. Οι επεμβάσεις αυτές συνίστανται στην μεν περίπτωση του Κοκκινόλακκα σε μόνιμη κατάληψη τμήματος της κοίτης μήκους 1 χλμ., στη δε περίπτωση των κλάδων Καρατζά Λάκκου και Λοτσάνικου σε μόνιμη κατάληψη τμήματος της λεκάνης απορροής και της κοίτης των δύο ρεμάτων έκτασης 1.269 στρεμμάτων. Η επιλογή των χωροθετήσεων αυτών έγινε κατόπιν εξετάσεως πλειόνων εναλλακτικών λύσεων, προκρίθηκαν δε οι συγκεκριμένες θέσεις διότι επιτυγχάνουν τη μικρότερη δυνατή κατάληψη εδάφους και οικοσυστημάτων, μικρή απόσταση μεταφοράς των αποβλήτων εξόρυξης από τον τόπο παραγωγής τους και συνακόλουθο γεωγραφικό περιορισμό των επιπτώσεων, μη σημαντικές επιπτώσεις στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα και απουσία οχλήσεων στους οικισμούς λόγω της αποστάσεως (βλ. σελ. 4.2-1 επ., σελ. 4.4-18). Ειδικότερα όσον αφορά στην επιλογή του άνω ρου του ρέματος Κοκκινόλακκα για την εγκατάσταση του χώρου απόθεσης επικίνδυνων αποβλήτων, ελήφθη περαιτέρω υπ’ όψιν ότι η θέση αυτή διασφαλίζει τη χωρική συγκέντρωση των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και τον περιορισμό της μεταφοράς αποβλήτων, βρίσκεται σε περιοχή το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας καταλαμβάνεται από άγονες εκτάσεις με διάσπαρτους παλαιούς χώρους απόθεσης αποβλήτων από την προγενέστερη δραστηριότητα, εμπίπτει εντός της ζώνης βιομηχανικών εγκαταστάσεων του από 18.10.1979 π.δ., απέχει 2,3 km από την πλησιέστερη περιοχή «Όρος Στρατωνικό» που είναι ενταγμένη στο δίκτυο Natura, καταλαμβάνει μόλις το 2% της υδρολογικής υπολεκάνης του Κοκκινόλακα και δεν θα έχει επιπτώσεις στα ύδατα της περιοχής εν όψει του σχεδιασμού της, ενώ στο τμήμα της επέμβασης το ρέμα είναι ήδη υδρομορφολογικά τροποποιημένο λόγω κατασκευής παλαιών εγκαταστάσεων και αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα ρύπανσης εξαιτίας της ύπαρξης παλαιών χώρων αποθέσεων (λίμνες Σεβαλιέ, ανάχωμα Καρακόλι) που παρίσταται ανάγκη να αποκατασταθούν άμεσα (βλ. Μ.Π.Ε. σελ. 4.5-1 επ. και το από 24.5.2011 υπόμνημα της παρεμβαίνουσας στο στάδιο της διαβούλευσης). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. και τα σχέδια διαχείρισης αποβλήτων, οι επιπτώσεις στα ποτάμια οικοσυστήματα από τις εν λόγω επεμβάσεις, είναι μεν μόνιμες και μη αναστρέψιμες, καθ’ όσον οδηγούν σε δημιουργία τροποποιημένων υδάτινων οικοσυστημάτων, ωστόσο δεν αναμένεται να επηρεάσουν ουσιαστικά, εν όψει και των προτεινόμενων μέτρων, την ποσότητα και ποιότητα των υδάτων και την οικολογική λειτουργία και υδρομορφολογία των κύριων υδατικών συστημάτων, δεδομένου ότι προβλέπεται, μεταξύ άλλων, εκτροπή των υδάτων κατάντη των θέσεων κατάληψης και διευθέτηση των πλημμυρικών παροχών με περίοδο επαναφοράς 1 προς 200 έτη, πλήρης στεγάνωση των χώρων και ολοκληρωμένο υδραυλικό σύστημα ώστε να αποφεύγονται η ρύπανση των υδάτων και φαινόμενα διάβρωσης, αστάθειας και πλημμύρας, ειδικές προδιαγραφές κατασκευής και φυτεύσεων ώστε να αποκατασταθεί σταδιακά το υδρολογικό καθεστώς και ενίσχυση με δάνεια ύδατα όπου παρατηρείται ποσοτική υποβάθμιση. Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι επίμαχες επεμβάσεις στηρίζονται στα δεδομένα των μελετών οριοθέτησης των ως άνω ρεμάτων, οι οποίες για μεν το ρέμα Κοκκινόλακκα είχαν εγκριθεί με την υπ’ αριθμ. 6708/2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (Δ΄ 944), για δε τα ρέματα Καρατζά Λάκκο και Λοτσάνικο είχαν μεν υποβληθεί χωρίς να έχουν εισέτι εγκριθεί μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης, αιτιολογείται νομίμως η κρίση της Διοίκησης τόσο ως προς την αναγκαιότητα των επεμβάσεων, όσο και ως προς τον περιορισμό των επιπτώσεων στα υδάτινα οικοσυστήματα από τις επεμβάσεις αυτές, εν όψει των μέτρων που υιοθετούνται και διασφαλίζουν, κατά την ανέλεγκτη ακυρωτικά, κρίση της Διοίκησης τη συνέχιση της φυσικής λειτουργίας των ποτάμιων οικοσυστημάτων μέσω της εκτροπής και την αποφυγή τόσο της ποσοτικής όσο και της ποιοτικής υποβάθμισής τους. Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται ότι τα επίμαχα έργα εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την υδρολογική λειτουργία των ρεμάτων και ότι θα προκαλέσουν ρύπανση του υδροφορέα, ποσοτική υποβάθμιση των υδάτων και σημαντική μεταβολή των συστημάτων επιφανειακής απορροής, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ομοίως απορριπτέα ως αβάσιμα είναι και τα προβαλλόμενα ότι η προσβαλλόμενη είναι ακυρωτέα, διότι δεν στηρίζεται σε προηγούμενη οριοθέτηση των ρεμάτων Καρατζάς Λάκκος και Λοτσάνικο και ότι μόνο βάσει αυτής θα μπορούσε να αξιολογηθεί η δυνατότητα ή μη αξιοποίησής τους στο πλαίσιο του έργου, διότι, ως προεκτέθηκε, η Μ.Π.Ε. και κατ’ επέκταση και η σχετική κρίση της Διοίκησης στηρίζεται επαρκώς στα δεδομένα των μελετών οριοθέτησης που είχαν ήδη εκπονηθεί και υποβληθεί προς έγκριση, η επιστημονική αρτιότητα και εγκυρότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, πάντως, από τους αιτούντες. Εξ άλλου, από τον περιβαλλοντικό όρο δ2.129, με τον οποίο ορίζεται ότι θα επανεξετασθεί η δυνατότητα μείωσης της έκτασης του δεύτερου χώρου απόθεσης στο Λοτσάνικο ή ακόμα και η μη δημιουργία του, καθώς επίσης και από τον τρόπο διαμόρφωσης των χώρων αυτών βάσει σταδιακής απόθεσης και αποκατάστασης προκύπτει ότι στο στάδιο εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων δεν έχουν εισέτι οριστικοποιηθεί οι χώροι απόθεσης που τελικώς θα απαιτηθούν και οι διαστάσεις τους και συνακολούθως, η έκταση των επεμβάσεων στα ρέματα Καρατζάς Λάκκος και Λοτσάνικο, ως εκ τούτου νομίμως εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς την προηγούμενη οριοθέτηση των ρεμάτων. Οίκοθεν νοείται ότι κατά το στάδιο οριστικοποιήσεως του σχετικού σχεδιασμού και πριν από τη διενέργεια οιασδήποτε επεμβάσεως στα ρέματα Καρατζάς Λάκκος και Λοτσάνικο, θα πρέπει να εγκριθεί ο καθορισμός των οριογραμμών τους από το αρμόδιο, κατά περίπτωση, όργανο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση δε που από την οριοθέτηση προκύψουν νέα δεδομένα που δεν αντιμετωπίστηκαν, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως και η έγκριση περιβαλλοντικών όρων (πρβλ. ΣτΕ 1990/2007 7μ., 2059/2007 7μ.). Τέλος, προβάλλεται ότι οι αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας 6708/2006 για την επικύρωση των οριογραμμών δώδεκα ρεμάτων στη λεκάνη Κοκκινόλακκα και 3891/2008 για την επικύρωση οριογραμμών των ρεμάτων Μπασδέκη, Μαυρόλακκα και Ξυρόλακκα, με τις οποίες γίνεται καθορισμός των οριογραμμών υδατορεμάτων που διέρχονται εν όλω ή εν μέρει μέσα από ευαίσθητες και προστατευόμενες περιοχές (δάση, τοπία φυσικού κάλλους, αρχαιολογικούς χώρους κ.λπ.), έχουν εκδοθεί αναρμοδίως και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση που στηρίζεται σε αυτές για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων έργων (π.χ. εγκαταστάσεις απόθεσης αποβλήτων στην άνω λεκάνη του ρέματος Κοκκινόλακα), είναι παράνομη και ακυρωτέα. Ωστόσο, ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθ’ όσον δεν εξειδικεύει, εν όψει της ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης που καταλαμβάνει το έργο, ποια συγκεκριμένη πλημμέλεια αποδίδεται σε σχέση με ποια συγκεκριμένη περιοχή και σε ποιο καθεστώς προστασίας υπάγεται, ώστε να κριθεί κατά πόσο συνέτρεχε, στην προκειμένη περίπτωση, υποχρέωση καθορισμού της οριογραμμής διά προεδρικού διατάγματος.

23. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη είναι ακυρωτέα, διότι δεν βασίζεται σε σχέδια διαχείρισης των λεκανών απορροής της Κεντρικής Μακεδονίας, αφού αυτά δεν έχουν ακόμη εκπονηθεί, καίτοι έληξε η προθεσμία προσαρμογής που έχει τεθεί με την οδηγία 2000/60. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η άντληση και χρήση νερού κατά την εξόρυξη και τις συνοδές της δραστηριότητες, η οποία συμβαίνει ανεξαιρέτως σε κάθε εξορυκτική δραστηριότητα, δεν συνιστά έργο διαχείρισης και αξιοποίησης των υδατικών πόρων, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη εκπόνηση των σχεδίων διαχείρισης των λεκανών απορροής (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 462/2010). Εξ άλλου, σύμφωνα με ρητό όρο της προσβαλλόμενης (δ1.26), άμα τη εγκρίσει του οικείου σχεδίου διαχείρισης υφίσταται υποχρέωση επανεξέτασης και τροποποίησης των σχετικών περιβαλλοντικών όρων, κατά τρόπο ώστε να συνάδουν με τα προγράμματα μέτρων, παρακολούθησης υδάτων και ειδικών μέτρων κατά της ρύπανσης που θα οριστούν με το εν λόγω σχέδιο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι το επίμαχο σχέδιο αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων, διότι απουσιάζει ο προγραμματισμός των υδατικών αποθεμάτων ανά υδρογεωλογική λεκάνη που απαιτεί το οικείο Περιφερειακό Πλαίσιο, όπως δε συνομολογείται στη Μ.Π.Ε., οι επιπτώσεις στο υδατικό περιβάλλον λόγω της σημαντικής επέμβασης στο ποτάμιο σύστημα της περιοχής (διακοπή ποτάμιου συστήματος Χαβρία, εκτροπές ρεμάτων, χρήση τους ως χώρων εναπόθεσης τελμάτων εμπλουτισμού), θα είναι μόνιμες και μη αναστρέψιμες, ενώ η άντληση σημαντικών ποσοτήτων ύδατος για τις ανάγκες της δραστηριότητας υπερβαίνουν τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής, η οποία έχει ήδη αρνητικό υδατικό ισοζύγιο. Ωστόσο, και οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται αβασίμως, καθ’ όσον στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει εκπονηθεί ειδική μελέτη με τίτλο «Προκαταρκτική Εφαρμογή Άρθρων 5 & 6 Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα» (βλ. Παράρτημα ΙΙΙΒ της Μ.Π.Ε.), αφού ελήφθη υπ’ όψιν το σύνολο των μελετών που έχουν εκπονηθεί για την περιοχή (ειδική διαχειριστική μελέτη λεκανών απορροής Χαβρία, Ολύνθιου και Πετρενίων, 2009, σύστημα παρακολούθησης υδάτων Ν.Α. Χαλκιδικής, μελέτη απογραφής κατάστασης περιβάλλοντος στην περιοχή του έργου, 2005, μελέτες οριοθέτησης Κοκκινόλακκα, Καρόλακκα και Μαυρόλακκα, ειδική υδρογεωλογική μελέτη Σκουριών, ΙΓΜΕ, 2010, μελέτη «Εφαρμογή του άρθρου 5 της Οδηγίας-Πλαίσιο 2000/60/ΕΕ», 2008). Στην ειδική αυτή μελέτη γίνεται ανάλυση και αξιολόγηση των υδρολογικών δεδομένων με βάση τις απαιτήσεις της οδηγίας για τα ύδατα, κατόπιν καθορισμού των υδατικών συστημάτων, ποτάμιων, υπόγειων και παράκτιων υδάτων, ανάλυση των πιέσεων και αξιολόγηση των επιπτώσεων του έργου στην προστασία και διαχείριση των υδατικών πόρων της περιοχής μελέτης, όπως αναλυτικά παρατίθεται στο Κεφάλαιο 7 της Μ.Π.Ε. Και ναι μεν οι επιπτώσεις αξιολογούνται από τους μελετητές συνολικά ως σημαντικές και μόνιμες λόγω της επέμβασης στο ποτάμιο σύστημα της περιοχής, η αξιολόγηση όμως αυτή αφορά μόνο την περιοχή Στρατωνίου και όχι τις περιοχές Ολυμπιάδας και Σκουριών (βλ. σελ. 7.10-37). Ειδικότερα, όσον αφορά στην περιοχή των Σκουριών, στη μελέτη αναφέρεται ότι η ποιότητα των επιφανειακών υδάτων δεν αναμένεται να επηρεαστεί λόγω της περιμετρικής υδραυλικής προστασίας όλων των εγκαταστάσεων. Τα συλλεγόμενα ύδατα θα διοχετεύονται στα πλησιέστερα υδατορρεύματα, ενώ η κατάληψη τμήματος της λεκάνης απορροής του Καρόλακκα (4,6%) θα έχει μετρίως σημαντικές επιπτώσεις στα επιφανειακά ύδατα της περιοχής, καθ’ όσον το ποτάμιο υδατικό σύστημα θα στερείται μόνο πλημμυρικών νερών και όχι βασικής απορροής, ενώ είναι πλήρως αναστρέψιμη στη φάση αποκατάστασης. Περαιτέρω, η μόνιμη κατάληψη των κλάδων του Καρόλακκα, Καρατζά Λάκκου και Λοτσάνικου από τους χώρους απόθεσης αποβλήτων (η οποία θα είναι διαδοχική) δεν αξιολογείται ως σημαντική, αφού το υδατικό σύστημα του Καρόλακκα δεν θα επηρεαστεί ουσιαστικά είτε ως προς την υδρομορφολογική του κατάσταση είτε ως προς το σκέλος της οικολογικής του ποιότητας που εξαρτάται από την υδρομορφολογία, από τα δε νερά που θα αντληθούν για τον καταβιβασμό στάθμης στο μεταλλείο Σκουριών θα υπάρχει περίσσεια που θα «επανεισπιέζεται» στον υδροφόρο ορίζοντα με θετικές επιπτώσεις στο σύστημα υπογείων υδάτων της προσχωματικής λεκάνης Ασπρόλακκα. Περαιτέρω, η επίδραση του κώνου στα επιφανειακά νερά αξιολογείται μεν ως αρνητική, καθώς αναμένεται μείωση των πηγαίων εκφορτίσεων στα ρέματα Καρατζά Λάκκου και Λοτσάνικου και σε μικρότερους συμβάλλοντες κλάδους του Καρόλακκα και Ασπρόλακκα, ενώ ελαφρά μείωση αναμένεται να υποστούν οι συμβάλλοντες του ποταμού Χαβρία (ρέμα Παναγιάς και ρέμα Ξινονέρι), οι οποίοι βρίσκονται οριακά εντός της επιρροής του κώνου. Ωστόσο, ο καταβιβασμός της στάθμης του υπόγειου νερού δεν αξιολογείται ως σημαντική επίπτωση, δεδομένου του σημαντικού αποθέματος νερών που υπάρχουν στην περιοχή και της εφαρμογής της βέλτιστης διαθέσιμης τεχνικής της «εισπίεσης», με την οποία επιτυγχάνεται η επαναδιάθεση στον υδροφόρο ύδατος με τα ίδια χαρακτηριστικά ποιότητας. Όσον δε αφορά στις υφιστάμενες γεωτρήσεις ύδρευσης των περιοχών Παλαιοχωρίου και Μεγάλης Παναγιάς, οι οποίες αναμένεται να επηρεαστούν από τον κώνο και να υποστούν πτώση 20-40 μ., η μελέτη προτείνει επανορθωτικά μέτρα είτε μέσω εκβαθύνσεως είτε με χρήση εισπιεζόμενου νερού. Τέλος, η ροή και η ποιότητα των υπογείων υδάτων δεν αναμένεται να επηρεαστούν ούτε από τους χώρους απόθεσης αποβλήτων ούτε από τη λειτουργία του μεταλλείου, καθ’ όσον τα απόβλητα είναι αδρανή με μηδενικό βαθμό παραγωγής οξύτητας και έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα ώστε να αποφεύγεται η επαφή τους με τα ύδατα (βλ. Κεφάλαιο 7.10.3). Οι επιπτώσεις δε αυτές στα υδατικά συστήματα της περιοχής αντιμετωπίζονται, κατά την ανέλεγκτη ακυρωτικά σχετική κρίση της Διοίκησης, αποτελεσματικά με τους περιβαλλοντικούς όρους που τίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς διασφαλίζουν την καλή κατάσταση διατήρησης, ποσοτική και ποιοτική, των υδάτων κατά τη διάρκεια του έργου, τη μη διατάραξη του υδρολογικού ισοζυγίου, την κάλυψη των υφιστάμενων αναγκών υδροδότησης, αλλά και την αποκατάσταση των υδάτινων οικοσυστημάτων της περιοχής που έχουν ρυπανθεί από προγενέστερες εκμεταλλεύσεις. Ειδικότερα, προβλέπεται η κατασκευή αποστραγγιστικών έργων περιμετρικά όλων των περιοχών επέμβασης για την ελαχιστοποίηση των επιφανειακών απορροών και την απόδοση καθαρού νερού στους φυσικούς αποδέκτες, υδραυλικά τεχνικά έργα είτε εκτροπής είτε συλλογής υδάτων στα ανάντη όλων των εγκαταστάσεων, καθώς και συλλογή των ομβρίων υδάτων και ανακύκλωσή τους στην παραγωγική διαδικασία. Επίσης επιβάλλεται στον φορέα η υποχρέωση λήψης όλων των απαραίτητων μέτρων ώστε να μην επηρεαστούν οι πηγές και οι νόμιμα υφιστάμενες υδροληψίες, άλλως οφείλει να αναλάβει το κόστος δράσεων αποκατάστασης ή την αντικατάσταση της τροφοδοσίας με νερό ίδιας τουλάχιστον ποσότητας και ποιότητας που συμφωνεί με τις προδιαγραφές της κείμενης νομοθεσίας. Περαιτέρω, ο φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή διαρροών στερεών ή υγρών ανεπεξέργαστων αποβλήτων και όξινων απορροών σε υδάτινους αποδέκτες και αποστραγγιστικά αυλάκια. Επεξεργασμένα ύδατα που διατίθενται σε επιφανειακό αποδέκτη θα πρέπει να πληρούν τα θεσμοθετημένα πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος με τη χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, ώστε τα τελικά χαρακτηριστικά τους να συμμορφώνονται με τις τιμές που έχουν θεσπισθεί. Έως την έκδοση του σχεδίου διαχείρισης λεκανών απορροής θα πρέπει να τηρείται η υφιστάμενη νομοθεσία που καθορίζει μέτρα και όρους για την προστασία και διαχείριση επιφανειακών και υπόγειων υδάτων Ν. Χαλκιδικής, ενώ με την ολοκλήρωση του σχεδίου διαχείρισης οι περιβαλλοντικοί όροι θα αναπροσαρθμοσθούν, ώστε να συνάδουν με τα προγράμματα που προβλέπει το εν λόγω σχέδιο. Επίσης, προβλέπεται η έγκριση ειδικής τεχνικής μελέτης για οποιοδήποτε αντιπλημμυρικό έργο ή έργο διαχείρισης επιφανειακών υδάτων, θα πρέπει δε κατά τη φάση αποκατάστασης να εξετάζεται η δυνατότητα άρσης των επεμβάσεων εκτροπής των επιφανειακών υδάτων και κάθε άλλης σημαντικής σε αυτά επέμβασης (βλ. όρους δ1.17-δ1.26). Σειρά περιβαλλοντικών όρων έχουν τεθεί ειδικότερα ανά υποέργο προκειμένου να προληφθούν ή να αντιμετωπισθούν επιπτώσεις στην ποσοτική και ποιοτική κατάσταση των επιφανειακών και υπογείων υδάτων και οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, στη διατήρηση του υδρολογικού ισοζυγίου, την παρακολούθηση του κώνου αποστράγγισης των μεταλλείων, την επανεισπίεση της περίσσειας νερού στον υδροφόρο σε ειδικά σημεία που θα επιλεγούν κατόπιν μελέτης και τη δυνατότητα διάθεσης μέρους της ποσότητας του αντλούμενου ύδατος στην τοπική κοινωνία (βλ. όρους δ2.31-32, δ2.50, δ2.122-125), ενώ προβλέπεται ειδικό σύστημα παρακολούθησης, ώστε να καθίσταται δυνατή η άμεση λήψη πρόσθετων είτε προληπτικών είτε κατασταλτικών μέτρων, συντρεχούσης της περιπτώσεως (βλ. δ4.31-39). Ειδικότερα, όσον αφορά στο υποέργο των Σκουριών, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση του υδρολογικού ισοζυγίου της περιοχής με τη μέθοδο της εισπίεσης, η οποία θα γίνεται βάσει ειδικής μελέτης, εγκριθείσης από την αρμόδια Δ/νση Υδάτων, που θα αναλύει τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία των εισπιεζόμενων υδάτων, θα τεκμηριώνει την καταλληλότητα των θέσεων επανατροφοδότησης, θα περιλαμβάνει μελέτη δίαιτας των νερών που επανεισπιέζονται και θα προτείνει τα κατάλληλα μέτρα (βλ. όρο δ2.123). Με την ίδια μελέτη θα τεκμηριώνεται και η δυνατότητα διάθεσης μέρους της ποσότητας του αντλούμενου ύδατος για ύδρευση, άρδευση κ.λπ. στην τοπική κοινωνία (βλ. όρο δ2. 124). Εξ άλλου, απορριπτέος είναι και ο ειδικότερος ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο δεν διασφαλίζεται η προστασία των υπογείων υδάτων, καθ’ όσον δεν υιοθετήθηκαν οι υποδείξεις της γνωμοδοτήσεως της Δ/νσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών του Υ.Π.Ε.Κ.Α., ώστε να καταστεί περιβαλλοντικά ασφαλέστερη η μέθοδος της λιθογόμωσης των υπόγειων κενών της εξόρυξης. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι υποδείξεις της εν λόγω Διεύθυνσης, έχουν ήδη τεθεί ως όροι στην, μεταγενέστερη της προσβαλλόμενης, απόφαση Δ 8-Α/Φ.7.49.13/30258 ΠΕ/10.2.2012 του Υφυπουργού Ανάπτυξης περί εγκρίσεως της τεχνικής μελέτης, πάντως η περιβαλλοντικά ασφαλής σύνθεση και χρήση του υλικού λιθογόμωσης έχει τεκμηριωθεί μέσω του περιβαλλοντικού χαρακτηρισμού των αποβλήτων που διενεργήθηκε στο πλαίσιο εκπονήσεως των Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, παρόμοιες δε ενστάσεις απαντήθηκαν ειδικώς με τα προαναφερθέντα υπομνήματα της παρεμβαίνουσας κατά το στάδιο της διαβούλευσης.

24. Επειδή, για την εκτίμηση των επιπτώσεων που αναμένονται να προκληθούν από την κατασκευή και λειτουργία του έργου στο ατμοσφαιρικό περιβάλλον εκπονήθηκε ειδική μελέτη, η οποία παρατίθεται στο Παράρτημα ΧΙ της Μ.Π.Ε. Η μεθοδολογική προσέγγιση που ακολουθήθηκε περιλαμβάνει την καταγραφή όλων των πηγών ατμοσφαιρικών εκπομπών από όλες τις δραστηριότητες, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των υφιστάμενων πηγών ρύπανσης, ανά χρονική περίοδο του έργου, την ανάλυση των επικρατουσών μετεωρολογικών συνθηκών και ορισμού των μετεωρολογικών σεναρίων με προσθήκη και δυσμενούς σεναρίου ανέμου ισχυρής εντάσεως και την εφαρμογή μοντέλου εκτίμησης της διασποράς-διάχυσης των ατμοσφαιρικών ρύπων τόσο σε επίπεδο της κάθε περιοχής επέμβασης όσο και της συνδυαστικής επίδρασης όλων των δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή του έργου. Σύμφωνα με την αξιολόγηση των πορισμάτων ως προς τις σωρευτικές επιπτώσεις του έργου κατά τη φάση μέγιστης ανάπτυξης των δραστηριοτήτων (6-13ος χρόνος λειτουργίας), οι συνολικές εκπομπές των αέριων και σωματιδιακών ρύπων δεν υπερβαίνουν τα θεσμοθετημένα όρια, ενώ δεν προέκυψε μεταφορά αξιοσημείωτων συγκεντρώσεων πάνω από κατοικημένες περιοχές και τον λιμένα Στρατωνίου (βλ. Κεφάλαιο 7.11), προτείνεται δε πληθώρα μέτρων τόσο κατά τη φάση ανάπτυξης όσο και κατά τη λειτουργία των έργων, τα οποία θα αναστρέψουν μερικώς τις επιπτώσεις αυτές (βλ. Κεφάλαιο 8). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη Μ.Π.Ε. και επισημαίνεται και στις απόψεις της Δ/νσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών, η πυρομεταλλουργική διεργασία βασίζεται στην τήξη των συμπυκνωμάτων και όχι σε καύση, στη δε μελέτη περιγράφονται οι εφαρμοζόμενες από τον προτεινόμενο σχεδιασμό του έργου βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές που επιτυγχάνουν ελαχιστοποίηση των εκλυόμενων ρύπων τόσο στο εργοστάσιο μεταλλουργίας όσο και στη μονάδα θειικού οξέως. Εξ άλλου, στις σχετικές ενστάσεις που διατυπώθηκαν κατά το στάδιο της διαβούλευσης η παρεμβαίνουσα επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι οι επιπτώσεις από την έκλυση διοξειδίου του θείου (SO2) έχουν αναλυθεί διεξοδικά με την κατάρτιση μοντέλου ατμοσφαιρικής ρύπανσης για διάφορα σενάρια εκπομπών και πνοής ανέμου, από τα αποτελέσματα δε της εκτίμησης προκύπτει ότι οι τιμές που αναμένεται να προκύψουν θα είναι τάξεις μεγέθους χαμηλότερες από τις οριακές τιμές που τίθενται από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία, ενώ ως προς τον ισχυρισμό περί δημιουργίας όξινης βροχής παρατήρησε ότι αυτός δεν έχει καμία επιστημονική τεκμηρίωση και ότι σε καμία περιοχή της χώρας δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ αυτό το φαινόμενο, ακόμα και σε περιοχές με υψηλές εκπομπές SO2 από καύση π.χ. θερμικές μονάδες ενέργειας. Ως προς τη διαπίστωση υψηλών τιμών αρσενικού (As) στην περιοχή, η παρεμβαίνουσα επεσήμανε ότι αυτές μετρήθηκαν σε περιοχές παλαιών διάσπαρτων αποθέσεων, οι οποίοι θα αποκατασταθούν στο πλαίσιο του έργου, ενώ παράλληλα ο προτεινόμενος σχεδιασμός ενσωματώνει μεθόδους ασφαλούς αποθήκευσης του As προκειμένου τα φαινόμενα αυτά να μην διαιωνιστούν. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στηριζόμενη στα επιστημονικά δεδομένα της Μ.Π.Ε. κατόπιν εκτιμήσεως των σωρευτικών επιπτώσεων από τη συνολική λειτουργία όλων των έργων σε όλες τις περιοχές κατά τη φάση της μέγιστης ανάπτυξης της δραστηριότητας και υπό το δυσμενέστερο μετεωρολογικό σενάριο, και ενσωματώνοντας τα μέτρα μείωσης ή απάλειψης των αέριων ρύπων που προτείνονται και καλύπτουν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που θα λάβουν χώρα στο πλαίσιο της επίμαχης εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένου και ειδικού προγράμματος παρακολούθησης των αέριων ρύπων, παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη ως προς την αντιμετώπιση, με τα μέτρα που υιοθετούνται, των επιπτώσεων της επίμαχης δραστηριότητας στο ατμοσφαιρικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής των έργων, περιλαμβανομένων και των πλησιέστερων οικισμών. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα περί πλημμελούς εκτιμήσεως των επιπτώσεων, καθώς και οι ειδικότεροι ισχυρισμοί που επαναλαμβάνουν ως επί το πλείστον τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν στο στάδιο της διαβούλευσης και απαντήθηκαν από την παρεμβαίνουσα και αναφέρονται στη δημιουργία όξινης βροχής, στις αυξημένες εκπομπές θειικού οξέος, στην υποτίμηση των εκπεμπόμενων ρύπων και την επιβάρυνση σε βαρέα μέταλλα και κυρίως As, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξ άλλου, η επιλογή των μετεωρολογικών σεναρίων έγινε αφού διευρενήθηκαν στατιστικώς οι επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες της περιοχής, πέραν δε τούτου προστέθηκε και δυσμενές σενάριο με άνεμο ισχυρής εντάσεως, ώστε να αξιολογηθεί η διασπορά των εκπεμπόμενων ρύπων, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και κατά το μέρος που πλήττουν την επιστημονική μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ως απαράδεκτα.

25. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 282 παρ. 15 του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87): «15. Μέχρι την εγκατάσταση των αιρετών οργάνων που θα αναδειχθούν από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2010, οι υφιστάμενοι δήμοι, κοινότητες και νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις εξακολουθούν να λειτουργούν και να ασκούν τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους». Με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι ειδικές και κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 93 παρ. 6 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα που επικαλούνται οι αιτούντες, εισάγεται μεταβατική διάταξη με την οποία σκοπείται η διασφάλιση της συνέχειας των υπηρεσιών και άσκησης των αρμοδιοτήτων των υφιστάμενων δήμων και νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων έως την εγκατάσταση των νέων αιρετών οργάνων. Ως εκ τούτου, ορθώς εν προκειμένω η αρμοδιότητα γνωμοδότησης επί των μελετών του επίμαχου επενδυτικού σχεδίου ασκήθηκε από τους υφιστάμενους κατά τη λήξη της ταχθείσης προθεσμίας των 35 ημερών δήμους, κοινότητες και νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα ότι αρμόδια προς γνωμοδότηση ήταν τα όργανα των νέων αρχών που θα αναδεικνύονταν από τις επικείμενες εκλογές είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα.

26. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Μ.Π.Ε. του επίμαχου επενδυτικού σχεδίου μετά του Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων και της Μελέτης Αποκατάστασης Ολυμπιάδας διαβιβάστηκε, με το με αρ. πρωτ. 131835/27.10.2010 έγγραφο της Ε.Υ.Π.Ε., στους αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες προς γνωμοδότηση, καθώς και στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Χαλκιδικής προς τήρηση της προβλεπόμενης στην Κ.Υ.Α. 37111/2021/2003 διαδικασίας δημοσιοποίησης. Κατά τη διαδικασία αυτή ανταποκρίθηκαν, πέραν των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης, πλείστοι πολίτες, σύλλογοι, επαγγελματικοί και επιστημονικοί φορείς, μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως αναλυτικά καταγράφονται στο προοίμιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξ άλλου, η διαδικασία διήρκησε πέραν των 35 ημερών που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία για τη διάρκεια της διαβούλευσης, λήξασα περί τον Ιούνιο του 2011, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η δε παρεμβαίνουσα τοποθετήθηκε με σχετικά υπομνήματα επί των εκφρασμένων απόψεων και γνωμοδοτήσεων τόσο των συναρμόδιων υπηρεσιών, όσο και των πολιτών και των φορέων εκπροσώπησης. Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα περί της πλημμελούς τηρήσεως της διαδικασίας ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού. Εξ άλλου, τα με αρ. πρωτ. 26/13.1.2011 και 572/24.2.2011 έγγραφα της Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας που επικαλούνται οι αιτούντες, δεν αναφέρονται στη θεσμοθετημένη στην κείμενη νομοθεσία διαδικασία ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού, αλλά σε διαδικασία διαβούλευσης βάσει ημερίδων ενημέρωσης της τοπικής κοινωνίας για το επίμαχο επενδυτικό σχέδιο, την οποία αυτοβούλως ξεκίνησε η Ειδική Γραμματεία Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας του Υ.Π.Ε.Κ.Α. χωρίς όμως να ολοκληρωθεί.

27. Επειδή, όπως σαφώς συνάγεται από τα άρθρα 3 και 11 της οδηγίας 2001/42/ΕΚ σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197), καθώς και από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 3 και 11 της Κ.Υ.Α. 107017/2006 (Β΄ 1225), η οποία ενσωμάτωσε την οδηγία αυτή στην ελληνική έννομη τάξη, η διαδικασία της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης ή του περιβαλλοντικού προελέγχου εισάγεται για σχέδια και προγράμματα, η εκπόνηση των οποίων σκοπεί στο σχεδιασμό και προγραμματισμό δράσεων, δραστηριοτήτων και χρήσεων γης, και όχι για μεμονωμένα έργα και δραστηριότητες που επιχειρούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου ή από δημόσιες αρχές, όπως το επίδικο (πρβλ. ΣτΕ 4357/2011 7μ.). Ως εκ τούτου, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμα. Εν πάση περιπτώσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει τηρηθεί η διαδικασία διαβούλευσης με τις δημόσιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό, η δε Μ.Π.Ε. περιέχει όλες τις πληροφορίες και αξιολογήσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ της Κ.Υ.Α. 107017/2006, ως ελάχιστο περιεχόμενο της Σ.Μ.Π.Ε., κατά τρόπο ώστε η διαδικασία και η αξιολόγηση που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης του επίμαχου έργου να πληροί τόσο τις διαδικαστικές όσο και τις ουσιαστικές απαιτήσεις της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης.

28. Επειδή, στο Κεφάλαιο 5.10 της Μ.Π.Ε. παρατίθεται συγκεντρωτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του έργου και αντίστοιχος πίνακας, ο οποίος περιλαμβάνει κάθε νέα εγκατάσταση και δραστηριότητα ανά υποέργο και για όλες τις φάσεις, καθώς και τη συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και τη διάρκεια αυτής. Ομοίως για τις εργασίες αποκατάστασης, στο Κεφάλαιο 6 της Μ.Π.Ε. παρατίθεται πίνακας όπου εμφαίνεται το πρόγραμμα εργασιών κλεισίματος και αποκατάστασης τόσο των παλαιών όσο και των νέων εγκαταστάσεων σε χρονοκλίμακα έτους και με την επισήμανση ότι ο σχεδιασμός του έργου περιλαμβάνει αφ’ ενός την άμεση αποκατάσταση όλων των μη λειτουργικών παλαιών μεταλλευτικών χώρων και αφ’ ετέρου τη σταδιακή αποκατάσταση όλων των χώρων που αποδεσμεύονται από τη χρήση τους, υποχρεώσεις οι οποίες έχουν αποτυπωθεί σε ειδικούς περιβαλλοντικούς όρους της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τα ανωτέρω στοιχεία για τον χρονικό ορίζοντα της κατασκευής και λειτουργίας των έργων της αδειοδοτούμενης εκμετάλλευσης παρατίθενται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια που θα μπορούσε να απαιτηθεί στο επίπεδο του περιβαλλοντικού σχεδιασμού, η περαιτέρω δε εξειδίκευσή τους εναπόκειται στα επόμενα στάδια αδειοδότησης (τεχνική μελέτη, άδειες λειτουργίας, διάθεσης αποβλήτων κ.λπ.), ως εκ τούτου τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

29. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 4 παρ. 1 και 2 και 11 παρ. 4 του π.δ. 148/2009, που αποδίδουν τις ρυθμίσεις της ενσωματωθείσας με το διάταγμα αυτό οδηγίας 2004/35 περί περιβαλλοντικής ευθύνης, συνάγεται ότι η ευθύνη για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων πρόληψης ή/και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας βαρύνει τον φορέα εκμετάλλευσης της δραστηριότητας που την προκάλεσε, ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω δραστηριότητας και της ζημίας. Αντίστοιχες ρυθμίσεις που εξειδικεύουν την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» περιέχονται τόσο στο γενικό νομοθετικό καθεστώς περί διαχειρίσεως των αποβλήτων (αστικών, επικινδύνων κ.λπ.), όσο και στο νομοθετικό καθεστώς που διέπει τα εξορυκτικά απόβλητα. Σε συμφωνία προς τις ανωτέρω διατάξεις, με την προσβαλλόμενη απόφαση τίθενται οι αναγκαίοι όροι προς διασφάλιση της λειτουργίας του μηχανισμού της περιβαλλοντικής ευθύνης, κατά τρόπο ώστε να δίδεται έμφαση στην πρόληψη των περιβαλλοντικών ζημιών. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, έχει προβλεφθεί η σύσταση ειδικής επιτροπής παρακολούθησης τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και αξιολόγησης της προόδου των αποκαταστάσεων, στην οποία υποβάλλονται όλες οι τεχνικές μελέτες και τα αποτελέσματα των αναλύσεων, καθώς και οι ετήσιες εκθέσεις που συντάσσει ο κύριος του έργου (βλ. όρο δ1.39), η εγκατάσταση ολοκληρωμένου προγράμματος παρακολούθησης του έργου και των περιβαλλοντικών μέσων, τα πορίσματα του οποίου θα αξιολογούνται και θα αποστέλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες και θα δημοσιοποιούνται στην τοπική κοινωνία (βλ. όρο δ4.2 και επ.), επί τη βάσει δε αυτών θα επιβάλλεται η λήψη πρόσθετων περιβαλλοντικών όρων ή τροποποίηση των υφιστάμενων ή η λήψη μέτρων αποκατάστασης ενδεχόμενης περιβαλλοντικής ζημίας, συντρεχούσης της περιπτώσεως (βλ. στ.3). Εξ άλλου, με τους περιβαλλοντικούς όρους δ6.1-7 ρυθμίζονται τα ζητήματα των εγγυήσεων και ασφαλιστικών καλύψεων που εξασφαλίζουν διαθεσιμότητα οικονομικών μέσων για την άμεση και πλήρη κάλυψη της αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών που ενδέχεται να προκύψουν. Οι όροι αυτοί είναι δεσμευτικοί και επαρκείς, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, καλύπτουν δε τις απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας και οι αντίθετοι ισχυρισμοί θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, τα προβαλλόμενα ότι οι διατάξεις της σύμβασης μεταβίβασης, που ορίζουν ότι σε περίπτωση αναστροφής της πώλησης η παρεμβαίνουσα δεν έχει καμία υποχρέωση και ευθύνη για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, καταργούν την περιβαλλοντική ευθύνη του φορέα της εκμετάλλευσης είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτα, διότι δεν αναφέρονται σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά σε διατάξεις συμβάσεως που δεν εντάσσεται στη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 258/2004). Εν πάση δε περιπτώσει, προβάλλονται και αβασίμως, καθ’ όσον η περιβαλλοντική ευθύνη του φορέα της εκμετάλλευσης, με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο, ουδόλως καταργείται με τους συμβατικούς όρους που επικαλούνται οι αιτούντες και οι οποίοι απλώς διασφαλίζουν ότι η περιβαλλοντική ευθύνη μπορεί να καταλογιστεί στην παρεμβαίνουσα μόνο για δικές της δραστηριότητες που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με προκληθείσα ζημία ή κίνδυνο ζημίας και όχι για ιστορική περιβαλλοντική ζημία, η οποία δεν προκλήθηκε από δραστηριότητές της, καθώς και ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως δεν υφίσταται υποχρέωση της παρεμβαίνουσας προς προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, παραμένει, ωστόσο, ακέραια η περιβαλλοντική της ευθύνη προς αποκατάσταση των ζημιών που ενδεχομένως έχουν προκληθεί από τις δραστηριότητές της, σύμφωνα με τους προπαρατεθέντες περιβαλλοντικούς όρους. 

30. Επειδή, σύμφωνα με τη Μ.Π.Ε. (Κεφάλαιο 2.3), το έργο, σε εθνική και διεθνή κλίμακα, αποτελεί μία σημαντική δραστηριότητα, καθώς επαναπροσδιορίζει για την περιοχή εν όλω ή εν μέρει τα οικονομικά χαρακτηριστικά και το αναπτυξιακό πρότυπο μέσω πλήρους αξιοποίησης των καταγεγραμμένων κοιτασμάτων και την παράλληλη έρευνα για την επέκταση των γνωστών κοιτασμάτων και τον προσδιορισμό νέων. Ο σχεδιασμός του έργου στηρίχθηκε στη συσσωρευμένη εμπειρία από τη μακρόχρονη λειτουργία των μεταλλείων σε συνδυασμό με το περιβαλλοντικό και κοινωνικό υπόβαθρο που έχει διαμορφωθεί στην ευρύτερη περιοχή, στις αρχές της ορθολογικής αξιοποίησης των εθνικών πόρων και της αειφόρου ανάπτυξης, στην αξιολόγηση των προσπαθειών αξιοποίησης εν όλω ή εν μέρει που έγιναν στο παρελθόν, στη σημαντική εξέλιξη της τεχνολογίας σε συνδυασμό με τις προοπτικές και δυνατότητες ανάπτυξης ερευνητικού πεδίου στην Ελλάδα, στην αναγκαιότητα στάθμισης και αποδεκτής εξισορρόπησης του κοινωνικοοικονομικού οφέλους και περιβαλλοντικού κόστους στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης αειφόρου ανάπτυξης της χώρας, στην ευρωπαϊκή πρακτική, καθώς και στην αναγκαιότητα οικονομικής ευρωστίας υπό την έννοια της διευκόλυνσης εισροής κεφαλαίων στη χώρα, αλλά και της ανάπτυξης της περιφέρειας. Η υλοποίηση του σχεδιασμού αυτού επιτυγχάνει σταδιακά αφ’ ενός μεν την περιβαλλοντική αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής και δη της παράκτιας ζώνης μεταξύ Σταυρού και Ιερισσού, αφ’ ετέρου δε την περαιτέρω τουριστική αξιοποίησή της, η οποία υποβοηθείται σημαντικά από τη διεύρυνση των εισοδημάτων που θα επιφέρει η αύξηση της απασχόλησης σαν συνέπεια της αξιοποίησης του μεταλλευτικού δυναμικού (βλ. σελ. 2.3-1). Περαιτέρω διαλαμβάνεται ότι το συνολικό κόστος της επένδυσης είναι τέτοιο (2.843,7 εκ. ευρώ) ώστε θα επηρεάσει το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της περιοχής. Η άμεση επίπτωση στην εθνική και τοπική οικονομία συνίσταται στη δημιουργία 1.300 άμεσων θέσεων απασχόλησης σε μία περιοχή με αυξημένη ανεργία (περίπου 20% στην περιοχή της Β.Α. Χαλκιδικής βάσει εκτιμήσεων του έτους 2010) και όπου ο μέσος όρος εισοδήματος ανά κάτοικο είναι μικρότερος του αντίστοιχου εθνικού μέσου όρου, θέσεις που θα καλυφθούν κατά προτεραιότητα από την τοπική κοινωνία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90%, ενώ μικρό ποσοστό εξειδικευμένων επιστημόνων θα προέλθει από μεγάλα αστικά κέντρα. Επιπροσθέτως, οφέλη στην εθνική οικονομία θα προκύψουν από τη διάθεση σημαντικού τμήματος του κεφαλαίου της επένδυσης σε ελληνικές επιχειρήσεις (εταιρείες συμβούλων κ.ά.), την αξιοποίηση τμήματος του ορυκτού πλούτου της χώρας κατά τρόπο βιώσιμο και ορθολογικό, την εξαγωγή των τελικών προϊόντων της επένδυσης, ήτοι πλακών καθαρού χρυσού, αργύρου και χαλκού με θετικές επιδράσεις στο ισοζύγιο συναλλαγών και αύξηση του συναλλαγματικού οφέλους, την ανάδειξη της Ελλάδας σε πρώτη κύρια χώρα παραγωγής πρωτογενούς χρυσού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε κέντρο ανάπτυξης σύγχρονης μεταλλουργικής τεχνολογίας στο χώρο των Βαλκανίων και στην αύξηση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της χώρας μέσω της φορολογίας του φορέα εκμετάλλευσης και των επιχειρήσεων που σχετίζονται με την επένδυση. Περαιτέρω, αναμένονται ιδιαίτερα θετικές έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις που θα τονώσουν την τοπική και περιφερειακή οικονομία και συνίστανται στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων εμπορίου, παροχής υπηρεσιών, αλλά και μεταποιητικών δραστηριοτήτων συνδεόμενων με το στάδιο κατασκευής και λειτουργίας του έργου (οικοδομικά υλικά, χωματουργικές εργασίες, μεταφορές, συνεργεία επισκευών, συντήρησης κ.λπ.), ενώ βραχυπρόθεσμα αναμένεται προσέλκυση και άλλων δραστηριοτήτων του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες θα λειτουργούν συμπληρωματικά και υποστηρικτικά προς τη μεταλλευτική δραστηριότητα. Εξ άλλου, η παρεμβαίνουσα προτίθεται να υποστηρίξει εμπράκτως δραστηριότητες που στοχεύουν στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική αναβάθμιση της Β.Α. Χαλκιδικής μέσω της συστάσεως ειδικού φορέα, όπου θα έχει ουσιαστική συμμετοχή η τοπική κοινωνία με εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, κατά τρόπο ώστε να προωθηθεί η ανάπτυξη και άλλων τομέων παράλληλα με τον μεταλλευτικό, όπως ο συνεδριακός, πολιτιστικός, μεταλλευτικός τουρισμός και ο αγροτουρισμός. Επίσης, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση και τους τοπικούς φορείς, θα δραστηριοποιηθεί σε δράσεις και ενέργειες κοινωνικής προσφοράς και ανάδειξης της φυσιογνωμίας της περιοχής. Οφέλη στην τοπική κοινωνία θα προκύψουν και από τα συστήματα τεχνικών υποδομών που θα δημιουργηθούν (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, οδικό δίκτυο, λιμενικές υποδομές κ.λπ.) (βλ. σελ. 4.1-17 επ. και 7.8-1 επ.). Η κοινωνική διάσταση της επένδυσης υλοποιείται με δεσμευτικούς περιβαλλοντικούς όρους που έχουν τεθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ο κύριος του έργου υποχρεούται να συνδράμει και να επικουρεί την τοπική κοινωνία για την ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής σε όλη την έκταση του Δήμου Αριστοτέλη (δ1.32), για την ομαλή ένταξη του έργου στο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της περιοχής ο κύριος του έργου θα πρέπει να υιοθετήσει πολιτική κάλυψης των θέσεων εργασίας με προτεραιότητα προτίμησης από τον τοπικό πληθυσμό σε ποσοστό 90% περίπου από τον Δήμο Αριστοτέλη, εφ’ όσον υπάρχουν σχετικά αιτήματα, οι δε εργαζόμενοι στο κατασκευαστικό στάδιο να ενσωματώνονται σταδιακά στην ομάδα παραγωγής, η οποία θα διαρκέσει τουλάχιστον 30 έτη (δ1.37), για τη δημιουργία ειδικών και έμπειρων τεχνικών ο κύριος του έργου οφείλει να συνδράμει τεχνικά και επιστημονικά το Ελληνικό Δημόσιο ή τον Δήμο Αριστοτέλη για τη δημιουργία και λειτουργία κατάλληλης και εξειδικευμένης σχολής μαθητείας του εργατικού δυναμικού της περιοχής, το οποίο θα προσλαμβάνεται κατά προτεραιότητα ανάλογα με τις ανάγκες του έργου (δ1.38). Τέλος, δε κατά την εκπόνηση του ρυθμιστικού σχεδίου των μετα-μεταλλευτικών χρήσεων γης των περιοχών επέμβασης του έργου θα εξετάζεται η δυνατότητα ένταξης ορισμένων εκ των εγκαταστάσεων και περιοχών σε πρόγραμμα αξιοποίησής τους από την τοπική κοινωνία, όπως για την ανάδειξη της μεταλλευτικής ιστορίας της περιοχής, κατόπιν εγκρίσεως του Υ.Π.Ε.Κ.Α. (δ3.4).

31. Επειδή, όπως προκύπτει από τα ως άνω δεδομένα της Μ.Π.Ε., τις γνωμοδοτήσεις της Διεύθυνσης Μεταλλευτικών και Βιομηχανικών Ορυκτών που χαρακτήρισαν τη δραστηριότητα ως ιδιαιτέρως συμφέρουσα για την εθνική οικονομία και τους όρους της προσβαλλόμενης, που προπαρατέθησαν, το εν λόγω επενδυτικό σχέδιο, με το οποίο αξιοποιείται ο ορυκτός πλούτος στη συγκεκριμένη περιοχή των μεταλλείων Κασσάνδρας με υπόγεια, κατά κύριο λόγο, εκμετάλλευση, μέσω της συνδυαστικής μεταλλουργικής καθετοποίησης του συνολικού μεταλλευτικού δυναμικού των ερευνηθέντων κοιτασμάτων και βάσει σχεδιασμού που αξιοποιεί τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές και αντιμετωπίζει κατά τρόπο ολοκληρωμένο την ορθολογική διαχείριση και προστασία των περιβαλλοντικών μέσων, αναμένεται να επιφέρει, κατά την κρίση της Διοίκησης που το ενέκρινε, πολλαπλά οφέλη τόσο στην εθνική όσο και στην τοπική οικονομία, τα οποία συνίστανται στην περιφερειακή ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση των εξαγωγών και του συναλλαγματικού οφέλους, την αύξηση του Α.Ε.Π. μέσω της φορολογίας του φορέα και των επιχειρήσεων που σχετίζονται με την επένδυση, τη δημιουργία άνω των 1.300 άμεσων θέσεων εργασίας, οι οποίες θα καλυφθούν κατά τον προμνημονευθέντα περιβαλλοντικό όρο κατά 90% από την τοπική κοινωνία, αλλά και την ενίσχυση και άλλων δραστηριοτήτων του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα που συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με την μεταλλευτική δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ελήφθησαν υπ’ όψιν η σπανιότης και η ανάγκη εξόρυξης των συγκεκριμένων μεταλλευμάτων, σύμφωνα με τις ρητές προβλέψεις του υφιστάμενου χωροταξικού σχεδιασμού (εθνικό-ειδικό-περιφερειακό), αξιολογήθηκαν όλες οι επιπτώσεις στο περιβάλλον της περιοχής και προβλέπονται μέτρα για την αποτροπή ή το μετριασμό τους, ενώ δόθηκε έμφαση α) στην αποκατάσταση της περιοχής από παλαιές μεταλλευτικές δραστηριότητες, αλλά και από την επίδικη μετά το πέρας της, β) στην παρακολούθηση της ορθής τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και επιβολής πρόσθετων, αν κριθεί αναγκαίο, από ειδική επιτροπή στην οποία μετέχει, όπως προεκτέθηκε, και εκπρόσωπος της τοπικής αυτοδιοίκησης και γ) στην ανάληψη κοινωνικών δράσεων προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, πέραν της δέσμευσης πρόσληψης προσωπικού από τον τοπικό πληθυσμό. Υπό τα δεδομένα αυτά το έργο δεν αντίκειται στη βιώσιμη μεταλλεία, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 24, 106 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι το τίμημα των 11.000.000 ευρώ που συμφωνήθηκε για τη μεταβίβαση των μεταλλείων, χωρίς να έχει διενεργηθεί διαγωνισμός και με απαλλαγή της παρεμβαίνουσας από τους φόρους μεταβιβάσεως είναι ανεπαρκές οικονομικό αντιστάθμισμα και συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση, ως έχει κριθεί με την 48/2008 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανεξαρτήτως εάν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προβάλλεται παραδεκτώς στο πλαίσο της παρούσης δίκης, είναι, πάντως, απορριπτέος και κατ’ ουσίαν. Και τούτο διότι η δημόσια ωφέλεια που προκύπτει από το επίμαχο έργο δεν εξαντλείται στο χρηματικό τίμημα που κατεβλήθη για την κατά το άρθρο 144 παρ. 3 του Μεταλλευτικού Κώδικα (ν.δ. 210/1973, Α΄ 295) απευθείας μεταβίβαση των μεταλλείων, διότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προεκτέθησαν, η παρεμβαίνουσα ανέλαβε άμεσα τη διαχείριση των έντονων περιβαλλοντικών προβλημάτων που ανέκυψαν από την προγενέστερη εκμετάλλευση της περιοχής από τις προηγούμενες δικαιούχους εταιρείες, προκειμένου να αποτρέπεται ρύπανση των περιβαλλοντικών μέσων (αντλήσεις υδάτων, συντήρηση υπογείων έργων, λιμνών και τελμάτων, αντιμετώπιση καθιζήσεων και φαινομένου όξινης απορροής) με δικό της κόστος για όλο το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της συμβάσεως έως και σήμερα. Περαιτέρω, στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό που προτάθηκε με τη Μ.Π.Ε. έχει ενσωματώσει όλους τους παλαιούς χώρους απόθεσης και όλες τις περιοχές που έχουν θιγεί από τις προγενέστερες εκμεταλλεύσεις, προτείνοντας ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σχέδιο συστηματικής αντιμετώπισης και αποκατάστασης των περιβαλλοντικών προβλημάτων, που περιλαμβάνει τη λιθογόμωση των παλαιών εξοφληθέντων κενών ώστε να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο της όξινης απορροής, την ολοκληρωμένη διαχείριση των αποβλήτων των παλαιών αποθέσεων μέσω της δημιουργίας εγκατάστασης κατάλληλων προδιαγραφών επικινδύνων αποβλήτων, την εξυγίανση των εδαφών των χώρων παλαιών αποθέσεως κατόπιν ειδικού σχεδίου, καθώς και μέτρα για την ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση υδάτων, επιφανειακών και υπόγειων, που έχουν υποβαθμισθεί. Και ναι μεν, όπως και οι αιτούντες ισχυρίζονται, η αποκατάσταση της λίμνης τελμάτων Ολυμπιάδας αναμένεται να επιφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος στην παρεμβαίνουσα από την αξιοποίηση των αποτιθέμενων μεταλλευμάτων, πέραν όμως του κόστους αποκατάστασης των θιγεισών περιοχών, της υλοποίησης, παρακολούθησης και συντήρησης του προτεινόμενου σχεδιασμού, της περιβαλλοντικής διαχείρισης του έργου, της σταδιακής αποκατάστασης των μη λειτουργικών χώρων και της καταβολής των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και ασφαλειών, η παρεμβαίνουσα θα πρέπει να χρηματοδοτήσει και τις κοινωνικές παρεμβάσεις που είναι υποχρεωμένη ή προτίθεται να αναλάβει προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, της οποίας το φυσικό και κοινωνικό κεφάλαιο χρησιμοποιεί και οι οποίες συνίστανται αφ’ ενός στις οικονομικές επιβαρύνσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιο του αρχαιολογικού νόμου (ανασκαφικές έρευνες, ανάδειξη και αξιοποίηση αρχαιολογικών χώρων, λοιπά μέτρα προστασίας) και αφ’ ετέρου στη συνεισφορά στην τοπική κοινωνία με διάφορα έργα και δράσεις, όπως αναφέρθηκε αναλυτικά ανωτέρω, συνεκτιμωμένης και της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 του Μεταλλευτικού Κώδικα δυνατότητας επιβολής μεταλλευτικών δικαιωμάτων σε βάρος του φορέα εκμετάλλευσης. Τέλος, κατά το μέρος που, βάσει των προβαλλομένων, πλήττονται ευθέως όροι της υπογραφείσης συμβάσεως, καθώς και η διαδικασία της μεταβιβάσεως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον οι πράξεις αυτές δεν δύνανται να ελεγχθούν παρεμπιπτόντως επ’ ευκαιρία προσβολής πράξεως εντασσομένης στη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργου ή δραστηριότητας (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 258/2004, 4150/2011).

31. Επειδή, τέλος, απαραδέκτως γίνεται επίκληση, το πρώτον με το υπόμνημα που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, τεχνικών εκθέσεων που δεν έχουν προσκομισθεί προαποδεικτικώς, κατά τα άρθρα 25 παρ. 2 και 33 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), ενώ επίσης απαραδέκτως προσάγεται με το υπόμνημα αυτό έκθεση της Ειδικής Επιτροπής της Γεωπονικής Σχολής του Α.Π.Θ. που έχει εκπονηθεί μετά τη συζήτηση της υποθέσεως (πρβλ. ΣτΕ 3664/1998, 3718/2010 κ.ά.).  

32. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις.

 

 

ΣτΕ 1422/2013

[Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ. Αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης και προθεσμία συμπλήρωσης ειδικότερης ρύθμισης]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής: Αικ. Σακελλαροπούλου

Δικηγόροι: Β. Δωροβίνης, Κ. Βαρδακαστάνης, Αγγ. Καστανά

 

Η ρύθμιση του εγκριθέντος χωροταξικού πλαισίου που προβλέπει ότι για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) της ορνιθοπανίδας επιβάλλεται -επιπροσθέτως της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων- η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης, κατά τη διαδικασία της οποίας μπορεί να επιβληθούν και πρόσθετοι περιορισμοί ή να κριθεί μη επιτρεπτή η χωροθέτηση ενόψει της φύσης των εγκαταστάσεων και των χαρακτηριστικών της περιοχής, εναρμονίζεται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις προστατευόμενες περιοχές. Όμως, ενόψει της αυστηρής προστασίας που απολαύουν, κατά την οδηγία 79/409/ΕΟΚ, οι τόποι εκτός Ζ.Ε.Π., που χαρακτηρίζονται ως Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (Σ.Π.Π.), επιβάλλεται η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και για τις περιοχές αυτές.

Επομένως, μη νομίμως δεν προβλέπεται με το προσβαλλόμενο χωροταξικό σχέδιο η υποχρέωση σύνταξης ειδικής ορνιθολογικής μελέτης για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στις ως άνω περιοχές. Για την αποκατάσταση της νομιμότητας δεν είναι αναγκαίο να ακυρωθεί με την παρούσα απόφαση η σχετική διάταξη του χωροταξικού πλαισίου ως προς την ως άνω παράλειψη, δεδομένου ότι η πλημμέλεια αυτή είναι δυνατόν να καλυφθεί εκ των υστέρων, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του αιτούντος σωματείου. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναβάλει, κατά το μέρος αυτό, την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να επιβάλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να συμπληρώσει την επίδικη ρύθμιση, εντός δύο μηνών από την περιέλευση της παρούσας απόφασης στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, με την έκδοση σχετικής απόφασης του αρμόδιου οργάνου και τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιφυλασσόμενο να αποφασίσει οριστικά για το θέμα αυτό, μετά τη συμπλήρωση της εν λόγω προθεσμίας, χωρίς νέα συζήτηση στο ακροατήριο.

 

Βασικές σκέψεις

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. 49828/12.11.2008 αποφάσεως της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (Β΄ 2464/3.12.2008), με την οποία εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και η σχετικώς εκπονηθείσα στρατηγική μελέτη περιβαλλοντι­κών επιπτώσεων. Η πράξη αυτή προσβάλλεται κατά το μέρος που αφορά ρυθμίσεις οι οποίες περιέχονται στα άρθρα 6 και 10 του πιο πάνω Ειδικού Πλαισίου.

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον από το αιτούν σωματείο που έχει καταστατικό σκοπό, μεταξύ άλλων, τη μελέτη και προστασία της ορνιθοπανίδας και ισχυρίζεται ότι οι ως άνω ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εξασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία στα απαραίτητα για τη διαβίωση της ορνιθοπανίδας ενδιαιτήματα.

4. Επειδή, με τις διατάξεις του Συντάγματος, ιδίως με το άρθρο 24 παρ. 1 και 6, το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη του αγαθού αυτού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευόμενων αντίστοιχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη.  Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 2, 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός, ο οποίος αποτελεί τη χωρική έκφραση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πορίσματα της επιστήμης της χωροταξίας, να λαμβάνει τα αναγκαία για τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι κατά το δυνατόν βέλτιστοι όροι διαβιώσεως του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας. Εντός του πλαισίου αυτού, ουσιώδης συντελεστής για τη βιώσιμη ανάπτυξη και, κατά μείζονα λόγο, για την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων, των οποίων η οικιστική και εν γένει οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους, είναι τα χωροταξικά σχέδια, με τα οποία τίθενται, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών ασκήσεως παραγωγικών δραστηριοτήτων και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές (ΣτΕ Ολομ. 3920/2010, 3396-7/2010, 3037/2008, 705/2006, 1569/2005 κ.ά.).

5. Επειδή, σε εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής για χωροταξικό σχεδιασμό εκδόθηκε αρχικώς ο Ν. 360/1976 (Α΄ 151) και στην συνέχεια ο ν. 2742/1999 (Α΄ 207), με το άρθρο 18 (παρ. 1) του οποίου καταργήθηκε ο ανωτέρω προηγούμενος νόμος. Σύμφωνα με το νέο αυτό ν. 2742/1999, ο χωροταξικός σχεδιασμός αποσκοπεί να συμβάλει «α. Στην προστασία και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, στη διατήρηση των οικολογικών και πολιτισμικών αποθεμάτων και στην προβολή και ανάδειξη των συγκριτικών γεωγραφικών, φυσικών, παραγωγικών και πολιτιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας. β. Στην ενίσχυση της διαρκούς και ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας και της ανταγωνιστικής παρουσίας της στον ευρύτερο ευρωπαϊκό, μεσογειακό και βαλκανικό της περίγυρο. γ. Στη στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στο σύνολο του εθνικού χώρου ...» (άρθρο 2 παρ. 1). Για την εκπλήρωση των στόχων αυτών, κατά την κατάρτιση των χωροταξικών πλαισίων και λοιπών σχεδίων πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι ακόλουθες αρχές: «α. Η εξασφάλιση ισάξιων όρων διαβίωσης και ευκαιριών παραγωγικής απασχόλησης των πολιτών σε όλες τις περιφέρειες της χώρας ... β. Η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών και η βελτίωση των υποδομών ... γ. Η διατήρηση, ενίσχυση και ανάδειξη της οικιστικής και παραγωγικής πολυμορφίας, καθώς και της φυσικής ποικιλότητας στις αστικές και περιαστικές περιοχές, αλλά και στην ύπαιθρο και ιδιαίτερα στις παράκτιες, νησιωτικές και ορεινές περιοχές, καθώς και στις περιοχές που παρουσιάζουν αυξημένη βιομηχανική και τουριστική ανάπτυξη. δ. Η εξασφάλιση ισόρροπης σχέσης μεταξύ του αστικού, περιαστικού και αγροτικού χώρου ... ε. Η κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική και πολιτισμική αναζωογόνηση των μητροπολιτικών κέντρων, των πόλεων και των ευρύτερων περιαστικών περιοχών τους ... στ. Η ολοκληρωμένη ανάπτυξη, ανάδειξη και προστασία των νησιών, των ορεινών και των παραμεθόριων περιοχών της χώρας και ιδιαίτερα η ενίσχυση του δημογραφικού και πληθυσμιακού τους ισοζυγίου, η διατήρηση και ενθάρρυνση των παραδοσιακών παραγωγικών κλάδων τους και της παραγωγικής πολυμορφίας τους ... καθώς και η προστασία των φυσικών και πολιτιστικών τους πόρων. ζ. Η συστηματική προστασία, αποκατάσταση, διατήρηση και ανάδειξη των περιοχών, οικισμών, τοπίων που διαθέτουν στοιχεία φυσικής, πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. η. Η συντήρηση, αποκατάσταση και ολοκληρωμένη διαχείριση των δασών των αναδασωτέων περιοχών και των αγροτικών εκτάσεων. θ. Η ορθολογική αξιοποίηση και η ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτινων πόρων. ι. Ο συντονισμός των δημόσιων προγραμμάτων και έργων που έχουν χωροταξικές επιπτώσεις ...» (άρθρο 2 παρ. 2). Μέσα χωροταξικού σχεδιασμού είναι το γενικό, τα ειδικά και τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης (βλ. άρθρα 6, 7, 8). Το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού αποτελεί σύνολο κειμένων ή και διαγραμμάτων, στο οποίο καταγράφονται και αξιολογούνται οι παράγοντες που επηρεάζουν την μακροπρόθεσμη χωρική ανάπτυξη και διάρθρωση του εθνικού χώρου, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών πολιτικών, προσδιορίζονται, με προοπτική 15 ετών, οι βασικές προτεραιότητες και οι στρατηγικές κατευθύνσεις για την χωρική ανάπτυξη και την αειφόρο οργάνωση του εθνικού χώρου (άρθρο 6 παρ. 1). Το Πλαίσιο αυτό εγκρίνεται από την Ολομέλεια της Βουλής (άρθρο 6 παρ. 3), οι δε κατευθύνσεις του εξειδικεύονται ή συμπληρώνονται με τα Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού. Συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 7 προβλέφθηκαν τα ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης ως στρατηγικού χαρακτήρα μέσα χωροταξικού σχεδιασμού, που εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, είτε σε τομεακό επίπεδο, είτε σε ειδικές περιοχές του εθνικού χώρου. Αντικείμενο των ειδικών πλαισίων αποτελεί, ειδικότερα, η χωρική διάρθρωση ορισμένων κλάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, δικτύων και υπηρεσιών τεχνικής, κοινωνικής και διοικητικής υποδομής εθνικού ενδιαφέροντος με εξαίρεση τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες, των παράκτιων και νησιωτικών περιοχών, των ορεινών και προβληματικών ζωνών, των περιοχών που υπάγονται σε διεθνείς ή ευρωπαϊκές συμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και άλλων ενοτήτων του εθνικού χώρου, που παρουσιάζουν κρίσιμα περιβαλλοντικά, αναπτυξιακά και κοινωνικά προβλήματα (παρ. 1). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του ίδιου άρθρου, τα ειδικά πλαίσια συνοδεύονται από προγράμματα δράσης, στα οποία εξειδικεύονται οι απαιτούμενες για την εφαρμογή τους ενέργειες, δράσεις, ρυθμίσεις και προγράμματα, το κόστος, οι πηγές και οι φορείς χρηματοδότησής τους, καθώς και το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης των αναγκαίων για την υλοποίησή τους έργων (παρ. 2). Προς το σκοπό, εξάλλου, της λειτουργικής σύνδεσης και εναρμόνισης των τομεακών πολιτικών προς τους επιμέρους στόχους και προτεραιότητες του γενικού εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού, ορίζεται, περαιτέρω, ότι τα ειδικά πλαίσια καταρτίζονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, σε συνεργασία με τα κατά περίπτωση αρμόδια Υπουργεία και λοιπούς αρμόδιους οργανισμούς, εγκρίνονται δε με αποφάσεις της κατ’ άρθρο 3 του ίδιου ν. 2742/1999 Επιτροπής Συντονισμού του Κυβερνητικού Έργου, οι οποίες λαμβάνονται κατόπιν γνώμης του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού (παρ. 3 και 4). Σύμφωνα με διατάξεις, του εν λόγω άρθρου 7, τα ειδικά πλαίσια αναθεωρούνται ανά πενταετία βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται για την έγκρισή τους, εφόσον από την αξιολόγηση των βασικών επιλογών, προτεραιοτήτων και κατευθύνσεών τους, προκύπτει ανάγκη αναθεώρησής τους. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή και η εντός του χρονικού αυτού διαστήματος τροποποίησή τους, προκειμένου να αντιμετωπισθούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή την εφαρμογή προγραμμάτων και δράσεων διεθνούς, ευρωπαϊκού, διασυνοριακού, διακρατικού ή διαπεριφερειακού χαρακτήρα, να καθορισθούν εθνικές κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση εξαιρετικών αναγκών από φυσικές ή άλλου είδους καταστροφές και κινδύνους, να αντιμετωπισθούν εξαιρετικές και απρόβλεπτες ανάγκες που προκύπτουν από την εκτέλεση έργων και προγραμμάτων κοινωνικής και τεχνικής υποδομής εθνικής κλίμακας, καθώς και να προσαρμοσθούν σε σχετικές παρατηρήσεις και υποδείξεις των εκθέσεων παρακολούθησης και αξιολόγησης που συντάσσουν, ανά διετία, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος (παρ. 5). Με τις διατάξεις του άρθρου 8 προβλέπονται, περαιτέρω, τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, με τα οποία επιδιώκεται η προώθηση της αειφόρου, ισόρροπης και διαρκούς ανάπτυξης των επιμέρους περιφερειών της χώρας, σύμφωνα με τις φυσικές, οικονομικές και κοινωνικές τους ιδιαιτερότητες. Στα περιφερειακά πλαίσια, τα οποία καταρτίζονται για κάθε περιφέρεια της χώρας, καταγράφεται και αξιολογείται η θέση εκάστης εξ αυτών στον εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, οι λειτουργίες διαπεριφερειακού χαρακτήρα, τις οποίες έχει ή μπορεί να αναπτύξει η περιφέρεια, και οι παράγοντες που επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των ευρωπαϊκών, εθνικών και περιφερειακών πολιτικών και προγραμμάτων και προσδιορίζονται, με προοπτική δεκαπενταετίας, οι βασικές προτεραιότη­τες και οι στρατηγικές επιλογές για την ολοκληρωμένη και αειφόρο ανάπτυξή της. Στα περιφερειακά πλαίσια περιλαμβάνονται, επιπλέον, οι κατευθύνσεις και τα προγραμματικά πλαίσια για τη χωροθέτηση των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα και, ιδίως, οι περιοχές που πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηρισθούν ως περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων, καθώς, επίσης, και οι περιοχές που παρουσιάζουν μειονεκτικά χαρακτηριστικά και απαιτούν ειδικές χωρικές παρεμβάσεις. Κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, τα περιφερειακά πλαίσια περιλαμβάνουν, επίσης, τις κατευθύνσεις για την ισόρροπη και αειφόρο διάρθρωση του περιφερειακού οικιστικού δικτύου και τις βασικές προτεραιότητες για την προστασία, τη διατήρηση και την ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της περιφέρειας. Με το ίδιο άρθρο παρέχεται η δυνατότητα περαιτέρω εξειδικεύσεως των γενικών κατευθύνσεων και προτάσεων των περιφερειακών πλαισίων σε επίπεδο νομού ή άλλης γεωγραφικής ενότητας της οικείας περιφέρειας, εφόσον προκύπτει τεκμηριωμένη προς τούτο ανάγκη λόγω των οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των περιοχών αυτών. Προς το σκοπό, εξάλλου, του αποτελεσματικότερου συντονισμού των διαδικασιών εκπόνησης του χωροταξικού σχεδιασμού σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, ορίζεται, περαιτέρω, ότι τα περιφερειακά πλαίσια, τα οποία συνοδεύονται από πρόγραμμα δράσης, εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις του γενικού και των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, εξειδικεύουν δε και συμπληρώνουν τις βασικές προτεραιότητες και επιλογές τους (παρ. 1 και 2). Με τις διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 9, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προ, δηλαδή, της συμπληρώσεώς τους με το άρθρο 9 του ν. 3851/2010, καθορίσθηκαν οι συνέπειες της έγκρισης των πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης εν σχέσει προς τα λοιπά μέσα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, που εγκρίνονται σε τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται υποχρέωση εναρμόνισης των εγκρινόμενων, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ρυθμιστικών σχεδίων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων, σχεδίων χωρικής και οικιστικής οργάνωσης ανοικτών πόλεων, σχεδίων ανάπτυξης περιοχών δεύτερης κατοικίας, ζωνών οικιστικού ελέγχου, περιοχών οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις των εγκεκριμένων περιφερειακών πλαισίων και, σε περίπτωση που αυτά ελλείπουν, προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις του γενικού και των εγκεκριμένων ειδικών χωροταξικών σχεδίων. Κατά ρητή, εξάλλου, πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, μέχρι την έγκριση των ανωτέρω πλαισίων, η εκπόνηση των ρυθμιστικών σχεδίων, των γενικών πολεοδομικών σχεδίων και των λοιπών σχεδίων χρήσεων γης, καθώς και η έκδοση των συναφών κανονιστικών και ατομικών διοικητικών πράξεων, γίνεται κατόπιν συνεκτιμήσεως των διαθέσιμων στοιχείων του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και, ιδίως, αυτών που προκύπτουν από ήδη εκπονηθείσες ή υπό εκπόνηση μελέτες χωροταξικού περιεχομένου (παρ. 1). Η, κατά τα ανωτέρω, υποχρέωση εναρμόνισης επεκτείνεται και στα ήδη εγκεκριμένα κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2742/1999 ρυθμιστικά σχέδια, γενικά πολεοδομικά σχέδια και άλλα σχέδια χρήσεων γης, τα οποία, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, πρέπει να τροποποιούνται ή να αναθεωρούνται καταλλήλως με τη διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις που τα διέπουν (παρ. 2). Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως και προ της συζητήσεώς της δημοσιεύθηκε ο ν. 3851/2010 (Α΄ 85/4.6.2010), κύριος στόχος του οποίου είναι η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου αφενός μεν να μειωθούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αφετέρου δε να επιτευχθεί η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας (βλ. αιτιολογική έκθεση νόμου). Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του νόμου αυτού, με τις οποίες επιδιώχθηκε, ειδικότερα, ο εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής και της χωροταξικής νομοθεσίας, ώστε να συνεκτιμάται και η ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2742/1999 περίπτωση δ΄, με την οποία ορίσθηκε ότι μεταξύ των σκοπών του χωροταξικού σχεδιασμού περιλαμβάνεται η προστασία του κλίματος και της ατμόσφαιρας και η προώθηση της ενεργειακής αυτοδυναμίας της χώρας μέσω της αξιοποιήσεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 2742/1999 περίπτωση ιβ΄, με την οποία ορίσθηκε ότι, κατά τη σύνταξη των χωροταξικών πλαισίων, πρέπει να συνεκτιμάται και η κατά προτεραιότητα προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία πρέπει να λαμβάνει χώρα προς το σκοπό της βιώσιμης αξιοποίησης των πηγών του εθνικού πλούτου και συμφώνως προς τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συναφώς, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του νόμου αυτού προστέθηκε νέα παράγραφος 1 στο άρθρο 8 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), με την οποία προβλέφθηκε ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πρέπει να προωθούνται κατά προτεραιότητα ως μέσο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την προστασία της ατμόσφαιρας, την εξασφάλιση του βιώσιμου ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας, την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης και τη βιώσιμη αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου. Εξάλλου, με το άρθρο 9 του ως άνω ν. 3851/2010, ορίσθηκε ότι για την εγκατάσταση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας λαμβάνονται υπόψη μόνον εγκεκριμένα χωροταξικά, πολεοδομικά, ρυθμιστικά ή άλλα σχέδια χρήσεων γης και εγκεκριμένες μελέτες που εναρμονίζονται προς το εγκριθέν διά της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδικό χωροταξικό πλαίσιο και, εφόσον με αυτά έχει ληφθεί μέριμνα για τη μέγιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου ενεργειακού δυναμικού. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια, η χωροθέτηση εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας γίνεται απευθείας κατ’ εφαρμογή των κατευθύνσεων του ειδικού αυτού χωροταξικού πλαισίου. Εξάλλου, με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου προστέθηκε τρίτη παράγραφος στο άρθρο 9 του ν. 2742/1999, με την οποία ορίσθηκε ότι τα εγκεκριμένα περιφερειακά πλαίσια πρέπει να τροποποιούνται ή να αναθεωρούνται προκειμένου να εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις του γενικού και των ειδικών χωροταξικών πλαισίων. Ειδικώς, στην περίπτωση ήδη εγκριθέντων περιφερειακών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, ρυθμιστικών σχεδίων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων, ζωνών οικιστικού ελέγχου ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης, που δεν καλύπτουν επαρκώς τις κατευθύνσεις του ως άνω ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μέχρι την εναρμόνισή τους προς τις κατευθύνσεις αυτές, η χωροθέτηση των σχετικών έργων «γίνεται με άμεση και αποκλειστική εφαρμογή» του ειδικού πλαισίου.

6. Επειδή, η έγκριση των ειδικών χωροταξικών πλαισίων ανατίθεται, με τις παραπάνω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 2742/1999, σε ένα ευρείας συνθέσεως συλλογικό κυβερνητικό όργανο, εξοπλισμένο με επιτελικού και αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες χωροταξικού σχεδιασμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η χάραξη της εθνικής χωροταξικής πολιτικής και η εποπτεία και αξιολόγηση της εφαρμογής της. Συγκεκριμένα, τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια, τα οποία αποτελούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, τη γενική πρόταση χωροταξικής οργάνωσης συγκεκριμένων τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, που διατυπώνεται μετά από εκτίμηση των βασικών κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας στους συγκεκριμένους τομείς και των προβλεπομέ­νων επιπτώσεών τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, συγκροτούν δε με αυτό ένα συνεκτικό σύνολο γενικών κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα, τα ειδικά χωροταξικά σχέδια, τα οποία αποτελούν, κατά το σύστημα του νόμου, το δεύτερο στάδιο χωροταξικού σχεδιασμού, περιλαμβάνουν, αφενός επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα, συναρτώμενες με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις εντασσόμενες στα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής κατά το άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος, και αφετέρου γενικές κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις, συνδεόμενες αρρήκτως με τα ανωτέρω ζητήματα, για τη θέσπιση των οποίων παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στο παραπάνω κυβερνητικό όργανο με τις προαναφερόμε­νες διατάξεις του ν. 2742/1999. Περαιτέρω, νομική δεσμευτικότητα αναπτύσσουν όχι μόνο κατά την έγκριση ρυθμιστικών και γενικών πολεοδομικών σχεδίων και κάθε είδους σχεδίων χρήσεων γης, αλλά και κατά την έκδοση εγκρίσεων και αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία έργων ανάπτυξης των σχετικών παραγωγικών δραστηριοτήτων, τόσο οι γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στα ειδικά χωροταξικά σχέδια, αν και καταλείπουν ευρύτατη ευχέρεια κατά την εφαρμογή τους από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, όσο και οι ειδικότερες ρυθμίσεις των ειδικών χωροταξικών σχεδίων, κατά τρόπον ώστε να μην ανατρέπονται οι βασικές επιλογές και η συνολική ισορροπία των σχεδίων αυτών. Ενόψει τούτων, οι κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων πράξεις έγκρισης ειδικών χωροταξικών σχεδίων υπόκεινται καταρχήν σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι επάγονται ευθέως έννομες συνέπειες.

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου, στο πλαίσιο του συνολικότερου προγραμματισμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (εφ’ εξής: Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) για την προώθηση και την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού της χώρας και παράλληλα με την εκπόνηση μελετών για την κατάρτιση του εθνικού χωροταξικού σχεδίου και των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού για τον τουρισμό, τη βιομηχανία και τον παράκτιο και ορεινό χώρο, κινήθηκε η διαδικασία κατάρτισης του ειδικού χωροταξικού σχεδίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ανατέθηκε, κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, η εκπόνηση υποστηρικτικής μελέτης, η οποία, αφού παρελήφθη, τελικώς, το Φεβρουάριο του 2007, αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Με τη μελέτη, η οποία εκπονήθηκε βάσει των προδιαγραφών που είχαν συντάξει τα συναρμόδια υπουργεία και κατόπιν συνεκτιμήσεως των βασικών επιλογών του ν. 3468/2006 «Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης και λοιπές διατάξεις» (Α´ 129), υπεβλήθησαν συγκεκριμένες προτάσεις για τη διαμόρφωση της γενικότερης αρχιτεκτονικής και των επιμέρους προβλέψεων του ειδικού χωροταξικού πλαισίου, οι οποίες είχαν τη μορφή κανόνων και κριτηρίων χωροθετήσεως για κάθε κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (εφ’ εξής Α.Π.Ε.). Κατά την ειδικότερη εκτίμηση των μελετητών, οι κανόνες και τα κριτήρια αυτά, τα οποία ήταν μεν γενικής εφαρμογής, δυνάμενα όμως, να προσαρμοστούν ευχερώς στις ιδιαιτερότητες των περιοχών υποδοχής, εξισορροπούσαν επιτυχώς την ανάγκη για ορθολογική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αξιοποίηση του εκμεταλλεύσιμου ενεργειακού δυναμικού της χώρας με τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Κατά τη διαμόρφωση των κριτηρίων αυτών, ελήφθησαν υπόψη οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για την προώθηση των Α.Π.Ε., οι δυνατότητες διείσδυσής τους βάσει του υφιστάμενου ενεργειακού δυναμικού και του εκδηλωθέντος επενδυτικού ενδιαφέροντος, τα ιδιαίτερα τεχνικά χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσής τους και των συνοδών αυτών έργων, καθώς, επίσης, και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις εκάστης κατηγορίας ανανεώσιμων πηγών. Εντός του πλαισίου αυτού, αξιολογήθηκαν, περαιτέρω, τα δεδομένα του χωροταξικού σχεδιασμού στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και, ειδικότερα, η φύση και τα επίπεδα του σχεδιασμού, τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια χωροθέτησης, περιλαμβανομένου και του εκ των προτέρων αποκλεισμού συγκεκριμένων περιοχών, καθώς και οι μέθοδοι αντιμετώπισης των ενδεχόμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Στη μελέτη προσαρτήθηκαν παραρτήματα, στα οποία παρατίθενται λεπτομερείς χάρτες αποτύπωσης του αιολικού δυναμικού και του υδροδυναμικού της χώρας, πληροφορίες για την ενέργεια που παράγεται από βιομάζα, λεπτομερής ανάλυση της μεθόδου αντιμετώπισης των επιπτώσεων στο τοπίο, καθώς και αξιολόγηση των σχετικών ρυθμίσεων των περιφερειακών χωροταξικών πλαισίων και των λοιπών υποκείμενων μέσων πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Οι προταθείσες ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν σε προσχέδιο ειδικού πλαισίου, το κείμενο του οποίου προσαρτήθηκε στην υποστηρικτική μελέτη και αποτέλεσε το κύριο αντικείμενο της επακολουθήσασας διαδικασίας στρατηγικής περιβαλλοντι­κής εκτίμησης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, εκπονήθηκε στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.), με την οποία διαπιστώθηκε ότι οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας είχαν επαρκώς ενσωματωθεί τόσο στη στοχοθεσία, όσο και στις επιμέρους ρυθμίσεις του ειδικού χωροταξικού σχεδίου. Κατά τις ειδικότερες αναφορές της μελέτης, η θέσπιση σαφών κριτηρίων και κανόνων χωροθετήσεως συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και κύριο μέσο για την επίτευξη των εθνικών και κοινοτικών στόχων περί αυξήσεως της συμμετοχής τους στο εθνικό ενεργειακό μείγμα, η εισαγωγή δε των κανόνων αυτών είναι, περαιτέρω, αναγκαία για την προστασία του περιβάλλοντος από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των Α.Π.Ε., οι οποίες αποτελούν μεν φιλική μορφή ενέργειας και ειδικότερη έκφανση της βιώσιμης ανάπτυξης, δεν στερούνται, όμως, δυσμενών επιπτώσεων στο ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής εγκαταστάσεως και λειτουργίας τους. Ο ολοκληρωμέ­νος, εξ άλλου, χωροταξικός σχεδιασμός, ο οποίος, κατόπιν εξετάσεως διαφόρων εναλλακτικών λύσεων, προτείνεται να λάβει τη μορφή κριτηρίων χωροθέτησης εθνικού επιπέδου, προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες των περιοχών υποδοχής, διασφαλίζει, κατά την εκτίμηση των μελετητών, αυξημένο βαθμό περιβαλλοντικής προστασίας, μειώνει τις αβεβαιότητες και τις συγκρούσεις χρήσεων γης και εξασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών υποδοχής τους, οι σκοποί δε αυτοί, σύμφωνα με τη μελέτη, εναρμονίζονται πλήρως και προς τη διαμορφωθείσα επί του ζητήματος νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με σειρά αποφάσεών του, είχε υποδείξει την ανάγκη εκπόνησης ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού ειδικώς για τις Α.Π.Ε. Προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση, προς το σκοπό, δηλαδή, της θεσπίσεως σαφών κανόνων χωροθέτησης, οι οποίοι υιοθετούν τα θετικά σημεία της ευρωπαϊκής και διεθνούς εμπειρίας και εξισορροπούν τις ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος και τις προτεραιότητες της εθνικής ενεργειακής πολιτικής, κινείται, κατά την ειδικότερη εκτίμηση των μελετητών, το ειδικό χωροταξικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, στην οποία παρατίθενται οι ανά κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας γενικοί και ειδικοί στόχοι, η πρόνοια για την ενσωμάτωση των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας εκδηλώνεται με τον εκ των προτέρων εντοπισμό των περιοχών με διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό, με τον καθορισμό περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, με την εισαγωγή κανόνων για τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας των περιοχών εγκαταστάσεως των σχετικών έργων και την αρμονική ένταξή τους στο τοπίο, με την τήρηση ελάχιστων αποστάσεων και τη μη υπέρβαση συγκεκριμένων ποσοστών εδαφοκάλυψης σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης για την περίπτωση των αιολικών εγκαταστάσεων και την εξασφάλιση της ορθολογικής διαχείρισης του ύδατος και των οικείων οικοσυστημάτων στην περίπτωση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων, καθώς και με την υιοθέτηση λοιπών κριτηρίων χωροθέτησης, που λαμβάνουν υπόψη τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες της περιοχής εγκαταστάσεως των έργων. Μετά την αναλυτική περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης σαράντα τεσσάρων περιβαλλοντικών δεικτών αειφορίας, την αναλυτική παρουσίαση όλων των κρίσιμων περιβαλλοντικών παραμέτρων και τη μνεία των περιοχών που τελούν υπό ειδικό καθεστώς προστασίας, εντοπίσθηκαν, ανά κατηγορία Α.Π.Ε., οι ενδεχόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εφαρμογής των ρυθμίσεων του ειδικού πλαισίου, αξιολογήθηκε η έκτασή τους και παρουσιάσθηκαν οι δυνατότητες πρόληψης ή περιορισμού τους. Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, η ανάπτυξη των Α.Π.Ε. ενδέχεται να προκαλέσει περιβαλλοντική υποβάθμιση της βιοποικιλότητας, της πανίδας, της χλωρίδας, του εδάφους και του τοπίου, προς το σκοπό δε του περιορισμού της προτάθηκαν μέτρα αντιμετώπισης των αντίστοιχων επιπτώσεων, τα οποία ενσωματώθηκαν στις διατάξεις του προσχεδίου που είχε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνταχθεί στο πλαίσιο της υποστηρικτικής μελέτης. Μετά την ολοκλήρωσή της, η στρατηγική μελέτη διαβιβάσθηκε σε δημόσιες αρχές, φορείς και περιφερειακά συμβούλια για γνωμοδότηση (βλ. το υπ’ αριθμ. 126285/14.2.2007 έγγραφο της Ε.Υ.Π.Ε.), και δημοσιοποιήθηκε τόσο με σχετικές ανακοινώσεις σε εφημερίδες, όσο και με ανάρτησή της στον διαδικτυακό τόπο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., προκειμένου να τηρηθούν, εν συνεχεία, οι επιβαλλόμενες κατά νόμο διαδικασίες ενημέρωσης του κοινού και δημόσιας διαβούλευσης. Κατόπιν αξιολογήσεως των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο στάδιο της διαβούλευσης, η Διεύθυνση Χωροταξίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. εισήγαγε το προσχέδιο του Ειδικού Πλαισίου προς συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 1/20.3.2008 γνωμοδότησή του τοποθετήθηκε κατ’ αρχήν θετικά επί των ρυθμίσεων του σχεδίου, με ορισμένες ήσσονος σημασίας παρατηρήσεις, οι οποίες κωδικοποιήθηκαν σε σχετικό παράρτημα. Ακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία, η Επιτροπή Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης, ενέκρινε, κατ’ αποδοχήν σχετικής εισηγήσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τόσο τη στρατηγική μελέτη, όσο και το επίδικο χωροταξικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, το εγκριθέν χωροταξικό πλαίσιο, στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου υπάγονται τα έργα ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξαιρουμένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων των σταθμών, για τους οποίους δεν απαιτείται η έκδοση άδειας παραγωγής και άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας και των εγκαταστάσεων που χαρακτηρίζονται μη οχλούσες, διαρθρώνεται σε επτά κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο (άρθρα 1 - 3) καθορίζονται οι σκοποί του πλαισίου, προσδιορίζεται η έκταση εφαρμογής του και αποσαφηνίζεται η έννοια των κρίσιμων για την εφαρμογή του όρων. Στο δεύτερο κεφάλαιο (άρθρα 4 - 11) τίθενται οι κατευθύνσεις και τα κριτήρια χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού, η τήρηση των οποίων ελέγχεται κατά το στάδιο χορήγησης της άδειας παραγωγής, ο εθνικός χώρος διακρίνεται, με βάση το εν δυνάμει εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό και τα ιδιαίτερα χωροταξικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά του, σε τέσσερις κατηγορίες και, συγκεκριμένα, στην ηπειρωτική χώρα, στην οποία περιλαμβάνεται και η Εύβοια, στην Αττική, στα κατοικημένα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου Πελάγους, συμπεριλαμβανομένης και της Κρήτης και, τέλος, στον υπεράκτιο χώρο και τις ακατοίκητες νησίδες. Η ηπειρωτική χώρα περιλαμβάνει περιοχές, οι οποίες διακρίνονται σε περιοχές αιολικής προτεραιότητας (Π.Α.Π.), σε περιοχές, δηλαδή, που διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών και προσφέρονται για την επίτευξη των χωροταξικών στόχων, και σε περιοχές αιολικής καταλληλότητας (Π.Α.Κ.), σε περιοχές, δηλαδή, που διαθέτουν ικανοποιητικό εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό. Ειδικά, εξάλλου, κριτήρια χωροθέτησης θεσπίζονται για τις αιολικές εγκαταστάσεις του νησιωτικού χώρου, της Αττικής, του θαλάσσιου χώρου και των ακατοίκητων νησίδων. Στο τρίτο κεφάλαιο (άρθρα 12 - 16) τίθενται, περαιτέρω, οι κανόνες για τη χωροθέτηση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων, οι οποίοι περιλαμβάνουν τον εντοπισμό των υδατικών διαμερισμάτων με εκμεταλλεύσιμο υδραυλικό δυναμικό, τις περιοχές αποκλεισμού, τα ειδικά κριτήρια χωροθέτησης που εξασφαλίζουν την ένταξη των εγκαταστάσεων στο φυσικό, πολιτιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας των υποδοχέων, δηλαδή τη μέγιστη δυνατότητα εγκατάστασης μικρών υδροηλεκτρικών έργων στην ίδια γραμμή ύπαρξης υδροδυναμικού, τη συνύπαρξή τους με άλλες χρήσεις και τη διατήρηση των υδροβιολογικών και οικολογικών χαρακτηριστικών των υποδοχέων. Στο τέταρτο κεφάλαιο (άρθρα 17 - 20) παρατίθενται οι αντίστοιχοι κανόνες για τις λοιπές μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως την ηλιακή, την ενέργεια από βιομάζα και τη γεωθερμική, στο πέμπτο δε κεφάλαιο του σχεδίου (άρθρα 21 - 22) τίθενται οι βασικοί κανόνες για την εναρμόνιση των υποκειμένων μέσων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, περιλαμβανομένων και των ήδη εγκεκριμένων ζωνών οικιστικού ελέγχου ορισμένων νησιωτικών περιοχών, προς τις κατευθύνσεις του ειδικού πλαισίου. Στο έκτο κεφάλαιο (άρθρο 23) περιλαμβάνεται το πρόγραμμα δράσης, δηλαδή, τα μέτρα και οι δράσεις που απαιτούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή του ειδικού χωροταξικού πλαισίου, καθώς και οι φορείς και οι πηγές χρηματοδότησής τους και στο έβδομο κεφάλαιο (άρθρα 24 - 28) ενσωματώνονται τα έξι παραρτήματα, στα οποία καθορίζονται οι περιοχές αιολικής προτεραιότη­τας και το μέγιστο αιολικό δυναμικό τους (παράρτημα Ι), οι ελάχιστες αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται από αιολικές εγκαταστάσεις και γειτνιάζουσες χρήσεις και δίκτυα (παράρτημα ΙΙ), η φέρουσα ικανότητα (χωρητικότητα) κάθε περιοχής αιολικής προτεραιότητας (παράρτημα ΙΙΙ), τα κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο (παράρτημα IV), το στάδιο και η αρμόδια αρχή ελέγχου των κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης του πλαισίου για τις αιολικές εγκαταστάσεις κατά την αδειοδότηση μεμονωμένων εγκαταστάσεων (παράρτημα V), και οι ελάχιστες αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται από εγκαταστάσεις βιομάζας ή βιοαερίου από γειτνιάζουσες χρήσεις γης και δίκτυα (παράρτημα VI). Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται, διαγράμματα, στα οποία απεικονίζονται οι περιοχές αιολικής προτεραιότητας, το διαθέσιμο υδροδυναμικό στο σύνολο της επικράτειας, καθώς και χάρτες για τις περιοχές εγκαταστάσεως αιολικών πάρκων της Δυτικής και Νοτιοανατολικής Αττικής. Στο ίδιο κεφάλαιο προβλέπεται υποχρέωση αποκατάστασης των χώρων εγκαταστάσεως των σχετικών έργων ηλεκτροπαραγωγής μετά τη λήξη της ισχύος των οικείων αδειών λειτουργίας και περιλαμβάνονται μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις για ήδη λειτουργούσες εγκαταστάσεις ή για εγκαταστάσεις, για τις οποίες είναι εκκρεμής η διαδικασία αδειοδότησης. Τέλος, η ισχύς των ρυθμίσεων του πλαισίου, ορίζεται σε δεκαπέντε έτη προβλέπεται δε περιοδική αναθεώρησή του και συστηματική παρακολούθηση των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκληθούν κατά την εφαρμογή του.

8. Επειδή, ειδικότερα, με το ειδικό χωροταξικό σχέδιο που εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τίθενται οι γενικές αρχές και κατευθύνσεις της εθνικής χωροταξικής πολιτικής στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες εξειδικεύονται περαιτέρω, μέσω των εισαγόμενων με το ίδιο αυτό σχέδιο κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης, με τους οποίους επιδιώκεται, πλην άλλων, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1 του σχεδίου, η εγκαθίδρυση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού, που θα συμβάλλει, στην υλοποίηση των διεθνών και ευρωπαϊκών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών και η διαμόρφωση σαφούς πλαισίου, ώστε να περιοριστούν οι αβεβαιότητες και οι συγκρούσεις χρήσεων γης. Για την επίτευξη των στόχων αυτών προβλέπονται όροι και κριτήρια που αφορούν τον εντοπισμό των κατ’ αρχήν κατάλληλων, από απόψεως διαθέσιμου δυναμικού, περιοχών για την εγκατάσταση των οικείων έργων, τον καθορισμό περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, δηλαδή την εκ των προτέρων απαγόρευση της εγκαταστάσεως μονάδων ηλεκτροπαραγωγής εντός ή πλησίον περιοχών που χρήζουν, λόγω της περιβαλλοντικής και πολιτιστικής τους σημασίας ή της έντονης οικιστικής και οικονομικής τους ανάπτυξης, αυξημένης προστασίας, καθώς και την ενσωμάτωση στις επιμέρους ρυθμίσεις του σχεδίου συγκεκριμένων απαιτήσεων για την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και, ιδίως, για την αρμονική ένταξη των σχετικών έργων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής εγκαταστάσεώς τους. Ειδικότερα, με τις διατάξεις, του δευτέρου κεφαλαίου του σχεδίου (άρθρου 4 - 11) καθορίζονται οι κανόνες χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων και των συνοδών αυτών έργων, όπως οι γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσεως, οι υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας και οι οδικές συνδέσεις, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται ότι διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για άμεση προώθηση της ηλεκτροπαραγωγής από την εκμετάλλευση αιολικής ενέργειας και της εξασφαλίσεως ενός υψηλού δείκτη περιβαλλοντικής προστασίας. Οι κανόνες αυτοί, οι περισσότεροι εκ των οποίων διαφοροποιούνται για κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες, στις οποίες διακρίνεται ο εθνικός χώρος, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, μπορούν να καταταγούν σε τρεις ομάδες. Η πρώτη αφορά τον καθορισμό περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, εντός ή πλησίον των οποίων απαγορεύεται απολύτως η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων ή επιτρέπεται μεν υπό την επιφύλαξη, όμως, της τηρήσεως των ειδικώς καθοριζομένων ελαχίστων αποστάσεων, η δεύτερη έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπόμενων πυκνοτήτων αιολικών εγκαταστάσεων σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και η τρίτη περιλαμβάνει τους κανόνες ένταξης των εγκαταστάσεων αυτών στο τοπίο. Με τους κανόνες αυτούς, καθορίζεται, πλην άλλων, η φέρουσα ικανότητα εκάστης περιοχής, ο μέγιστος, δηλαδή, αριθμός ανεμογεννητριών που επιτρέπεται να εγκατασταθεί σε μία ενότητα χώρου ή η μέγιστη επιτρεπόμενη υπό εγκατάσταση ισχύς παραγόμενης ενέργειας. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των ίδιων διατάξεων, δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, κοινών για όλες τις κατηγορίες εθνικού χώρου, που, λόγω της αυξημένης πολιτιστικής και περιβαλλοντικής τους σημασίας ή της οικιστικής και οικονομικής τους ανάπτυξης χρήζουν αυξημένης προστασίας. Παραλλήλως, προβλέπεται, ότι κατά την επιλογή της συγκεκριμένης θέσεως των αιολικών εγκαταστάσεων, πρέπει να τηρούνται ελάχιστες αποστάσεις από τις, κατά τα ανωτέρω, περιοχές αποκλεισμού και τις λοιπές ζώνες ασυμβατότητας, οι αποστάσεις δε αυτές, που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ του σχεδίου, διαφοροποιούνται ανάλογα με τη σημασία της περιοχής ή της ζώνης ασυμβατότητας και ανά κατηγορία εθνικού χώρου. Περαιτέρω, με τις επιμέρους ρυθμίσεις του σχεδίου επιχειρείται η κατά προτεραιότητα αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού των Περιοχών Αιολικής Προτεραιότητας (Π.Α.Π.), ευρύτερων δηλαδή περιοχών του ηπειρωτικού χώρου, που περιλαμβάνουν περισσότερους του ενός πρωτοβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης της ίδιας ή διαφορετικών περιφερειών της χώρας και οι οποίοι διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών και προσφέρονται για την επίτευξη των χωροταξικών στόχων του σχεδίου (βλ. παράρτημα Ι). Ηπιότερη, αντιθέτως, εκμετάλλευση επιφυλάσσεται για τις Περιοχές Αιολικής Καταλληλότητας (Π.Α.Κ.), στις οποίες περιλαμβάνονται οι λοιπές περιοχές, ή και μεμονωμένες θέσεις, ενεργειακά αποδοτικές, κατά την κρίση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, και για τις οποίες οι καθοριζόμενες, μέγιστες επιτρεπόμενες ανά πρωτοβάθμιο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, πυκνότητες αιολικών εγκαταστάσεων, είναι κατά πολύ κατώτερες των καθοριζόμενων για τις Π.Α.Π. Με τις ίδιες διατάξεις καθορίζεται, κατ’ εφαρμογήν πολύπλοκων μαθηματικών τύπων, η φέρουσα ικανότητα εκάστης Π.Α.Π., η μέγιστη, δηλαδή, δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων, εκπεφρασμένη σε αριθμό τυπικών ανεμογεννητριών και σε εγκατεστημένη ισχύ ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία είναι σημαντικά κατώτερη της μέγιστης διαθέσιμης προς εκμετάλλευση αιολικής ενέργειας (βλ. άρθρο 7 και παράρτημα ΙΙΙ). Για τα κατοικημένα νησιά, το κατεξοχήν, δηλαδή, πεδίο ανάπτυξης ήπιων μορφών ενέργειας, επιχειρείται η αξιοποίηση του πλούσιου αιολικού τους δυναμικού υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αυξημένων απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας, που απορρέουν από το χαρακτήρα τους ως ιδιαίτερων και, κατά κανόνα, ευπαθών οικοσυστημάτων. Προς το σκοπό αυτό, το μεν επιτρεπόμενο ποσοστό εδαφοκάλυψης σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης καθορίζεται στο ήμισυ του καθορισθέντος για τις Π.Α.Π. της ηπειρωτικής χώρας, χωρίς, μάλιστα, να προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω αύξησής του, η δε φέρουσα ικανότητα των νησιών, η οποία προσδιορίζεται χωριστά για κάθε ένα από αυτά, συναρτάται ευθέως προς τη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη της ενεργειακής ζήτησης (άρθρο 8). Με το προσβαλλόμενο ειδικό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού προβλέπονται και κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο, τα οποία συναρτώνται με συγκεκριμένες κατηγορίες σημείων ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που καθορίζονται στο σχέδιο και είναι κοινές για όλες τις κατηγορίες εθνικού χώρου (βλ. παράρτημα IV). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του σχεδίου, για την εκτίμηση των επιπτώσεων των υπό χωροθέτηση αιολικών μονάδων στο τοπίο λαμβάνεται υπόψη η οπτική παρεμβολή που προκαλείται σε σημεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που ευρίσκονται εντός κύκλου με κέντρο τη μονάδα και ακτίνα που διαφοροποιείται ανάλογα με τη σημασία του σημείου ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και την κατηγορία του εθνικού χώρου, θεσπίζονται δε περιορισμοί για την εγκατάσταση σε θέση που βρίσκεται εντός του κύκλου αυτού, προς το σκοπό του περιορισμού της οπτικής υποβάθμισης του τοπίου. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από το, κατά τα ανωτέρω, περιεχόμενό τους, οι κανόνες ένταξης των οικείων εγκαταστάσεων στο τοπίο είναι περισσότερο αυστηροί για τα κατοικημένα νησιά έναντι των λοιπών κατηγοριών του εθνικού χώρου, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων του νησιωτικού χώρου. Κατά ρητή δε πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, ο έλεγχος της συμμορφώσεως προς τα, κατά τα ανωτέρω, κριτήρια χωροθέτησης είναι διπλός, καθόσον διενεργείται τόσο κατά τη διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης, όσο κατά το στάδιο της χορήγησης της κατ’ άρθρο 3 του ν. 3468/2006 άδειας παραγωγής κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο παράρτημα V του σχεδίου. Εξάλλου, με τις διατάξεις του τρίτου κεφαλαίου (άρθρα 12 - 16), με τις οποίες τίθενται οι κανόνες για τη χωροθέτηση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων, επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, ο εντοπισμός υδατικών διαμερισμάτων με εκμεταλλεύσιμο υδραυλικό δυναμικό και των περιοχών αποκλεισμού, εντός ή πλησίον των οποίων απαγορεύεται η χωροθέτηση υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, η αρμονική ένταξή τους στο φυσικό, πολιτιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, η μη υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των υποδοχέων και η διατήρηση των υδροβιολογικών και οικολογικών χαρακτηριστικών τους, καθώς, επίσης, και η εν γένει ορθολογική διαχείριση των υδάτων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας (άρθρο 12). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των ανωτέρω διατάξεων κατεξοχήν κατάλληλες για την εγκατάσταση μικρών υδροηλεκτρικών έργων είναι οι ημιορεινές και ορεινές περιοχές της χώρας, στις οποίες εντοπίζεται αξιόλογο υδατικό δυναμικό, το οποίο, σε συνδυασμό με την υψομετρική διαφορά που επιτυγχάνεται από το σημείο υδροληψίας μέχρι τον σταθμό παραγωγής ενέργειας, εξασφαλίζει την επαρκή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και, κατ’ επέκταση, τη βιωσιμότητα του έργου (άρθρο 13), απαγορεύεται δε χωροθέτηση των έργων αυτών στις ρητώς μνημονευόμενες στο σχέδιο περιοχές αποκλεισμού (άρθρο 14). Παραλλήλως προβλέπονται δεσμευτικού χαρακτήρα κατευθύνσεις, που αφορούν το σχεδιασμό και την εν γένει κατασκευή και διάταξη των υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, (άρθρο 15), καθώς, επίσης, και τα κριτήρια για την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας των υποδοχέων, της μέγιστης, δηλαδή, δυνατότητας εγκατάστασης μικρών υδροηλεκτρικών έργων στην ίδια γραμμή ύπαρξης υδροδυναμικού. Τέλος, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να εξασφαλίζεται καθ’ όλο το μήκος του τμήματος της φυσικής κοίτης του υδατορέματος, η ελάχιστη απαιτούμενη ανά λεκάνη απορροής, οικολογική παροχή, όπως ορίζεται στο σχέδιο και ότι πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην εκτίμηση των συσσωρευτικών επιπτώσεων των ήδη λειτουργούντων υδροηλεκτρικών έργων, που βρίσκονται σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων ανάντη και κατάντη του προτεινόμενου έργου, κατά τη διαδικασία εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων του έργου (άρθρο 16).

9. Επειδή, στο προσβαλλόμενο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο περιλαμβάνονται συγκεκριμένες κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις, όπως είναι κυρίως ο καθορισμός περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, μέγιστων επιτρεπόμενων πυκνοτήτων αιολικών εγκαταστάσεων και κανόνων ένταξης στο τοπίο, οι κατευθύνσεις και ρυθμίσεις δε αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και τη χορήγηση των απαιτουμένων αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία των σχετικών έργων και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, αναπτύσσουν πλήρη κανονιστική ισχύ, αφού δεν είναι δυνατή η αδειοδότηση έργων που δεν πληρούν τα προβλεπόμενα από το σχέδιο κριτήρια. Σε περίπτωση δε συνδρομής των κριτηρίων και λοιπών όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται με το προσβαλλόμενο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο, είναι μεν κατ’ αρχήν επιτρεπτή η εγκατάσταση του σχεδιαζόμενου ηλεκτροπαραγωγικού έργου, απαιτείται, όμως, να τηρηθεί η αναγκαία κατά νόμο διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, στο πλαίσιο της οποίας θα κριθεί αν συντρέχουν οι κατά την περιβαλλοντική νομοθεσία προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την εγκατάσταση του συγκεκριμένου έργου στην προεπιλεγείσα περιοχή και θέση και θα επιβληθούν οι, κατά την κρίση της Διοικήσεως, αναγκαίοι περιβαλλοντικοί όροι για την πρόληψη και τον περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων της οικείας δραστηριότητας στο περιβάλλον, κατ’ εκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του έργου και της περιοχής εγκαταστάσεώς του. Κατά συνέπεια, ενόψει και όσων εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, η απόφαση έγκρισης του ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού, κατά της οποίας στρέφεται η κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται παραδεκτώς, είναι δε απορριπτέος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της Διοικήσεως.

10. Επειδή, στο άρθρο 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ θεσπίζεται τόσο για τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα I, όσο και για τα αποδημητικά είδη, ειδικό και ενισχυμένο σύστημα προστασίας, το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι πρόκειται, αντιστοίχως, για τα είδη που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη απειλή και τα είδη που αποτελούν κοινή κληρονομιά της Κοινότητας (βλ. C-169/1989 Van den Burg, C-44/1995, Royal Society for the protection of Birds, C-235/2004, Επιτροπή/Ισπανίας, C-191/2005, Επιτροπή/Πορτογαλίας). Προς τούτο, επιβάλλεται να εφαρμόζονται μέτρα γενικής και ειδικής διατηρήσεως. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η δημιουργία ζωνών προστασίας και ειδικών ζωνών προστασίας, βάσει μόνο ορνιθολογικών κριτηρίων, χωρίς να δύνανται να ληφθούν υπόψη επιταγές οικονομικής φύσεως, είτε κατά το άρθρο 2 της πιο πάνω οδηγίας περί πτηνών, είτε κατά το άρθρο 6 παρ. 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ περί οικοτόπων (βλ. C-44/1995). Ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 επιβάλλουν την υποχρέωση να θεσπίζεται για τις Ζ.Ε.Π. νομικό καθεστώς προστασίας που να διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των ειδών πτηνών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής, καθώς και την αναπαραγωγή, την αλλαγή φτερώματος και τη διαχείμαση των ειδών αποδημητικών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I, των οποίων όμως η έλευση είναι τακτική (βλ. C-293/2007, Επιτροπή/Ελληνικής Δημοκρατίας, σκ. 22 επόμ., C-355/1990, Επιτροπή/Ισπανίας, σκ. 28-32, C-166/1997, Επιτροπή/Γαλλικής Δημοκρατίας, σκ. 21). Περαιτέρω, από την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 της οδηγίας περί πτηνών και 6 και 7 της οδηγίας περί οικοτόπων συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 6 παρ. 2-4 ισχύουν για ζώνες που έχουν χαρακτηριστεί δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 ή 2 της οδηγίας περί πτηνών, κατά τις διατάξεις δε του εν λόγω άρθρου 6 παρ. 4, όταν συντρέχουν λόγοι επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως, είναι επιτρεπτή η εκτέλεση σχεδίου που έχει σημαντικές επιπτώσεις σε περιοχή, η οποία, βάσει ορνιθολογικών κριτηρίων, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, έχει καθορισθεί ως Ζ.Ε.Π. (βλ. C-44/1995). Αντίθετα, σε ζώνες οι οποίες δεν έχουν καταταγεί ως Ζ.Ε.Π., εφαρμόζεται το αυστηρό καθεστώς προστασίας του άρθρου 4 παρ. 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί πτηνών και, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ περί οικοτόπων, οι οποίες επιτρέπουν την έγκριση σχεδίων για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως (βλ. C-374/1998, Basses Corbières, Επιτροπή/Γαλλικής Δημοκρατίας, σκ. 44-58). Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, το άρθρο 6 παρ. 2 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ επιβάλλει την υποχρέωση να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο υποβάθμισης των οικοτόπων και πρόκλησης σημαντικών διαταράξεων που θίγουν τα είδη, για τα οποία έχουν καθοριστεί οι ζώνες αυτές, το δε άρθρο 6 παρ. 3 της ίδιας οδηγίας θεσπίζει διαδικασία, με την οποία σκοπείται να διασφαλιστεί, ότι σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του συγκεκριμένου τόπου, δυνάμενο, όμως, να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο αυτό, θα εγκρίνεται μόνον αν, κατόπιν προηγούμενου ελέγχου, διαπιστωθεί ότι δεν πρόκειται να παραβλάψει την ακεραιότητα αυτού του τόπου. Ειδικότερα, απαιτείται να υπάρχει διαμορφωμένη πεποίθηση, να μην υφίσταται δηλαδή, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητα αυτού του τόπου.

11. Επειδή, από τις οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς τις οποίες εκδόθηκαν, αντιστοίχως, οι κοινές αποφάσεις 414985/29.11.1985 του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και του Αναπληρωτή Υπουργού Γεωργίας (Β΄ 757), και 33318/3028/ 11.12.1998 των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Πολιτισμού (Β΄ 1289), προκύπτει ότι καταρχήν δεν αποκλείεται η εγκατάσταση αιολικών πάρκων εντός ή πλησίον περιοχών του δικτύου Natura 2000, και Ζ.Ε.Π., αλλά το επιτρεπτό ή μη εξετάζεται κατά περίπτωση. Ειδικότερα δε, αιολικά πάρκα που είναι δυνατόν να επηρεάζουν σημαντικά ένα τόπο του δικτύου Natura 2000 υπόκεινται σε δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεών τους, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3-4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Περαιτέρω, από το άρθρο 5 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, σε συνδυασμό προς τις λοιπές, μνημονευόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει ότι η εγκατάσταση αιολικών πάρκων δεν επιτρέπεται να προκαλεί σημαντική καταστροφή ή ενόχληση σε είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων τα πουλιά που προστατεύονται από την οδηγία 79/409/ΕΟΚ ή στους σημαντικούς οικοτόπους τους, είτε βρίσκονται εντός είτε εκτός προστατευμένων περιοχών. Εξ άλλου, η ίδρυση αιολικού πάρκου υπόκειται παράλληλα στις διατάξεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων έργων, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 1650/1985 για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το ν. 3010/2002, εντάσσεται δε είτε στα έργα της 1ης και 2ης υποκατηγορίας της Α΄ κατηγορίας, είτε στα έργα της 3ης και 4ης υποκατηγορίας της Β΄ κατηγορίας, κατά τις διατάξεις της Η.Π.15393/ 2332/2002 Κ.Υ.Α., όπως συμπληρώθηκε με την 145799/2005 Κ.Υ.Α., με τις οποίες προβλέπεται διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.) ή μόνο Ε.Π.Ο., ανάλογα με την κατηγορία του έργου. Εξ άλλου, κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1650/1985 έχουν εκδοθεί ειδικά για τις Α.Π.Ε. η αρ. οικ. 104247/2006 (Β΄ 663) κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία καθορίστηκε η διαδικασία Π.Π.Ε.Α. και Ε.Π.Ο. έργων Α.Π.Ε., καθώς και η αρ. οικ. 10428/2006 (Β΄ 663) κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. «Περιεχόμενο, δικαιολογητικά και λοιπά στοιχεία των Π.Π.Ε., των Μ.Π.Ε., καθώς και συναφών μελετών περιβάλλοντος, έργων Α.Π.Ε.», σύμφωνα με τις οποίες, απαιτείται προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων των έργων Α.Π.Ε., μεταξύ άλλων, στο φυσικό περιβάλλον, στοιχείο του οποίου είναι και η ορνιθοπανίδα, πρέπει δε να περιλαμβάνεται στη σχετική μελέτη και ειδική αναφορά σε «ειδικές φυσικές περιοχές». Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης αιολικών πάρκων που βρίσκονται σε περιοχές εκτός των περιοχών Ζ.Ε.Π., πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις σε προστατευόμενα είδη πουλιών που είναι εν δυνάμει ευαίσθητα στη λειτουργία των εν λόγω εγκαταστάσεων, ιδίως αν το υπό έγκριση αιολικό πάρκο βρίσκεται στην περιοχή σημαντικού διαδρόμου αποδημητικών πτηνών (μεταναστευτικής στενωπού) ή σε θαλάσσια περιοχή σημαντική για τα πουλιά, ή σε σημαντική περιοχή για τα πουλιά (Σ.Π.Π.), η οποία ακόμη δεν έχει χαρακτηριστεί ως Ζ.Ε.Π. Το καθεστώς προστασίας των Σ.Π.Π. είναι, μάλιστα, αυστηρότερο σε σχέση με τις Ζ.Ε.Π., διότι όπως εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, δεν επιδέχεται τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, δηλαδή δεν παρέχει τη δυνατότητα έγκρισης έργων για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως (βλ. C-374/1998, Basses Corbières, Επιτροπή/Γαλλικής Δημοκρατίας, σκ. 44-58, C-355/1990, Santona, Επιτροπή/Ισπανίας, C-186/2006, Επιτροπή/Ισπανίας, σκ. 26-28).

12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της εγκρίσεως του προσβαλλομένου πλαισίου, και, συγκεκριμένα, με την σχετική υποστηρικτική μελέτη διαπιστώνεται κατ’ αρχήν ότι γενικά οι κίνδυνοι και για τα αποδημητικά και για τα ενδημικά πουλιά, είναι αμελητέοι, όμως σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές ή περιοχές που είναι γνωστές για την ορνιθολογική τους αξία, οι εγκαταστάσεις αιολικών πάρκων πρέπει να εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή (σελ. 43) … Εν συνεχεία γίνεται συγκριτική παρουσίαση της χωροταξικής προσέγγισης των Α.Π.Ε. στην υπόλοιπη Ευρώπη και, μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται ότι: «… Σε όλες τις χώρες εξετάζονται διάφορα περιβαλλοντικά και χωροταξικά κριτήρια και γίνεται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των αιολικών πάρκων. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον θόρυβο, στην επίδραση στο τοπίο και στα πουλιά. Τα κριτήρια αυτά αποτελούν μέρος της Μ.Π.Ε., ενώ πολλές μελέτες έχουν γίνει για τις επιπτώσεις στα πουλιά από την λειτουργία αιολικών πάρκων. Οι περισσότερες μελέτες (Port la Nouvelle στη Γαλλία, Aberdeenshire στη Σκωτία, offshore αιολικών πάρκων, μελέτη της WWF για Έβρο και Ροδόπη) έχουν δείξει ότι οι ανεμογεννήτριες και τα πουλιά μπορούν να συνυπάρξουν. Ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να δίνεται σε διαδρόμους αποδημητικών πουλιών και σε περιοχές όπου υπάρχουν σπάνια και απειλούμενα προς εξαφάνιση είδη πουλιών, όμως τα κριτήρια αυτά δεν πρέπει να αποτελούν από μόνα τους κριτήριο αποκλεισμού του έργου …» Τέλος, επισημαίνεται ότι «οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας της Οδηγίας 79/409 (ΖΕΠ-SPA), δεν αποτελούν καταρχήν ζώνες αποκλεισμού και οι όποιοι περιορισμοί εγκατάστασης Α/Π (πχ. πυκνότητα εγκατάστασης των ανεμογεννητριών, ελάχιστες αποστάσεις) σε συγκεκριμένη ζώνη Ζ.Ε.Π., θα προκύπτουν κατά περίπτωση στο πλαίσιο της αξιολόγησης από την αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της σχετικής ορνιθολογικής μελέτης (εκπονούμενης από ειδικούς Επιστήμονες με αποδεδειγμένη γνώση και εμπειρία στο σχετικό θέμα), στο στάδιο της ΕΠΟ» (βλ. σελ. 184 και 258). Περαιτέρω, στην Σ.Μ.Π.Ε. που εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη περιλαμβάνονται τα εξής ως προς τα ζητήματα προστασίας της ορνιθοπανίδας: Κατ’ αρχήν σε μία αποτίμηση της κατάστασης του περιβάλλοντος της Ελλάδας, με βάση τους περιβαλλοντικούς δείκτες αειφορίας και την αναφορά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, διαπιστώνεται ότι στον δείκτη που αφορά «τα απειλούμενα είδη πτηνών σαν ποσοστό των γνωστών ειδών» η τιμή για την Ελλάδα κινείται σε επίπεδο αρκετά χειρότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,79 έναντι μέσης τιμής 1,70), αποτυπώνοντας την αναγκαιότητα περαιτέρω ενσωμάτωσης της μέριμνας για τη διατήρηση των πτηνών στις τομεακές πολιτικές (σελ. 127, 161). Εν συνεχεία, στο πλαίσιο μίας αναλυτικής περιγραφής της τρέχουσας κατάστασης του περιβάλλοντος αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) Οι υγρότοποι της Ελλάδας, αν και γενικά είναι μικρής έκτασης και ο αριθμός τους έχει μειωθεί σημαντικά κατά τον τελευταίο αιώνα, κυρίως λόγω των αποξηράνσεων, είναι πολλοί, πολλών τύπων και ιδιαιτέρως πλούσιοι. Οι σημαντικότεροι 10 από αυτούς έχουν ενταχθεί στη συνθήκη RAMSAR και έχει θεσπισθεί η προστασία τους. Επίσης, ένας σημαντικός αριθμός υγροτόπων έχει ενταχθεί στις προτεινόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000. Όμως, η βιοποικιλότητα των υγροτόπων είναι ανεπαρκώς γνωστή και πολλοί από αυτούς απειλούνται άμεσα. Πάντως, τα τελευταία χρόνια οι υγρότοποι έχουν γίνει επίκεντρο αξιόλογων προσπαθειών μελέτης και προστασίας και οι προοπτικές για το μέλλον τους είναι αισιόδοξες (σελ. 174). β) Στην Ελλάδα το ποσοστό της εδαφικής έκτασης που έχει ενταχθεί στο δίκτυο Νatura 2000 είναι  περίπου 19,1% (23,3% εάν υπολογισθούν και οι θαλάσσιες εκτάσεις) και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στην ΕΕ (σελ. 176). γ) Το σύνολο των υγροτόπων Ramsar έχουν συμπεριληφθεί στις περιοχές του δικτύου Natura 2000 (σελ. 177). δ) Η ορνιθοπανίδα της Ελλάδας είναι επίσης εξαιρετικά πλούσια, τόσο σε ενδημικά, όσο και σε μεταναστευτικά είδη. Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, έχουν καταγραφεί 436 σπάνια είδη πτηνών, κατανεμημένα σε τρεις κατηγορίες. … Η Ελλάδα διαθέτει 196 περιοχές χαρακτηρισμένες ως Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (Σ.Π.Π.). Oι 151 από αυτές έχουν χαρακτηριστεί σαν Ζώνες Ειδικής Προστασίας υπό τις επιταγές της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ για την προστασία των άγριων πουλιών, ενώ 10 προστατεύονται και από τη συνθήκη Ramsar για την προστασία των υγροτόπων. Το 40% των περιοχών αυτών αποτελούν τόπους αναπαραγωγής και διαχείμασης παγκοσμίως απειλούμενων πτηνών, ενώ αρκετές από τις Σ.Π.Π. αποτελούν ενδιάμεσους σταθμούς στην πορεία των μεταναστευτικών πουλιών από την βορειοανατολική Ευρώπη προς την Αφρική και την Ασία (βλ. σελ. 193-194). Στη συνέχεια προσδιορίζονται οι επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα από τις ρυθμίσεις του ειδικού πλαισίου για τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων και η σχετική αξιολόγηση της Σ.Μ.Π.Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χωροθέτηση αιολικών πάρκων εντός Ζ.Ε.Π. και Σ.Π.Π. είναι κατ’ αρχήν δυνατή, μετά από λεπτομερή μελέτη των ζητημάτων της ορνιθοπανίδας στο στάδιο των περιβαλλοντικών μελετών του έργου, προκειμένου να προληφθούν οι αρνητικές επιπτώσεις του (συγκρούσεις πτηνών με τις ανεμογεννήτριες, μετατόπισή τους λόγω ενόχλησης, φαινόμενα φραγμού των πτητικών οδών και τη μετατροπή/απώλεια των οικοτόπων της ορνιθοπανίδας). Εν τέλει, με την προσβαλλόμενη πράξη υιοθετήθηκε η παρακάτω ρύθμιση του προσχεδίου, σύμφωνα και με την υπ’ αριθμ. 1/20.3.2008 γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης: «Επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) της ορνιθοπανίδας της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ύστερα από τη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις και περιορισμούς που θα καθορίζονται στην οικεία πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων» (άρθρο 6 παρ. 3). Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τα έγγραφα των απόψεων της Διοίκησης προς το Δικαστήριο (19277/14.9.2009 και 44824/30.10.2009, Γεν. Δ/σης Περιβάλλοντος), μετά την έκδοση της προσβαλλομένης εκπονήθηκε σε συμμόρφωση και προς την μνημονευθείσα απόφαση C-334/04 του ΔΕΚ, σχετική ορνιθολογική μελέτη με τίτλο «Πρόγραμμα επαναξιολόγησης 69 σημαντικών περιοχών για τα πουλιά για το χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας». Με τη μελέτη αυτή επιβεβαιώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η αξιολόγηση των επίμαχων περιοχών και ειδικότερα, αφενός προτείνεται 65 εξ αυτών να χαρακτηρισθούν ως Ζ.Ε.Π., με αποτέλεσμα να αυξηθεί η επικάλυψη μεταξύ του καταλόγου των σημαντικών για την ορνιθοπανίδα περιοχών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΙΒΑ 2000) και Ζ.Ε.Π. σε ποσοστό 73% από 48% και αφετέρου διαπιστώνεται η ανάγκη για συμπληρωματική έρευνα για την αναπροσαρμογή των ορίων ή δημιουργία Ζ.Ε.Π. σε ορισμένους από τους υγροτόπους του ΙΒΑ 2000, καθώς και για την οριοθέτηση Ζ.Ε.Π. σε περιοχές με επικάλυψη ΙΒΑ-ΖΕΠ μικρότερο από 75%. Ο ΙΒΑ, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΔΕΚ (βλ. ενδεικτικά υπόθεση C-334/04, Επιτρο­πής/Ελλάδας, σκ. 28 και 33), αποτελεί την πλέον ενημερωμένη και ακριβή βάση αναφοράς για την αναγνώριση των περιοχών που είναι οι πλέον κατάλληλες, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των πτηνών, δεδομένου ότι δεν υφίστανται επιστημονικές αποδείξεις περί του αντιθέτου. Ήδη, δε, η Ελλάδα έχει καταδικαστεί για παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, για το λόγο ότι κατέταξε σε ζώνες ειδικής προστασίας εδάφη των οποίων ο αριθμός και η συνολική επιφάνεια υπολείπονται σαφώς του αριθμού και της συνολικής επιφανείας των εδαφών που πληρούν τις προϋποθέσεις κατατάξεώς τους σε Ζ.Ε.Π. σύμφωνα με τον ΙΒΑ 2000 (υπόθεση C-334/2004, C-293/2007).

13. Επειδή, στο άρθρο 6 του επίδικου χωροταξικού πλαισίου καθορίζονται περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων και ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1. Σε όλες τις κατηγορίες περιοχών του προηγούμενου άρθρου, πρέπει να αποκλείεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός: α. Των κηρυγμένων διατηρητέων μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και των άλλων μνημείων μείζονος σημασίας της παρ. 5 ββ) του άρθρου 50 του ν. 3028/2002, καθώς και των οριοθετημένων αρχαιολογικών ζωνών προστασίας Α που έχουν καθορισθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 91 του ν. 1892/1991 ή καθορίζονται κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2002. β. Των περιοχών απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης που καθορίζονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 2 και 21 του ν. 1650/1986. γ. Των ορίων των Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας (Υγρότοποι Ραμσάρ). δ. Των πυρήνων των εθνικών δρυμών και των κηρυγμένων μνημείων της φύσης και των αισθητικών δασών που δεν περιλαμβάνονται στις περιοχές της περιπτώσεως β΄ του παρόντος άρθρου. ε. Των οικοτόπων προτεραιότητας περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 σύμφωνα με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (EE L 259 της 21.9.2006, σ. 1). … 3. Επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) της ορνιθοπανίδας της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ύστερα από τη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις και περιορισμούς που θα καθορίζονται στην οικεία πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ίδιου πλαισίου καθορίζονται ειδικά κριτήρια, ελάχιστες αποστάσεις κ.λπ. για τη χωροθέτηση αιολικών μονάδων στο θαλάσσιο χώρο και τις ακατοίκητες νησίδες και προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στο θαλάσσιο χώρο και τις ακατοίκητες νησίδες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής ειδικά κριτήρια: Α. Κριτήρια χωροθέτησης αιολικών μονάδων στο θαλάσσιο χώρο: 1. Επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της χώρας που διαθέτουν προϋποθέσεις αιολικής εκμεταλλευσιμότητας, εφόσον αυτές δεν εντάσσονται σε ιδιαίτερο θεσμικό καθεστώς ρητής απαγόρευσης της εγκατάστασης ή δεν αποτελούν ζώνη αποκλεισμού, όπως θεσμοθετημένα θαλάσσια ή υποθαλάσσια πάρκα ή βεβαιωμένες γραμμές επιβατικής ναυσιπλοΐας. … 11. Εφαρμόζονται οι κανόνες του τοπίου που ισχύουν για τις Π.Α.Π., όπως αυτοί προσδιορίζονται ειδικότερα στο Παράρτημα IV της παρούσας απόφασης. … Β. Κριτήρια χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων σε ακατοίκητες νησίδες: 1. Επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε όλες τις ακατοίκητες νησίδες της χώρας, εφόσον αυτές δεν εμπίπτουν σε περιοχή αποκλεισμού σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 6 της παρούσας. 2. Στις ανωτέρω περιοχές δεν έχουν εφαρμογή τα όρια που τίθενται στην παράγραφο 1 του άρθρου 8. 3. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται τα κριτήρια χωροθέτησης που ορίζονται στην περίπτωση Α΄ του παρόντος άρθρου για τις θαλάσσιες περιοχές. …».

14. Επειδή, η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 3 του εγκριθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση χωροταξικού πλαισίου, είναι σύμφωνη προς τις προαναφερόμενες οδηγίες, κατά το μέρος που προβλέπεται ότι για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) της ορνιθοπανίδας επιβάλλεται η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης, επιπροσθέτως της προβλεπομέ­νης από τη νομοθεσία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, κατά τη διαδικασία της οποίας μπορεί να επιβληθούν και πρόσθετοι περιορισμοί ή να κριθεί μη επιτρεπτή η χωροθέτηση ενόψει της φύσης των εγκαταστάσεων και των χαρακτηριστικών της περιοχής. Περαιτέρω, όμως, ενόψει της κατά τα ήδη εκτεθέντα αυστηρής προστασίας που απολαύουν, κατά την οδηγία 79/409/ΕΟΚ, και οι τόποι εκτός Ζ.Ε.Π. που χαρακτηρίζονται ως Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (Σ.Π.Π.), επιβάλλεται η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και για τις περιοχές αυτές. Επομένως, μη νομίμως δεν προβλέπεται με την προαναφερόμενη διάταξη του προσβαλλόμενου χωροταξικού σχεδίου η υποχρέωση σύνταξης ειδικής ορνιθολογικής μελέτης για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στις ως άνω περιοχές. Με τα δεδομένα όμως της παρούσας υποθέσεως, ενόψει ιδίως του χαρακτήρα της προσβαλλόμενης απόφασης και της φύσης της ανωτέρω πλημμελείας, για την αποκατάσταση της νομιμότητας δεν είναι αναγκαίο να ακυρωθεί με την παρούσα απόφαση η ανωτέρω διάταξη του χωροταξικού πλαισίου ως προς την ως άνω παράλειψη, δεδομένου ότι η πλημμέλεια αυτή είναι δυνατόν να καλυφθεί εκ των υστέρων, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του αιτούντος σωματείου. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναβάλει, κατά το μέρος αυτό, την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να επιβάλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να συμπληρώσει, κατά τα προαναφερόμενα την επίδικη ρύθμιση, εντός δύο μηνών από την περιέλευση της παρούσας απόφασης στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, με την έκδοση σχετικής απόφασης του αρμόδιου οργάνου και τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιφυλασσόμενο να αποφασίσει οριστικά για το θέμα αυτό, μετά τη συμπλήρωση της εν λόγω προθεσμίας, χωρίς νέα συζήτηση στο ακροατήριο.

15. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. χάρτη Ελλάδας με περιοχές Ζ.Ε.Π., Natura και Π.Α.Π. που προσαρτάται στην υποστηρικτική μελέτη του Ειδικού Πλαισίου), ήδη έχουν χαρακτηριστεί ως Ζ.Ε.Π. οι περιοχές Δέλτα Έβρου GR 1110006, Κύθηρα και γύρω νησίδες GR 3000013 και Αντικύθηρα και γύρω νησίδες GR 3000012, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, είναι μεταναστευτικά περάσματα – στενωποί των αποδημητικών πτηνών. Συνεπώς, για τις περιοχές αυτές έχει εφαρμογή η ανωτέρω ρύθμιση που αφορά τις Ζ.Ε.Π., δηλαδή εμπίπτουν κατ’ αρχήν στις ζώνες ασυμβατότητας και οι περιοχές αυτές, στις οποίες, επομένως, επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων, ύστερα από τη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις και περιορισμούς που θα καθορίζονται στην οικεία πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Συνεπώς, και δεδομένου ότι κατά νόμο δεν αποκλείεται εκ των προτέρων η εγκατάσταση αιολικών εγκαταστάσεων εντός Ζ.Ε.Π. ή εντός μεταναστευτικών διαδρόμων εν γένει, κατά τα εκτεθέντα στη δέκατη σκέψη, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, αφενός ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής βάσης, καθ’ ο μέρος προβάλλεται ότι οι εν λόγω περιοχές έπρεπε να ενταχθούν στις ζώνες ασυμβατότητας και αφετέρου ως νομικά αβάσιμος, καθ’ ο μέρος προβάλλεται ότι οι περιοχές αυτές έπρεπε να ενταχθούν στις ζώνες αποκλεισμού.

16. Επειδή, ως προς τους ειδικότερους λόγους, που αναφέρονται στην προστασία της ορνιθοπανίδας σε ειδικές κατηγορίες περιοχών, όπως οι υγρότοποι και οι ακατοίκητες νησίδες που εμπίπτουν στην κατηγορία των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά, πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη. Κατά το μέρος δε που αναφέρονται σε περιοχές οι οποίες δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω κατηγορία, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι με την προβλεπόμενη στο προσβαλλόμενο χωροταξικό σχέδιο εκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης της αιολικής εγκατάστασης, εξασφαλίζεται επαρκής προστασία των περιοχών αυτών.

17. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη υπόθεση πρέπει να αναβληθεί κατά το μέρος που αφορά τη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 3 του προσβαλλόμενου σχεδίου για τις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά, κατά τα λοιπά δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.                             

 

 

ΣτΕ 1421/2013

[Νόμιμο το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής: Αικ. Σακελλαροπούλου

Δικηγόροι: Γ. Χριστοφορίδης, Κ. Βαρδακαστάνης, Αγγ. Καστανά

 

Τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια, αποτελούν τη γενική πρόταση χωροταξικής οργάνωσης συγκεκριμένων τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, που διατυπώνεται μετά από εκτίμηση των βασικών κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας στους συγκεκριμένους τομείς και των προβλεπομέ­νων επιπτώσεών τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, συγκροτούν δε με αυτό ένα συνεκτικό σύνολο γενικών κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο.

Νομική δεσμευτικότητα αναπτύσσουν τόσο οι γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στα ειδικά χωροταξικά σχέδια, αν και καταλείπουν ευρύτατη ευχέρεια κατά την εφαρμογή τους από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, όσο και οι ειδικότερες ρυθμίσεις των ειδικών χωροταξικών σχεδίων, ώστε να μην ανατρέπονται οι βασικές επιλογές και η συνολική ισορροπία των σχεδίων αυτών. Ενόψει τούτων, οι πράξεις έγκρισης ειδικών χωροταξικών σχεδίων επάγονται ευθέως έννομες συνέπειες και υπόκεινται σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως.

Η στρατηγική μελέτη του επίδικου Ειδικού Πλαισίου πληροί τις ελάχιστες νόμιμες απαιτήσεις, δεδομένου ότι περιγράφει και αξιολογεί τις αναμενόμενες επιπτώσεις από την εφαρμογή του σχεδίου και εξετάζει επαρκώς εναλλακτικές δυνατότητες ως προς την εν γένει διάρθρωση του σχεδίου και την ειδικότερη διαμόρφωση του κανονιστικού περιεχομένου των επιμέρους κριτηρίων χωροθέτησης μετά από εκτίμηση των στόχων της εθνικής ενεργειακής πολιτικής, του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του, της φύσεως και του επιπέδου του σχεδιασμού που διενεργείται με το υπό εκπόνηση σχέδιο, καθώς και του βαθμού στον οποίο οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις δύνανται να αξιολογηθούν κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο στα διάφορα προβλεπόμενα εκ του νόμου στάδια σχεδιασμού.

Ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι επίδικες ρυθμίσεις έχουν θεσπιστεί κατά παράβαση της κείμενης χωροταξικής νομοθεσίας, διότι τα κατωτέρου επιπέδου χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια πρέπει να εναρμονίζονται αποκλειστικά και μόνο προς τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού, και όχι προς τα ειδικά χωροταξικά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος δεν προκρίνεται συγκεκριμένο σύστημα εναρμονίσεως των διαφόρων επιπέδων σχεδιασμού, η ειδικότερη κατάστρωση του οποίου καταλείπεται, κατ’ αρχήν, στον κοινό νομοθέτη, οι δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Το εγκριθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση χωροταξικό πλαίσιο, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα εγκαταστάσεως μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με χρήση αιολικής ενέργειας εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, παραπέμπει απλώς, ως προς τις επιτρεπόμενες εντός των δασικών οικοσυστημάτων επεμβάσεις, στις ισχύουσες διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, χωρίς να εισάγει, κατά τροποποίηση ή συμπλήρωσή τους, νεότερες ρυθμίσεις επί των ζητημάτων αυτών. Δεν καθιερώνεται απόλυτη δυνατότητα εγκαταστάσεως αιολικών μονάδων εντός δασών και δασικών εκτάσεων, αλλ’ αντιθέτως επιβεβαιώνεται η βασική αρχή του εξαιρετικού χαρακτήρα των σχετικών επεμβάσεων, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που ισχύουν γενικώς για τις κατά νόμο προβλεπόμενες και συνταγματικώς ανεκτές επεμβάσεις σε δασικά ή άλλου είδους ευπαθή οικοσυστήματα.

Ο καθορισμός ειδικών κανόνων χωροθέτησης για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών στα κατοικημένα νησιά, αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου και της γενικότερης μέριμνας του συντακτικού νομοθέτη για τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και την προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς τους περιβάλλοντος. Απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτούντων, με τους οποίους προβάλλεται ότι ο κανονιστικός νομοθέτης, κατά παράβαση της αρχής της αιεφορίας, δεν καθόρισε τα ανώτατα όρια ισχύος των εγκαθισταμένων, ανά νησί, αιολικών σταθμών βάσει της φέρουσας ικανότητάς τους, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνον βάσει των ενεργειακών αναγκών εκάστου εξ αυτών.

Η συνάρτηση του ποσοστού καλύψεως εδαφών από αιολικές εγκαταστάσεις προς την έκταση του οικείου πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης δεν προσκρούει σε κανόνες του χωροταξικού σχεδιασμού, των οποίων η τήρηση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, δηλαδή σε κανόνες που απορρέουν από το νόμο ή το Σύνταγμα. Η δυνατότητα, εξάλλου, επαύξησης του αριθμού ανεμογεννητριών που επιτρέπεται να εγκατασταθεί στην περιφέρεια ενός πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, βάσει του κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενου ορίου κάλυψης εδαφών, με μεταφορά αντίστοιχου αριθμού ανεμογεννητριών σε άλλο δήμο, αφορά αποκλειστικώς την περίπτωση υλοποιήσεως επενδυτικών σχεδίων ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας, που εκτείνονται στην εδαφική περιφέρεια περισσότερων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και έχει εφαρμογή μόνο μεταξύ των οργανισμών αυτών και δεν αντίκειται στις αρχές περί ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού. Λόγω του περιορισμένου εύρους της και των αυστηρών προϋποθέσεων υπό τις οποίες τίθεται, δεν μπορεί να ανατρέψει τις βασικές επιλογές και κατευθύνσεις του επίδικου σχεδίου, δεδομένου, μάλιστα, ότι η δυνατότητα αυτή προβλέπεται μόνο για τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας και, ότι σε κάθε περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι απαγορεύσεις, που προβλέπονται για τις περιοχές αποκλεισμού και τις ελάχιστες αποστάσεις από τις ζώνες ασυμβατότητας.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 49828/12.11.2008 αποφάσεως της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (Β΄ 2464/3.12.2008), με την οποία εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και η σχετικώς εκπονηθείσα στρατηγική μελέτη περιβαλλοντι­κών επιπτώσεων.

3. Επειδή, η τρίτη αιτούσα, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «Άμεση επέμβαση για την Προστασία της Άγριας φύσης» δεν νομιμοποιήθηκε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2472/1999 και συνεπώς ως προς αυτή η κρινόμενη αίτηση ασκείται απαραδέκτως.

4. Επειδή, οι λοιπές αιτούσες, αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, στους καταστατικούς σκοπούς των οποίων περιλαμβάνεται η προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, και ιδίως, των ευπαθών οικοσυστημάτων, η διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτιστικής  κληρονομιάς, η  ισόρροπη και αειφόρος ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων των νησιών του Αιγαίου και η προώθηση τεχνολογιών και μεθόδων διαχείρισης φιλικών προς το περιβάλλον καθώς και το αιτούν κοινωφελές ίδρυμα στους σκοπούς του οποίου περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 3 του συστατικού του διατάγματος (Β´ 1363/2006), η προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και η ανάδειξη του φυσικού κάλλους των Κυθήρων και Αντικυθήρων και η ισόρροπη ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτή­των στα δύο νησιά, μετ’ εννόμου συμφέροντος ζητούν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθ’ ο μέρος περιέχει ρυθμίσεις, στις οποίες υπάγονται και οι περιοχές που εμπίπτουν στους καταστατικούς σκοπούς των νομικών αυτών προσώπων, ισχυριζόμενοι ότι, κατά την εκπόνηση του επίδικου χωροταξικού σχεδίου, δεν ελήφθη υπόψη η ανάγκη προστασίας του φυσικού πλούτου της νησιωτικής Χώρας (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3920/2010, 834/2009 κ.ά.). Ομοδικούν δε καταρχήν παραδε­κτώς προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως.

5. Επειδή, με τις διατάξεις του Συντάγματος, ιδίως με το άρθρο 24 παρ. 1 και 6, το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη του αγαθού αυτού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευόμενων αντίστοιχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη.  Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 2, 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός, ο οποίος αποτελεί τη χωρική έκφραση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πορίσματα της επιστήμης της χωροταξίας, να λαμβάνει τα αναγκαία για τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι κατά το δυνατόν βέλτιστοι όροι διαβιώσεως του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας. Εντός του πλαισίου αυτού, ουσιώδης συντελεστής για τη βιώσιμη ανάπτυξη και, κατά μείζονα λόγο, για την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων, των οποίων η οικιστική και εν γένει οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους, είναι τα χωροταξικά σχέδια, με τα οποία τίθενται, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών ασκή­σεως παραγωγικών δραστηριοτήτων και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές (ΣτΕ Ολομ. 3920/2010, 3396-7/2010, 3037/2008, 705/2006, 1569/2005 κ.ά.).

6. Επειδή, σε εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής για χωροτα­ξικό σχεδιασμό εκδόθηκε αρχικώς ο Ν. 360/1976 (Α΄ 151) και στην συνέχεια ο ν. 2742/1999 (Α΄ 207), με το άρθρο 18 (παρ. 1) του οποίου καταργήθηκε ο ανωτέρω προηγούμενος νόμος. Σύμφωνα με το νέο αυτό ν. 2742/1999, ο χωροταξικός σχεδιασμός αποσκοπεί να συμβάλει «α. Στην προστασία και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, στη διατήρηση των οικολογικών και πολιτισμικών αποθεμάτων και στην προβολή και ανάδειξη των συγκριτικών γεωγραφικών, φυσικών, παραγωγικών και πολιτιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας. β. Στην ενίσχυση της διαρκούς και ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας και της ανταγωνιστικής παρουσίας της στον ευρύτερο ευρωπαϊκό, μεσογειακό και βαλκανικό της περίγυρο. γ. Στη στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στο σύνολο του εθνικού χώρου ...» (άρθρο 2 παρ. 1). Για την εκπλήρωση των στόχων αυτών, κατά την κατάρτιση των χωροταξικών πλαισίων και λοιπών σχεδίων πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι ακόλουθες αρχές: «α. Η εξασφάλιση ισάξιων όρων διαβίωσης και ευκαιριών παραγωγικής απασχόλησης των πολιτών σε όλες τις περιφέρειες της χώρας ... β. Η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών και η βελτίωση των υποδομών ... γ. Η διατήρηση, ενίσχυση και ανάδειξη της οικιστικής και παραγωγικής πολυμορφίας, καθώς και της φυσικής ποικιλότητας στις αστικές και περιαστικές περιοχές, αλλά και στην ύπαιθρο και ιδιαίτερα στις παράκτιες, νησιωτικές και ορεινές περιοχές, καθώς και στις περιοχές που παρουσιάζουν αυξημένη βιομηχανική και τουριστική ανάπτυξη. δ. Η εξασφάλιση ισόρροπης σχέσης μεταξύ του αστικού, περιαστικού και αγροτικού χώρου ... ε. Η κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική και πολιτισμική αναζωογόνηση των μητροπολιτικών κέντρων, των πόλεων και των ευρύτερων περιαστικών περιοχών τους ... στ. Η ολοκληρωμένη ανάπτυξη, ανάδειξη και προστασία των νησιών, των ορεινών και των παραμεθόριων περιοχών της χώρας και ιδιαίτερα η ενίσχυση του δημογραφικού και πληθυσμιακού τους ισοζυγίου, η διατήρηση και ενθάρρυνση των παραδοσιακών παραγωγικών κλάδων τους και της παραγωγικής πολυμορφίας τους ... καθώς και η προστασία των φυσικών και πολιτιστικών τους πόρων. ζ. Η συστηματική προστασία, αποκατάσταση, διατήρηση και ανάδειξη των περιοχών, οικισμών, τοπίων που διαθέτουν στοιχεία φυσικής, πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. η. Η συντήρηση, αποκατάσταση και ολοκληρωμένη διαχείριση των δασών των αναδασωτέων περιοχών και των αγροτικών εκτάσεων. θ. Η ορθολογική αξιοποίηση και η ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτινων πόρων. ι. Ο συντονισμός των δημόσιων προγραμμάτων και έργων που έχουν χωροταξικές επιπτώσεις ...» (άρθρο 2 παρ. 2). Μέσα χωροταξικού σχεδιασμού είναι το γενικό, τα ειδικά και τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης (βλ. άρθρα 6, 7, 8). Το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού αποτελεί σύνολο κειμένων ή και διαγραμμάτων, στο οποίο καταγράφονται και αξιολογούνται οι παράγοντες που επηρεάζουν την μακροπρόθεσμη χωρική ανάπτυξη και διάρθρωση του εθνικού χώρου, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών πολιτικών, προσδιορίζονται, με προοπτική 15 ετών, οι βασικές προτεραιότητες και οι στρατηγικές κατευθύνσεις για την χωρική ανάπτυξη και την αειφόρο οργάνωση του εθνικού χώρου (άρθρο 6 παρ. 1). Το Πλαίσιο αυτό εγκρίνεται από την Ολομέλεια της Βουλής (άρθρο 6 παρ. 3), οι δε κατευθύνσεις του εξειδικεύονται ή συμπληρώνονται με τα Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού. Συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 7 προβλέφθηκαν τα ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης ως στρατηγικού χαρακτήρα μέσα χωροταξικού σχεδιασμού, που εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, είτε σε τομεακό επίπεδο, είτε σε ειδικές περιοχές του εθνικού χώρου. Αντικείμενο των ειδικών πλαισίων αποτελεί, ειδικότερα, η χωρική διάρθρωση ορισμένων κλάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, δικτύων και υπηρεσιών τεχνικής, κοινωνικής και διοικητικής υποδομής εθνικού ενδιαφέροντος με εξαίρεση τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες, των παράκτιων και νησιωτικών περιοχών, των ορεινών και προβληματικών ζωνών, των περιοχών που υπάγονται σε διεθνείς ή ευρωπαϊκές συμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και άλλων ενοτήτων του εθνικού χώρου, που παρουσιάζουν κρίσιμα περιβαλλοντικά, αναπτυξιακά και κοινωνικά προβλήματα (παρ. 1). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του ίδιου άρθρου, τα ειδικά πλαίσια συνοδεύονται από προγράμματα δράσης, στα οποία εξειδικεύονται οι απαιτούμενες για την εφαρμογή τους ενέργειες, δράσεις, ρυθμίσεις και προγράμματα, το κόστος, οι πηγές και οι φορείς χρηματοδότησής τους, καθώς και το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης των αναγκαίων για την υλοποίησή τους έργων (παρ. 2). Προς το σκοπό, εξάλλου, της λειτουργικής σύνδεσης και εναρμόνισης των τομεακών πολιτικών προς τους επιμέρους στόχους και προτεραιότητες του γενικού εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού, ορίζεται, περαιτέρω, ότι τα ειδικά πλαίσια καταρτίζονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, σε συνεργασία με τα κατά περίπτωση αρμόδια Υπουργεία και λοιπούς αρμόδιους οργανισμούς, εγκρίνονται δε με αποφάσεις της κατ’ άρθρο 3 του ίδιου ν. 2742/1999 Επιτροπής Συντονισμού του Κυβερνητικού Έργου, οι οποίες λαμβάνονται κατόπιν γνώμης του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού (παρ. 3 και 4). Σύμφωνα με διατάξεις, του εν λόγω άρθρου 7, τα ειδικά πλαίσια αναθεωρούνται ανά πενταετία βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται για την έγκρισή τους, εφόσον από την αξιολόγηση των βασικών επιλογών, προτεραιοτήτων και κατευθύνσεών τους, προκύπτει ανάγκη αναθεώρησής τους. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή και η εντός του χρονικού αυτού διαστήματος τροποποίησή τους, προκειμένου να αντιμετωπισθούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή την εφαρμογή προγραμμάτων και δράσεων διεθνούς, ευρωπαϊκού, διασυνοριακού, διακρατικού ή διαπεριφερειακού χαρακτήρα, να καθορισθούν εθνικές κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση εξαιρετικών αναγκών από φυσικές ή άλλου είδους καταστροφές και κινδύνους, να αντιμετωπισθούν εξαιρετικές και απρόβλεπτες ανάγκες που προκύπτουν από την εκτέλεση έργων και προγραμμάτων κοινωνικής και τεχνικής υποδομής εθνικής κλίμακας, καθώς και να προσαρμοσθούν σε σχετικές παρατηρήσεις και υποδείξεις των εκθέσεων παρακολούθησης και αξιολόγησης που συντάσσουν, ανά διετία, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος (παρ. 5). Με τις διατάξεις του άρθρου 8 προβλέπονται, περαιτέρω, τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, με τα οποία επιδιώκεται η προώθηση της αειφόρου, ισόρροπης και διαρκούς ανάπτυξης των επιμέρους περιφερειών της χώρας, σύμφωνα με τις φυσικές, οικονομικές και κοινωνικές τους ιδιαιτερότητες. Στα περιφερειακά πλαίσια, τα οποία καταρτίζονται για κάθε περιφέρεια της χώρας, καταγράφεται και αξιολογείται η θέση εκάστης εξ αυτών στον εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, οι λειτουργίες διαπεριφερειακού χαρακτήρα, τις οποίες έχει ή μπορεί να αναπτύξει η περιφέρεια, και οι παράγοντες που επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των ευρωπαϊκών, εθνικών και περιφερειακών πολιτικών και προγραμμάτων και προσδιορίζονται, με προοπτική δεκαπενταετίας, οι βασικές προτεραιότη­τες και οι στρατηγικές επιλογές για την ολοκληρωμένη και αειφόρο ανάπτυξή της. Στα περιφερειακά πλαίσια περιλαμβάνονται, επιπλέον, οι κατευθύνσεις και τα προγραμματικά πλαίσια για τη χωροθέτηση των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα και, ιδίως, οι περιοχές που πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηρισθούν ως περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων, καθώς, επίσης, και οι περιοχές που παρουσιάζουν μειονεκτικά χαρακτηριστικά και απαιτούν ειδικές χωρικές παρεμβάσεις. Κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, τα περιφερειακά πλαίσια περιλαμβάνουν, επίσης, τις κατευθύνσεις για την ισόρροπη και αειφόρο διάρθρωση του περιφερειακού οικιστικού δικτύου και τις βασικές προτεραιότητες για την προστασία, τη διατήρηση και την ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της περιφέρειας. Με το ίδιο άρθρο παρέχεται η δυνατότητα περαιτέρω εξειδικεύσεως των γενικών κατευθύνσεων και προτάσεων των περιφερειακών πλαισίων σε επίπεδο νομού ή άλλης γεωγραφικής ενότητας της οικείας περιφέρειας, εφόσον προκύπτει τεκμηριωμένη προς τούτο ανάγκη λόγω των οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των περιοχών αυτών. Προς το σκοπό, εξάλλου, του αποτελεσματικότερου συντονισμού των διαδικασιών εκπόνησης του χωροταξικού σχεδιασμού σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, ορίζεται, περαιτέρω, ότι τα περιφερειακά πλαίσια, τα οποία συνοδεύονται από πρόγραμμα δράσης, εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις του γενικού και των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, εξειδικεύουν δε και συμπληρώνουν τις βασικές προτεραιότητες και επιλογές τους (παρ. 1 και 2). Με τις διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 9, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προ, δηλαδή, της συμπληρώσεώς τους με το άρθρο 9 του ν. 3851/2010, καθορίσθηκαν οι συνέπειες της έγκρισης των πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης εν σχέσει προς τα λοιπά μέσα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, που εγκρίνονται σε τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται υποχρέωση εναρμόνισης των εγκρινόμενων, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρυθμιστικών σχεδίων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων, σχεδίων χωρικής και οικιστικής οργάνωσης ανοικτών πόλεων, σχεδίων ανάπτυξης περιοχών δεύτερης κατοικίας, ζωνών οικιστικού ελέγχου, περιοχών οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις των εγκεκριμένων περιφερειακών πλαισίων και, σε περίπτωση που αυτά ελλείπουν, προς τις επιλογές ή κατευθύνσεις του γενικού και των εγκεκριμένων ειδικών χωροταξικών σχεδίων. Κατά ρητή, εξάλλου, πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, μέχρι την έγκριση των ανωτέρω πλαισίων, η εκπόνηση των ρυθμιστικών σχεδίων, των γενικών πολεοδομικών σχεδίων και των λοιπών σχεδίων χρήσεων γης, καθώς και η έκδοση των συναφών κανονιστικών και ατομικών διοικητικών πράξεων, γίνεται κατόπιν συνεκτιμήσεως των διαθέσιμων στοιχείων του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και, ιδίως, αυτών που προκύπτουν από ήδη εκπονηθείσες ή υπό εκπόνηση μελέτες χωροταξικού περιεχομένου (παρ. 1). Η, κατά τα ανωτέρω, υποχρέωση εναρμόνισης επεκτείνεται και στα ήδη εγκεκριμένα κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2742/1999 ρυθμιστικά σχέδια, γενικά πολεοδομικά σχέδια και άλλα σχέδια χρήσεων γης, τα οποία, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, πρέπει να τροποποιούνται ή να αναθεωρούνται καταλλήλως με τη διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις που τα διέπουν (παρ. 2). Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως και προ της συζητήσεώς της δημοσιεύθηκε ο ν. 3851/2010 (Α΄ 85/4.6.2010), κύριος στόχος του οποίου είναι η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου αφενός μεν να μειωθούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αφετέρου δε να επιτευχθεί η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας (βλ. αιτιολογική έκθεση νόμου). Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του νόμου αυτού, με τις οποίες επιδιώχθηκε, ειδικότερα, ο εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής και της χωροταξικής νομοθεσίας, ώστε να συνεκτιμάται και η ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2742/1999 περίπτωση δ΄, με την οποία ορίσθηκε ότι μεταξύ των σκοπών του χωροταξικού σχεδιασμού περιλαμβάνεται η προστασία του κλίματος και της ατμόσφαιρας και η προώθηση της ενεργειακής αυτοδυναμίας της χώρας μέσω της αξιοποιήσεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 2742/1999 περίπτωση ιβ΄, με την οποία ορίσθηκε ότι, κατά τη σύνταξη των χωροταξικών πλαισίων, πρέπει να συνεκτιμάται και η κατά προτεραιότητα προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία πρέπει να λαμβάνει χώρα προς το σκοπό της βιώσιμης αξιοποίησης των πηγών του εθνικού πλούτου και συμφώνως προς τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συναφώς, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του νόμου αυτού προστέθηκε νέα παράγραφος 1 στο άρθρο 8 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), με την οποία προβλέφθηκε ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πρέπει να προωθούνται κατά προτεραιότητα ως μέσο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την προστασία της ατμόσφαιρας, την εξασφάλιση του βιώσιμου ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας, την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης και τη βιώσιμη αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου. Εξάλλου, με το άρθρο 9 του ως άνω ν. 3851/2010, ορίσθηκε ότι για την εγκατάσταση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας λαμβάνονται υπόψη μόνον εγκεκριμένα χωροταξικά, πολεοδομικά, ρυθμιστικά ή άλλα σχέδια χρήσεων γης και εγκεκριμένες μελέτες που εναρμονίζονται προς το εγκριθέν διά της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδικό χωροταξικό πλαίσιο και, εφόσον με αυτά έχει ληφθεί μέριμνα για τη μέγιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου ενεργειακού δυναμικού. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια, η χωροθέτηση εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας γίνεται απευθείας κατ’ εφαρμογή των κατευθύνσεων του ειδικού αυτού χωροταξικού πλαισίου. Εξάλλου, με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου προστέθηκε τρίτη παράγραφος στο άρθρο 9 του ν. 2742/1999, με την οποία ορίσθηκε ότι τα εγκεκριμένα περιφερειακά πλαίσια πρέπει να τροποποιούνται ή να αναθεωρούνται προκειμένου να εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις του γενικού και των ειδικών χωροταξικών πλαισίων. Ειδικώς, στην περίπτωση ήδη εγκριθέντων περιφερειακών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, ρυθμιστικών σχεδίων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων, ζωνών οικιστικού ελέγχου ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης, που δεν καλύπτουν επαρκώς τις κατευθύνσεις του ως άνω ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μέχρι την εναρμόνισή τους προς τις κατευθύνσεις αυτές, η χωροθέτηση των σχετικών έργων «γίνεται με άμεση και αποκλειστική εφαρμογή» του ειδικού πλαισίου.

7. Επειδή, η έγκριση των ειδικών χωροταξικών πλαισίων ανατίθεται, με τις παραπάνω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 2742/1999, σε ένα ευρείας συνθέσεως συλλογικό κυβερνητικό όργανο, εξοπλισμένο με επιτελικού και αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες χωροταξικού σχεδιασμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η χάραξη της εθνικής χωροταξικής πολιτικής και η εποπτεία και αξιολόγηση της εφαρμογής της. Συγκεκριμένα, τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια, τα οποία αποτελούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, τη γενική πρόταση χωροταξικής οργάνωσης συγκεκριμένων τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, που διατυπώνεται μετά από εκτίμηση των βασικών κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας στους συγκεκριμένους τομείς και των προβλεπομέ­νων επιπτώσεών τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, συγκροτούν δε με αυτό ένα συνεκτικό σύνολο γενικών κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα, τα ειδικά χωροταξικά σχέδια, τα οποία αποτελούν, κατά το σύστημα του νόμου, το δεύτερο στάδιο χωροταξικού σχεδιασμού, περιλαμβάνουν, αφενός επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα, συναρτώμενες με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις εντασσόμενες στα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής κατά το άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος, και αφετέρου γενικές κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις, συνδεόμενες αρρήκτως με τα ανωτέρω ζητήματα, για τη θέσπιση των οποίων παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στο παραπάνω κυβερνητικό όργανο με τις προαναφερόμε­νες διατάξεις του ν. 2742/1999. Περαιτέρω, νομική δεσμευτικότητα αναπτύσσουν όχι μόνο κατά την έγκριση ρυθμιστικών και γενικών πολεοδομικών σχεδίων και κάθε είδους σχεδίων χρήσεων γης, αλλά και κατά την έκδοση εγκρίσεων και αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία έργων ανάπτυξης των σχετικών παραγωγικών δραστηριοτήτων, τόσο οι γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στα ειδικά χωροταξικά σχέδια, αν και καταλείπουν ευρύτατη ευχέρεια κατά την εφαρμογή τους από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, όσο και οι ειδικότερες ρυθμίσεις των ειδικών χωροταξικών σχεδίων, κατά τρόπον ώστε να μην ανατρέπονται οι βασικές επιλογές και η συνολική ισορροπία των σχεδίων αυτών. Ενόψει τούτων, οι κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων πράξεις έγκρισης ειδικών χωροταξικών σχεδίων υπόκεινται καταρχήν σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι επάγονται ευθέως έννομες συνέπειες.

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου, στο πλαίσιο του συνολικότερου προγραμματισμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (εφ’ εξής: Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) για την προώθηση και την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού της χώρας και παράλληλα με την εκπόνηση μελετών για την κατάρτιση του εθνικού χωροταξικού σχεδίου και των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού για τον τουρισμό, τη βιομηχανία και τον παράκτιο και ορεινό χώρο, κινήθηκε η διαδικασία κατάρτισης του ειδικού χωροταξικού σχεδίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ανατέθηκε, κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, η εκπόνηση υποστηρικτικής μελέτης, η οποία, αφού παρελήφθη, τελικώς, το Φεβρουάριο του 2007, αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Με τη μελέτη, η οποία εκπονήθηκε βάσει των προδιαγραφών που είχαν συντάξει τα συναρμόδια υπουργεία και κατόπιν συνεκτιμήσεως των βασικών επιλογών του ν. 3468/2006 «Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης και λοιπές διατάξεις» (Α´ 129), υπεβλήθησαν συγκεκριμένες προτάσεις για τη διαμόρφωση της γενικότερης αρχιτεκτονικής και των επιμέρους προβλέψεων του ειδικού χωροταξικού πλαισίου, οι οποίες είχαν τη μορφή κανόνων και κριτηρίων χωροθετήσεως για κάθε κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (εφ’ εξής Α.Π.Ε.). Κατά την ειδικότερη εκτίμηση των μελετητών, οι κανόνες και τα κριτήρια αυτά, τα οποία ήταν μεν γενικής εφαρμογής, δυνάμενα όμως, να προσαρμοστούν ευχερώς στις ιδιαιτερότητες των περιοχών υποδοχής, εξισορροπούσαν επιτυχώς την ανάγκη για ορθολογική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αξιοποίηση του εκμεταλλεύσιμου ενεργειακού δυναμικού της χώρας με τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Κατά τη διαμόρφωση των κριτηρίων αυτών, ελήφθησαν υπόψη οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για την προώθηση των Α.Π.Ε., οι δυνατότητες διείσδυσής τους βάσει του υφιστάμενου ενεργειακού δυναμικού και του εκδηλωθέντος επενδυτικού ενδιαφέροντος, τα ιδιαίτερα τεχνικά χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσής τους και των συνοδών αυτών έργων, καθώς, επίσης, και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις εκάστης κατηγορίας ανανεώσιμων πηγών. Εντός του πλαισίου αυτού, αξιολογήθηκαν, περαιτέρω, τα δεδομένα του χωροταξικού σχεδιασμού στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και, ειδικότερα, η φύση και τα επίπεδα του σχεδιασμού, τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια χωροθέτησης, περιλαμβανομένου και του εκ των προτέρων αποκλεισμού συγκεκριμένων περιοχών, καθώς και οι μέθοδοι αντιμετώπισης των ενδεχόμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Στη μελέτη προσαρτήθηκαν παραρτήματα, στα οποία παρατίθενται λεπτομερείς χάρτες αποτύπωσης του αιολικού δυναμικού και του υδροδυναμικού της χώρας, πληροφορίες για την ενέργεια που παράγεται από βιομάζα, λεπτομερής ανάλυση της μεθόδου αντιμετώπισης των επιπτώσεων στο τοπίο, καθώς και αξιολόγηση των σχετικών ρυθμίσεων των περιφερειακών χωροταξικών πλαισίων και των λοιπών υποκείμενων μέσων πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Οι προταθείσες ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν σε προσχέδιο ειδικού πλαισίου, το κείμενο του οποίου προσαρτήθηκε στην υποστηρικτική μελέτη και αποτέλεσε το κύριο αντικείμενο της επακολουθήσασας διαδικασίας στρατηγικής περιβαλλοντι­κής εκτίμησης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, εκπονήθηκε στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.), με την οποία διαπιστώθηκε ότι οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας είχαν επαρκώς ενσωματωθεί τόσο στη στοχοθεσία, όσο και στις επιμέρους ρυθμίσεις του ειδικού χωροταξικού σχεδίου. Κατά τις ειδικότερες αναφορές της μελέτης, η θέσπιση σαφών κριτηρίων και κανόνων χωροθετήσεως συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και κύριο μέσο για την επίτευξη των εθνικών και κοινοτικών στόχων περί αυξήσεως της συμμετοχής τους στο εθνικό ενεργειακό μείγμα, η εισαγωγή δε των κανόνων αυτών είναι, περαιτέρω, αναγκαία για την προστασία του περιβάλλοντος από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των Α.Π.Ε., οι οποίες αποτελούν μεν φιλική μορφή ενέργειας και ειδικότερη έκφανση της βιώσιμης ανάπτυξης, δεν στερούνται, όμως, δυσμενών επιπτώσεων στο ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής εγκαταστάσεως και λειτουργίας τους. Ο ολοκληρωμέ­νος, εξ άλλου, χωροταξικός σχεδιασμός, ο οποίος, κατόπιν εξετάσεως διαφόρων εναλλακτικών λύσεων, προτείνεται να λάβει τη μορφή κριτηρίων χωροθέτησης εθνικού επιπέδου, προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες των περιοχών υποδοχής, διασφαλίζει, κατά την εκτίμηση των μελετητών, αυξημένο βαθμό περιβαλλοντικής προστασίας, μειώνει τις αβεβαιότητες και τις συγκρούσεις χρήσεων γης και εξασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών υποδοχής τους, οι σκοποί δε αυτοί, σύμφωνα με τη μελέτη, εναρμονίζονται πλήρως και προς τη διαμορφωθείσα επί του ζητήματος νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με σειρά αποφάσεών του, είχε υποδείξει την ανάγκη εκπόνησης ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού ειδικώς για τις Α.Π.Ε.. Προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση, προς το σκοπό, δηλαδή, της θεσπίσεως σαφών κανόνων χωροθέτησης, οι οποίοι υιοθετούν τα θετικά σημεία της ευρωπαϊκής και διεθνούς εμπειρίας και εξισορροπούν τις ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος και τις προτεραιότητες της εθνικής ενεργειακής πολιτικής, κινείται, κατά την ειδικότερη εκτίμηση των μελετητών, το ειδικό χωροταξικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, στην οποία παρατίθενται οι ανά κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας γενικοί και ειδικοί στόχοι, η πρόνοια για την ενσωμάτωση των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας εκδηλώνεται με τον εκ των προτέρων εντοπισμό των περιοχών με διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό, με τον καθορισμό περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, με την εισαγωγή κανόνων για τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας των περιοχών εγκαταστάσεως των σχετικών έργων και την αρμονική ένταξή τους στο τοπίο, με την τήρηση ελάχιστων αποστάσεων και τη μη υπέρβαση συγκεκριμένων ποσοστών εδαφοκάλυψης σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης για την περίπτωση των αιολικών εγκαταστάσεων και την εξασφάλιση της ορθολογικής διαχείρισης του ύδατος και των οικείων οικοσυστημάτων στην περίπτωση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων, καθώς και με την υιοθέτηση λοιπών κριτηρίων χωροθέτησης, που λαμβάνουν υπόψη τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες της περιοχής εγκαταστάσεως των έργων. Μετά την αναλυτική περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης σαράντα τεσσάρων περιβαλλοντικών δεικτών αειφορίας, την αναλυτική παρουσίαση όλων των κρίσιμων περιβαλλοντικών παραμέτρων και τη μνεία των περιοχών που τελούν υπό ειδικό καθεστώς προστασίας, εντοπίσθηκαν, ανά κατηγορία Α.Π.Ε., οι ενδεχόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εφαρμογής των ρυθμίσεων του ειδικού πλαισίου, αξιολογήθηκε η έκτασή τους και παρουσιάσθηκαν οι δυνατότητες πρόληψης ή περιορισμού τους. Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, η ανάπτυξη των Α.Π.Ε. ενδέχεται να προκαλέσει περιβαλλοντική υποβάθμιση της βιοποικιλότητας, της πανίδας, της χλωρίδας, του εδάφους και του τοπίου, προς το σκοπό δε του περιορισμού της προτάθηκαν μέτρα αντιμετώπισης των αντίστοιχων επιπτώσεων, τα οποία ενσωματώθηκαν στις διατάξεις του προσχεδίου που είχε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνταχθεί στο πλαίσιο της υποστηρικτικής μελέτης. Μετά την ολοκλήρωσή της, η στρατηγική μελέτη διαβιβάσθηκε σε δημόσιες αρχές, φορείς και περιφερειακά συμβούλια για γνωμοδότηση (βλ. το υπ’ αριθμ. 126285/14.2.2007 έγγραφο της Ε.Υ.Π.Ε.), και δημοσιοποιήθηκε τόσο με σχετικές ανακοινώσεις σε εφημερίδες, όσο και με ανάρτησή της στον διαδικτυακό τόπο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., προκειμένου να τηρηθούν, εν συνεχεία, οι επιβαλλόμενες κατά νόμο διαδικασίες ενημέρωσης του κοινού και δημόσιας διαβούλευσης. Κατόπιν αξιολογήσεως των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο στάδιο της διαβούλευσης, η Διεύθυνση Χωροταξίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. εισήγαγε το προσχέδιο του Ειδικού Πλαισίου προς συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 1/20.3.2008 γνωμοδότησή του τοποθετήθηκε κατ’ αρχήν θετικά επί των ρυθμίσεων του σχεδίου, με ορισμένες ήσσονος σημασίας παρατηρήσεις, οι οποίες κωδικοποιήθηκαν σε σχετικό παράρτημα. Ακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία, η Επιτροπή Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης, ενέκρινε, κατ’ αποδοχήν σχετικής εισηγήσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τόσο τη στρατηγική μελέτη, όσο και το επίδικο χωροταξικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, το εγκριθέν χωροταξικό πλαίσιο, στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου υπάγονται τα έργα ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξαιρουμένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων των σταθμών, για τους οποίους δεν απαιτείται η έκδοση άδειας παραγωγής και άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας και των εγκαταστάσεων που χαρακτηρίζονται μη οχλούσες, διαρθρώνεται σε επτά κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο (άρθρα 1 - 3) καθορίζονται οι σκοποί του πλαισίου, προσδιορίζεται η έκταση εφαρμογής του και αποσαφηνίζεται η έννοια των κρίσιμων για την εφαρμογή του όρων. Στο δεύτερο κεφάλαιο (άρθρα 4 - 11) τίθενται οι κατευθύνσεις και τα κριτήρια χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού, η τήρηση των οποίων ελέγχεται κατά το στάδιο χορήγησης της άδειας παραγωγής, ο εθνικός χώρος διακρίνεται, με βάση το εν δυνάμει εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό και τα ιδιαίτερα χωροταξικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά του, σε τέσσερις κατηγορίες και, συγκεκριμένα, στην ηπειρωτική χώρα, στην οποία περιλαμβάνεται και η Εύβοια, στην Αττική, στα κατοικημένα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου Πελάγους, συμπεριλαμβανομένης και της Κρήτης και, τέλος, στον υπεράκτιο χώρο και τις ακατοίκητες νησίδες. Η ηπειρωτική χώρα περιλαμβάνει περιοχές, οι οποίες διακρίνονται σε περιοχές αιολικής προτεραιότητας (Π.Α.Π.), σε περιοχές, δηλαδή, που διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών και προσφέρονται για την επίτευξη των χωροταξικών στόχων, και σε περιοχές αιολικής καταλληλότητας (Π.Α.Κ.), σε περιοχές, δηλαδή, που διαθέτουν ικανοποιητικό εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό. Ειδικά, εξάλλου, κριτήρια χωροθέτησης θεσπίζονται για τις αιολικές εγκαταστάσεις του νησιωτικού χώρου, της Αττικής, του θαλάσσιου χώρου και των ακατοίκητων νησίδων. Στο τρίτο κεφάλαιο (άρθρα 12 - 16) τίθενται, περαιτέρω, οι κανόνες για τη χωροθέτηση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων, οι οποίοι περιλαμβάνουν τον εντοπισμό των υδατικών διαμερισμάτων με εκμεταλλεύσιμο υδραυλικό δυναμικό, τις περιοχές αποκλεισμού, τα ειδικά κριτήρια χωροθέτησης που εξασφαλίζουν την ένταξη των εγκαταστάσεων στο φυσικό, πολιτιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας των υποδοχέων, δηλαδή τη μέγιστη δυνατότητα εγκατάστασης μικρών υδροηλεκτρικών έργων στην ίδια γραμμή ύπαρξης υδροδυναμικού, τη συνύπαρξή τους με άλλες χρήσεις και τη διατήρηση των υδροβιολογικών και οικολογικών χαρακτηριστικών των υποδοχέων. Στο τέταρτο κεφάλαιο (άρθρα 17 - 20) παρατίθενται οι αντίστοιχοι κανόνες για τις λοιπές μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως την ηλιακή, την ενέργεια από βιομάζα και τη γεωθερμική, στο πέμπτο δε κεφάλαιο του σχεδίου (άρθρα 21 - 22) τίθενται οι βασικοί κανόνες για την εναρμόνιση των υποκειμένων μέσων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, περιλαμβανομένων και των ήδη εγκεκριμένων ζωνών οικιστικού ελέγχου ορισμένων νησιωτικών περιοχών, προς τις κατευθύνσεις του ειδικού πλαισίου. Στο έκτο κεφάλαιο (άρθρο 23) περιλαμβάνεται το πρόγραμμα δράσης, δηλαδή, τα μέτρα και οι δράσεις που απαιτούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή του ειδικού χωροταξικού πλαισίου, καθώς και οι φορείς και οι πηγές χρηματοδότησής τους και στο έβδομο κεφάλαιο (άρθρα 24 - 28) ενσωματώνονται τα έξι παραρτήματα, στα οποία καθορίζονται οι περιοχές αιολικής προτεραιότη­τας και το μέγιστο αιολικό δυναμικό τους (παράρτημα Ι), οι ελάχιστες αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται από αιολικές εγκαταστάσεις και γειτνιάζουσες χρήσεις και δίκτυα (παράρτημα ΙΙ), η φέρουσα ικανότητα (χωρητικότητα) κάθε περιοχής αιολικής προτεραιότητας (παράρτημα ΙΙΙ), τα κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο (παράρτημα IV), το στάδιο και η αρμόδια αρχή ελέγχου των κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης του πλαισίου για τις αιολικές εγκαταστάσεις κατά την αδειοδότηση μεμονωμένων εγκαταστάσεων (παράρτημα V), και οι ελάχιστες αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται από εγκαταστάσεις βιομάζας ή βιοαερίου από γειτνιάζουσες χρήσεις γης και δίκτυα (παράρτημα VI). Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται, διαγράμματα, στα οποία απεικονίζονται οι περιοχές αιολικής προτεραιότητας, το διαθέσιμο υδροδυναμικό στο σύνολο της επικράτειας, καθώς και χάρτες για τις περιοχές εγκαταστάσεως αιολικών πάρκων της Δυτικής και Νοτιοανατολικής Αττικής. Στο ίδιο κεφάλαιο προβλέπεται υποχρέωση αποκατάστασης των χώρων εγκαταστάσεως των σχετικών έργων ηλεκτροπαραγωγής μετά τη λήξη της ισχύος των οικείων αδειών λειτουργίας και περιλαμβάνονται μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις για ήδη λειτουργούσες εγκαταστάσεις ή για εγκαταστάσεις, για τις οποίες είναι εκκρεμής η διαδικασία αδειοδότησης. Τέλος, η ισχύς των ρυθμίσεων του πλαισίου, ορίζεται σε δεκαπέντε έτη, προβλέπεται δε περιοδική αναθεώρησή του και συστηματική παρακολούθηση των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκληθούν κατά την εφαρμογή του.

9. Επειδή, ειδικότερα, με το ειδικό χωροταξικό σχέδιο που εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τίθενται οι γενικές αρχές και κατευθύνσεις της εθνικής χωροταξικής πολιτικής στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες εξειδικεύονται περαιτέρω, μέσω των εισαγόμενων με το ίδιο αυτό σχέδιο κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης, με τους οποίους επιδιώκεται, πλην άλλων, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1 του σχεδίου, η εγκαθίδρυση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού, που θα συμβάλλει, στην υλοποίηση των διεθνών και ευρωπαϊκών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών και η διαμόρφωση σαφούς πλαισίου, ώστε να περιοριστούν οι αβεβαιότητες και οι συγκρούσεις χρήσεων γης. Για την επίτευξη των στόχων αυτών προβλέπονται όροι και κριτήρια που αφορούν τον εντοπισμό των κατ’ αρχήν κατάλληλων, από απόψεως διαθέσιμου δυναμικού, περιοχών για την εγκατάσταση των οικείων έργων, τον καθορισμό περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, δηλαδή την εκ των προτέρων απαγόρευση της εγκαταστάσεως μονάδων ηλεκτροπαραγωγής εντός ή πλησίον περιοχών που χρήζουν, λόγω της περιβαλλοντικής και πολιτιστικής τους σημασίας ή της έντονης οικιστικής και οικονομικής τους ανάπτυξης, αυξημένης προστασίας, καθώς και την ενσωμάτωση στις επιμέρους ρυθμίσεις του σχεδίου συγκεκριμένων απαιτήσεων για την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και, ιδίως, για την αρμονική ένταξη των σχετικών έργων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής εγκαταστάσεώς τους. Ειδικότερα, με τις διατάξεις, του δευτέρου κεφαλαίου του σχεδίου (άρθρου 4-11) καθορίζονται οι κανόνες χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων και των συνοδών αυτών έργων, όπως οι γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσεως, οι υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας και οι οδικές συνδέσεις, η συνδυασμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται ότι διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για άμεση προώθηση της ηλεκτροπαραγωγής από την εκμετάλλευση αιολικής ενέργειας και της εξασφαλίσεως ενός υψηλού δείκτη περιβαλλοντικής προστασίας. Οι κανόνες αυτοί, οι περισσότεροι εκ των οποίων διαφοροποιούνται για κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες, στις οποίες διακρίνεται ο εθνικός χώρος, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, μπορούν να καταταγούν σε τρεις ομάδες. Η πρώτη αφορά τον καθορισμό περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, εντός ή πλησίον των οποίων απαγορεύεται απολύτως η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων ή επιτρέπεται μεν υπό την επιφύλαξη, όμως, της τηρήσεως των ειδικώς καθοριζομένων ελαχίστων αποστάσεων, η δεύτερη έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπόμενων πυκνοτήτων αιολικών εγκαταστάσεων σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και η τρίτη περιλαμβάνει τους κανόνες ένταξης των εγκαταστάσεων αυτών στο τοπίο. Με τους κανόνες αυτούς, καθορίζεται, πλην άλλων, η φέρουσα ικανότητα εκάστης περιοχής, ο μέγιστος, δηλαδή, αριθμός ανεμογεννητριών που επιτρέπεται να εγκατασταθεί σε μία ενότητα χώρου ή η μέγιστη επιτρεπόμενη υπό εγκατάσταση ισχύς παραγόμενης ενέργειας. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των ίδιων διατάξεων, δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, κοινών για όλες τις κατηγορίες εθνικού χώρου, που, λόγω της αυξημένης πολιτιστικής και περιβαλλοντικής τους σημασίας ή της οικιστικής και οικονομικής τους ανάπτυξης χρήζουν αυξημένης προστασίας. Παραλλήλως, προβλέπεται, ότι κατά την επιλογή της συγκεκριμένης θέσεως των αιολικών εγκαταστάσεων, πρέπει να τηρούνται ελάχιστες αποστάσεις από τις, κατά τα ανωτέρω, περιοχές αποκλεισμού και τις λοιπές ζώνες ασυμβατότητας, οι αποστάσεις δε αυτές, που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ του σχεδίου, διαφοροποιούνται ανάλογα με τη σημασία της περιοχής ή της ζώνης ασυμβατότητας και ανά κατηγορία εθνικού χώρου. Περαιτέρω, με τις επιμέρους ρυθμίσεις του σχεδίου επιχειρείται η κατά προτεραιότητα αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού των Περιοχών Αιολικής Προτεραιότητας (Π.Α.Π.), ευρύτερων δηλαδή περιοχών του ηπειρωτικού χώρου, που περιλαμβάνουν περισσότερους του ενός πρωτοβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης της ίδιας ή διαφορετικών περιφερειών της χώρας και οι οποίοι διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών και προσφέρονται για την επίτευξη των χωροταξικών στόχων του σχεδίου (βλ. παράρτημα Ι). Ηπιότερη, αντιθέτως, εκμετάλλευση επιφυλάσσεται για τις Περιοχές Αιολικής Καταλληλότητας (Π.Α.Κ.), στις οποίες περιλαμβάνονται οι λοιπές περιοχές, ή και μεμονωμένες θέσεις, ενεργειακά αποδοτικές, κατά την κρίση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, και για τις οποίες οι καθοριζόμενες, μέγιστες επιτρεπόμενες ανά πρωτοβάθμιο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, πυκνότητες αιολικών εγκαταστάσεων, είναι κατά πολύ κατώτερες των καθοριζόμενων για τις Π.Α.Π. Με τις ίδιες διατάξεις καθορίζεται, κατ’ εφαρμογήν πολύπλοκων μαθηματικών τύπων, η φέρουσα ικανότητα εκάστης Π.Α.Π., η μέγιστη, δηλαδή, δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων, εκπεφρασμένη σε αριθμό τυπικών ανεμογεννητριών και σε εγκατεστημένη ισχύ ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία είναι σημαντικά κατώτερη της μέγιστης διαθέσιμης προς εκμετάλλευση αιολικής ενέργειας (βλ. άρθρο 7 και παράρτημα ΙΙΙ). Για τα κατοικημένα νησιά, το κατεξοχήν, δηλαδή, πεδίο ανάπτυξης ήπιων μορφών ενέργειας, επιχειρείται η αξιοποίηση του πλούσιου αιολικού τους δυναμικού υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αυξημένων απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας, που απορρέουν από το χαρακτήρα τους ως ιδιαίτερων και, κατά κανόνα, ευπαθών οικοσυστημάτων. Προς το σκοπό αυτό, το μεν επιτρεπόμενο ποσοστό εδαφοκάλυψης σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης καθορίζεται στο ήμισυ του καθορισθέντος για τις Π.Α.Π. της ηπειρωτικής χώρας, χωρίς, μάλιστα, να προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω αύξησής του, η δε φέρουσα ικανότητα των νησιών, η οποία προσδιορίζεται χωριστά για κάθε ένα από αυτά, συναρτάται ευθέως προς τη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη της ενεργειακής ζήτησης (άρθρο 8). Με το προσβαλλόμενο ειδικό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού προβλέπονται και κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο, τα οποία συναρτώνται με συγκεκριμένες κατηγορίες σημείων ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που καθορίζονται στο σχέδιο και είναι κοινές για όλες τις κατηγορίες εθνικού χώρου (βλ. παράρτημα IV). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του σχεδίου, για την εκτίμηση των επιπτώσεων των υπό χωροθέτηση αιολικών μονάδων στο τοπίο λαμβάνεται υπόψη η οπτική παρεμβολή που προκαλείται σε σημεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που ευρίσκονται εντός κύκλου με κέντρο τη μονάδα και ακτίνα που διαφοροποιείται ανάλογα με τη σημασία του σημείου ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και την κατηγορία του εθνικού χώρου, θεσπίζονται δε περιορισμοί για την εγκατάσταση σε θέση που βρίσκεται εντός του κύκλου αυτού, προς το σκοπό του περιορισμού της οπτικής υποβάθμισης του τοπίου. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από το, κατά τα ανωτέρω, περιεχόμενό τους, οι κανόνες ένταξης των οικείων εγκαταστάσεων στο τοπίο είναι περισσότερο αυστηροί για τα κατοικημένα νησιά έναντι των λοιπών κατηγοριών του εθνικού χώρου, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων του νησιωτικού χώρου. Κατά ρητή δε πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, ο έλεγχος της συμμορφώσεως προς τα, κατά τα ανωτέρω, κριτήρια χωροθέτησης είναι διπλός, καθόσον διενεργείται τόσο κατά τη διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης, όσο κατά το στάδιο της χορήγησης της κατ’ άρθρο 3 του ν. 3468/2006 άδειας παραγωγής κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο παράρτημα V του σχεδίου. Εξάλλου, με τις διατάξεις του τρίτου κεφαλαίου (άρθρα 12 - 16), με τις οποίες τίθενται οι κανόνες για τη χωροθέτηση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων, επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, ο εντοπισμός υδατικών διαμερισμάτων με εκμεταλλεύσιμο υδραυλικό δυναμικό και των περιοχών αποκλεισμού, εντός ή πλησίον των οποίων απαγορεύεται η χωροθέτηση υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, η αρμονική ένταξή τους στο φυσικό, πολιτιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, η μη υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των υποδοχέων και η διατήρηση των υδροβιολογικών και οικολογικών χαρακτηριστικών τους, καθώς, επίσης, και η εν γένει ορθολογική διαχείριση των υδάτων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας (άρθρο 12). Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των ανωτέρω διατάξεων κατεξοχήν κατάλληλες για την εγκατάσταση μικρών υδροηλεκτρικών έργων είναι οι ημιορεινές και ορεινές περιοχές της χώρας, στις οποίες εντοπίζεται αξιόλογο υδατικό δυναμικό, το οποίο, σε συνδυασμό με την υψομετρική διαφορά που επιτυγχάνεται από το σημείο υδροληψίας μέχρι τον σταθμό παραγωγής ενέργειας, εξασφαλίζει την επαρκή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και, κατ’ επέκταση, τη βιωσιμότητα του έργου (άρθρο 13), απαγορεύεται δε χωροθέτηση των έργων αυτών στις ρητώς μνημονευόμενες στο σχέδιο περιοχές αποκλεισμού (άρθρο 14). Παραλλήλως προβλέπονται δεσμευτικού χαρακτήρα κατευθύνσεις, που αφορούν το σχεδιασμό και την εν γένει κατασκευή και διάταξη των υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, (άρθρο 15), καθώς, επίσης, και τα κριτήρια για την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας των υποδοχέων, της μέγιστης, δηλαδή, δυνατότητας εγκατάστασης μικρών υδροηλεκτρικών έργων στην ίδια γραμμή ύπαρξης υδροδυναμικού. Τέλος, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να εξασφαλίζεται καθ’ όλο το μήκος του τμήματος της φυσικής κοίτης του υδατορέματος, η ελάχιστη απαιτούμενη ανά λεκάνη απορροής, οικολογική παροχή, όπως ορίζεται στο σχέδιο και ότι πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην εκτίμηση των συσσωρευτικών επιπτώσεων των ήδη λειτουργούντων υδροηλεκτρικών έργων, που βρίσκονται σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων ανάντη και κατάντη του προτεινόμενου έργου, κατά τη διαδικασία εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων του έργου (άρθρο 16).

10. Επειδή, στο προσβαλλόμενο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο περιλαμβάνονται συγκεκριμένες κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις, όπως είναι κυρίως ο καθορισμός περιοχών αποκλεισμού και ζωνών ασυμβατότητας, μέγιστων επιτρεπόμενων πυκνοτήτων αιολικών εγκαταστάσεων και κανόνων ένταξης στο τοπίο, οι κατευθύνσεις και ρυθμίσεις δε αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και τη χορήγηση των απαιτουμένων αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία των σχετικών έργων και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, αναπτύσσουν πλήρη κανονιστική ισχύ, αφού δεν είναι δυνατή η αδειοδότηση έργων που δεν πληρούν τα προβλεπόμενα από το σχέδιο κριτήρια. Σε περίπτωση δε συνδρομής των κριτηρίων και λοιπών όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται με το προσβαλλόμενο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο, είναι μεν κατ’ αρχήν επιτρεπτή η εγκατάσταση του σχεδιαζόμενου ηλεκτροπαραγωγικού έργου, απαιτείται, όμως, να τηρηθεί η αναγκαία κατά νόμο διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, στο πλαίσιο της οποίας θα κριθεί αν συντρέχουν οι κατά την περιβαλλοντική νομοθεσία προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την εγκατάσταση του συγκεκριμένου έργου στην προεπιλεγείσα περιοχή και θέση και θα επιβληθούν οι, κατά την κρίση της Διοικήσεως, αναγκαίοι περιβαλλοντικοί όροι για την πρόληψη και τον περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων της οικείας δραστηριότητας στο περιβάλλον, κατ’ εκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του έργου και της περιοχής εγκαταστάσεώς του. Κατά συνέπεια, ενόψει και όσων εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, η απόφαση έγκρισης του ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού, κατά της οποίας στρέφεται η κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται παραδεκτώς, είναι δε απορριπτέος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της Διοικήσεως.

11. Επειδή, τα προβλεπόμενα από το άρθρο 7 του ν. 2742/1999 ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, αποτελούν πράξεις της εκτελεστικής λειτουργίας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και αντικείμενο σε σχέση με τις πράξεις της Διοικήσεως που εκδίδονται με βάση εξουσιοδότηση τυπικού νόμου και έχουν αμιγώς κανονιστικό περιεχόμενο, διότι, όπως εκτίθεται στις προηγούμενες σκέψεις, περιέχουν στρατηγικές επιλογές, για την υλοποίηση των οποίων, μπορούν να εισάγονται συγκεκριμένες δεσμευτικές ρυθμίσεις, συναρτώμενες με τις αναγκαίες για το σκοπό αυτό τεχνικές εκτιμήσεις. Το αντικείμενο δε των ρυθμίσεων που επιτρέπεται να θεσπιστούν με τα εν λόγω ειδικά σχέδια προσδιορίζεται με το ανωτέρω άρθρο 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ν. 2742/1999. Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω ιδιόμορφου χαρακτήρα των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης και του αντικειμένου τους που αποτελεί εξειδίκευση κατά τομέα ή κλάδο παραγωγικών δραστηριοτήτων του Γενικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, στο οποίο περιέχονται τα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που εγκρίνονται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής με βάση την ειδική διαδικασία, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος, επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ορίζεται με το προαναφερόμενο άρθρο 7 του ν. 2742/1999, ότι τα ειδικά αυτά πλαίσια εγκρίνονται με απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του χωροταξικού σχεδιασμού και της αειφόρου ανάπτυξης, ύστερα από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η παρεχόμενη με το άρθρο 7 του ν. 2742/1999 εξουσιοδότηση αντίκειται στο άρθρο 43 του Συντάγματος, αφενός διότι είναι αόριστη και αφετέρου διότι η σχετική κανονιστική αρμοδιότητα δεν ανατίθεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

12. Επειδή, με τις διατάξεις της κ.υ.α. 107017/2006 (Β´ 1225/5.9.2006), ορίσθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2001/42/ΕΚ (L197), η διαδικασία στρατηγικής εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων διαφόρων σχεδίων και προγραμμάτων, τα οποία, λόγω του αντικειμένου τους ή της εκτάσεως εφαρμογής τους, τεκμαίρεται ότι θα επιφέρουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3650/2010). Με την τήρηση της διαδικασίας αυτής, επιδιώκεται η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στα κατά την έννοια της εν λόγω κ.υ.α. σχέδια και προγράμματα, ιδίως, μέσω της υιοθετήσεως μέτρων, όρων και διαδικασιών για την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων επιπτώσεων των σχεδίων, τη διασφάλιση της αειφόρου ανάπτυξης και την επίτευξη μίας υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 1). Για την κατά τα προαναφερόμενα στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση απαιτείται, πλην άλλων, η εκπόνηση στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντι­κών επιπτώσεων, η οποία λόγω του αντικειμένου τους που αφορά σχέδιο ή και πρόγραμμα, έχει διαφορετικό περιεχόμενο και λειτουργία από τις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οι οποίες απαιτούνται για έργα και δραστηριότητες. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις της κοινής αυτής υπουργικής αποφάσεως, για σχέδια και προγράμματα εθνικού επιπέδου, τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, το χωροταξικό σχεδιασμό παραγωγικών τομέων της εθνικής οικονομίας, όπως είναι αυτός της ενέργειας, και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για την έκδοση αδειών για έργα και δραστηριότητες της πρώτης κατηγορίας του παραρτήματος Ι της κ.υ.α. 15393/2332/2002 (Β´ 1022), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 (Α´ 160), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 (Α´ 91), ακολουθείται υποχρεωτικώς η διαδικασία της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης (άρθρο 3 παρ. 1 περ. α´ και παράρτημα Ι). Μεταξύ των σχεδίων της κατηγορίας αυτής περιλαμβάνονται και τα ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα οποία μνημονεύονται ρητώς στο παράρτημα Ι της αποφάσεως, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της τελευταίας. Η, κατά τα ανωτέρω, διαδικασία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την έγκριση του οικείου σχεδίου ή προγράμματος (άρθρο 7 παρ. 1), περιλαμβάνει, κατ’ αρχάς, την εκπόνηση στρατηγικής περιβαλλοντικής μελέτης, το περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται αναλυτικώς στο παράρτημα ΙΙΙ της υπουργικής αποφάσεως. Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης και εφόσον ο σχετικός φάκελος κριθεί πλήρης, ακολουθεί το στάδιο της διαβούλευσης με τις δημόσιες αρχές και το κοινό. Κατά το στάδιο αυτό, ο φάκελος της μελέτης αποστέλλεται αφενός μεν στις αρχές που κατά νόμον πρέπει να διατυπώσουν τη γνώμη τους επί του περιεχομένου του προτεινόμενου σχεδίου ή προγράμματος, αφετέρου δε στην αρχή, με πρωτοβουλία της οποίας κινήθηκε η διαδικασία συντάξεως του σχεδίου (αρχή σχεδιασμού), η οποία υποχρεούται να προβεί στη δημοσιοποίησή του, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι πολίτες και οι φορείς συλλογικής εκπροσωπήσεώς τους να υποβάλουν εγγράφως τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 7 παρ. 4 και 5). Ειδικώς στην περίπτωση, κατά την οποία αρχή σχεδιασμού είναι το Υπουργείο Περιβάλλοντος, η, κατά τα ανωτέρω, προβλεπόμενη διαδικασία διαβούλευσης μπορεί να ενσωματωθεί στις προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις διαδικασίες για την έγκριση του σχεδίου ή και του προγράμματος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται συμμόρφωση προς τις ειδικότερες απαιτήσεις της κοινής υπουργικής αποφάσεως (παρ. 6). Μετά την παραλαβή των γνωμοδοτήσεων των δημοσίων αρχών και των παρατηρήσεων του κοινού ή την άπρακτη παρέλευση των ειδικώς οριζομένων προθεσμιών, η αρμόδια για την έγκριση της μελέτης αρχή, η οποία για τα σχέδια και τα προγράμματα εθνικού ή διαπεριφερειακού επιπέδου είναι η Υπηρεσία Περιβάλλοντος του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (άρθρο 4), αξιολογεί, κατ’ εκτίμηση της υποβληθείσας στρατηγικής μελέτης και των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου ή του προγράμματος προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση εγκρίσεως ή απορρίψεως της μελέτης. Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, η εγκριτική απόφαση, η οποία υπογράφεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και τους, κατά περίπτωση, συναρμόδιους Υπουργούς (άρθρο 7 παρ. 8 και 9), περιέχει πληροφορίες και στοιχεία για τα αποτελέσματα της διεξαχθείσης διαβούλευσης, τους όρους και τους περιορισμούς που πρέπει να εισαχθούν στο σχέδιο ή το πρόγραμμα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας και της βιώσιμης διαχείρισης του περιβάλλοντος, το προβλεπόμενο σύστημα παρακολούθησης των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προκαλούνται από την εφαρμογή τους και τη διάρκεια ισχύος του σχεδίου (άρθρο 7 παρ. 10). Εξάλλου, το εγκριθέν σχέδιο πρέπει να είναι πλήρως εναρμονισμένο προς το περιεχόμενο της αποφάσεως περί εγκρίσεως της στρατηγικής μελέτης, η οποία πρέπει, περαιτέρω, να μνημονεύεται ρητώς στο προοίμιο της εγκριτικής πράξεως του οικείου σχεδίου (άρθρο 7 παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες στοιχούν κατ’ αρχήν προς τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, συνάγεται ότι η διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και, συγκεκριμένα, τόσο η εκπόνηση της στρατηγικής μελέτης, με την οποία αξιολογούνται οι σημαντικές επιπτώσεις του σχεδίου στο περιβάλλον και προτείνονται κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής τους, όσο και η διαγραφόμενη διαδικασία διαβουλεύσεως, κατά την οποία διατυπώνονται οι απόψεις των εμπλεκομένων αρχών και των ενδιαφερομένων πολιτών και των φορέων συλλογικής εκπροσωπήσεώς τους, πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί προ της εγκρίσεως του οικείου σχεδίου ή προγράμματος (βλ. άρθρα 1 και 7 παρ. 1 της κ.υ.α. και 1 της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, πρβλ. ΣτΕ Ολομέλεια 3650/2010). Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, περαιτέρω, ότι η έγκριση του σχεδίου ή του προγράμματος δεν επιτρέπεται να χωρήσει προ της εγκρίσεως της στρατηγικής μελέτης, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία στρατηγικής εκτίμησης. Τούτο, όμως, ουδόλως αποκλείει την ταυτόχρονη έγκριση της μελέτης και του σχεδίου και, μάλιστα, με την ίδια απόφαση, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το εγκρίνον όργανο έχει αρμοδιότητα εγκρίσεως τόσο του σχεδίου, όσο και της μελέτης. Σε κάθε περίπτωση, η ενάσκηση της ευχέρειας αυτής δεν είναι επιτρεπτή αν έχει ως αποτέλεσμα την πλημμελή συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας για τη στρατηγική εκτίμηση, απαιτείται δε να διασφαλίζεται ότι το περιεχόμενο του σχεδίου διαμορφώθηκε κατόπιν συνεκτιμήσεως των πορισμάτων της μελέτης και, κατ’ επέκταση, ότι η περιβαλλοντική διάσταση ενσωματώθηκε επαρκώς στο τελικώς εγκριθέν σχέδιο.

13. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η εκπονηθείσα στρατηγική μελέτη περιλαμβάνει συνολική προσέγγιση της περιβαλλοντικής διάστασης του χωροταξικού σχεδιασμού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, και στα επιστημονικά δεδομένα της υποστηρικτικής μελέτης, η οποία καλύπτει όλες τις βασικές παραμέτρους για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του εν λόγω σχεδιασμού και την ενσωμάτωση σε αυτόν των κατευθύνσεων και των μέτρων που συμβάλλουν στην εξάλειψη ή τον περιορισμό τους. Στη μελέτη γίνεται μνεία των σκοπών δημοσίου συμφέροντος, που εξυπηρετούνται με την προώθηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου. Κατόπιν δε εξετάσεως εναλλακτικών λύσεων, επιλέγεται, ως βέλτιστος μηχανισμός σχεδιασμού της ανάπτυξής τους, ο οποίος εξασφαλίζει τόσο την υλοποίηση των στόχων της ενεργειακής πολιτικής, όσο και την αρμονική ένταξή τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, το σύστημα της χωροθέτησης μέσω συγκεκριμένων κριτηρίων καθορισμένων σε εθνικό επίπεδο και προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες των περιοχών υποδοχής, καταλειπομένης της λεπτομερέστερης αντιμετώπισης των επιπτώσεων από κάθε μεμονωμένο έργο στο στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων. Εντός του πλαισίου αυτού, η διαμόρφωση του ειδικότερου περιεχομένου των κανόνων χωροθέτησης κάθε κατηγορίας ανανεώσιμων πηγών γίνεται κατόπιν συνεκτιμήσεως του αναμενόμενου ποσοστού συμμετοχής τους στο μείγμα ενεργειακής παραγωγής, της ύπαρξης εκμεταλλεύσιμου ενεργειακού δυναμικού, το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανάγεται σε κριτήριο ιδιαίτερης βαρύτητας της φέρουσας ικανότητας των περιοχών υποδοχής, καθώς και της ανάγκης για αρμονική ένταξη των οικείων έργων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Κατ’ αποδοχήν δε των πορισμάτων και των συναφών προτάσεων της υποστηρικτικής μελέτης, υιοθετήθηκαν κριτήρια που αφορούσαν τον καθορισμό ζωνών αποκλεισμού και ασυμβατότητας, τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας των περιοχών υποδοχής, την τήρηση ελαχίστων αποστάσεων από ευαίσθητες περιοχές και την συμμόρφωση προς όρους προστασίας του τοπίου. Κατ’ εκτίμηση, εξάλλου, του γεγονότος ότι το υπό εκπόνηση χωροταξικό σχέδιο αναφέρεται σε στρατηγικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου, η περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος γίνεται σε εθνικό επίπεδο και με χρήση σαράντα τεσσάρων περιβαλλοντικών δεικτών αειφορίας και σχετικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, αλλά και μέσω αναλυτικής παρουσίασης των περιοχών που τελούν υπό ειδικό καθεστώς προστασίας και των σημαντικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών των λοιπών περιοχών της ελληνικής επικράτειας. Εξάλλου, η αναγκαιότητα λήψης μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος κατά το στάδιο του στρατηγικού σχεδιασμού εξετάσθηκε με βασικό κριτήριο το ζήτημα αν η επίπτωση αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τη λήψη μέτρων στο στάδιο του χωροταξικού σχεδιασμού ή σε χρονικώς μεταγενέστερα στάδια του σχεδιασμού και της υλοποίησης των μεμονωμένων έργων. Η επιλογή του κριτηρίου αυτού στηρίχθηκε στην αντίληψη ότι ο βαθμός, στον οποίο θα εξαντληθούν οι ρυθμίσεις του πλαισίου, εξαρτάται από την ακριβή χωροθέτηση των εγκαταστάσεων, η οποία πραγματοποιείται στο μεταγενέστερο στάδιο της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, κατά το οποίο τίθενται και τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος σε επίπεδο μεμονωμένης εγκατάστασης. Αντιθέτως, κατά το στρατηγικό στάδιο του σχεδιασμού, τα χαρακτηριστικά της χωροθέτησης ανά κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθορίζονται κατά γενικό τρόπο, με αποτέλεσμα μόνον τα οργανωμένα σύνολα έργων ως προς το σφαιρικό τους περιβαλλοντικό αποτύπωμα να μπορούν να εξετασθούν επαρκώς. Κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου αυτής, προσδιορίστηκαν, εν συνεχεία, οι επιπτώσεις που ενδέχεται να προκληθούν από την εφαρμογή του πλαισίου σε συγκεκριμένες περιβαλλοντικές παραμέτρους (βιοποικιλότητα, πανίδα, χλωρίδα, έδαφος και τοπίο) και αξιολογήθηκαν η ένταση, η έκταση και η δυνατότητα πρόληψης ή περιορισμού των επιπτώσεων, προτάθηκαν δε και τα κατάλληλα για την αντιμετώπισή τους μέτρα, τα οποία ενσωματώθηκαν στο προσχέδιο της κανονιστικής απόφασης. Ειδικώς, ως προς το πρόγραμμα δράσης και το μηχανισμό παρακολούθησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, υιοθετήθηκαν οι προτάσεις της υποστηρικτικής μελέτης, οι οποίες κρίθηκαν επαρκείς. Ειδική αναφορά γίνεται, επίσης, στη σχέση του υπό εκπόνηση πλαισίου με τα λοιπά ήδη εγκριθέντα ή υπό θεσμοθέτηση υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά ή τομεακά σχέδια, κατά την εκπόνηση των οποίων δεν είχε ληφθεί υπόψη η ανάγκη προώθησης της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υποβάλλονται δε και συγκεκριμένες προτάσεις για την αναθεώρησή τους, προκειμένου να εναρμονισθούν με τις γενικές κατευθύνσεις και τις ειδικότερες προβλέψεις του ειδικού πλαισίου. Σχετικά με τις μελέτες που εκπονούνται στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας για τη διαχείριση των υδάτων, η μελέτη αναφέρει ότι η εκπόνησή τους θα συμβάλλει μεν σημαντικά στη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμβατότητας των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής, δεν είναι, όμως, απαραίτητο να έχουν ολοκληρωθεί πριν από τις περιβαλλοντικές εγκρίσεις των υπό χωροθέτηση έργων εκμετάλλευσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθόσον οι υπάρχουσες πληροφορίες είναι επαρκείς για την εξασφάλιση της κατ’ αρχήν περιβαλλοντικής συμβατότητάς τους. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η στρατηγική μελέτη πληροί, κατ’ αρχήν, τις ελάχιστες απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ της κ.υ.α. 107017/2006, δεδομένου ότι περιγράφει και αξιολογεί τις αναμενόμενες επιπτώσεις από την εφαρμογή του σχεδίου και εξετάζει επαρκώς εναλλακτικές δυνατότητες ως προς την εν γένει διάρθρωση του σχεδίου και την ειδικότερη διαμόρφωση του κανονιστικού περιεχομένου των επιμέρους κριτηρίων χωροθέτησης μετά από εκτίμηση των στόχων της εθνικής ενεργειακής πολιτικής, του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του, της φύσεως και του επιπέδου του σχεδιασμού που διενεργείται με το υπό εκπόνηση σχέδιο, καθώς και του βαθμού στον οποίο οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις δύνανται να αξιολογηθούν κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο στα διάφορα προβλεπόμενα εκ του νόμου στάδια σχεδιασμού. Επομένως, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

14. Επειδή, αναγκαίο στοιχείο της επιστημονικής εγκυρότητας της στρατηγικής μελέτης είναι η συμμετοχή στην κατάρτισή της επιστημόνων, οι οποίοι έχουν την απαιτούμενη για την καταγραφή και την αξιολόγηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του προγράμματος ειδικότητα (ΣτΕ Ολομέλεια 674/2010, 2640/2009, 2636/2009, 258/2004, 1681/2002). Εν προκειμένω, η στρατηγική μελέτη συνετάγη από γραφείο συμβούλων μελετών και μηχανικών, το οποίο έχει εγγραφεί στο μητρώο μελετητών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής στις κατηγορίες 27 (περιβαλλοντικές μελέτες), 13 (υδραυλικές μελέτες) και 14 (ενεργειακές μελέτες) και του οποίου μέλη είναι, μεταξύ άλλων, πολιτικοί μηχανικοί, χημικοί μηχανικοί, αγρονόμοι – τοπογράφοι μηχανικοί, υγιεινολόγοι μηχανικοί, περιβαλλοντολόγοι μηχανικοί, ενεργειακοί μηχανικοί, βιολόγοι, γεωλόγοι και περιβαλλοντολόγοι. Όπως περαιτέρω, προκύπτει, στην εκπόνηση της υποστηρικτικής μελέτης, κατά την οποία παρείχε υποστηρικτικές υπηρεσίες ομάδα του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, μετείχε επιστήμονας με ειδικότητα αρχιτέκτονα – πολεοδόμου – χωροτάκτη, στη δε στρατηγική μελέτη περιέχεται εξειδικευμένη καταγραφή της κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων, των υδάτων επιφανείας και της πανίδας της περιοχής μελέτης, εκτενής αξιολόγηση των επιπτώσεων των επιμέρους ρυθμίσεων του σχεδίου και προτάσεις για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών τους. Εξάλλου, μέσω της συγκεκριμένης μεθοδολογικής προσέγγισης που υιοθετήθηκε, η κατά το επόμενο στάδιο αξιολόγηση των επιπτώσεων περιορίσθηκε στις περιβαλλοντικές παραμέτρους, για τις οποίες υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να επηρεασθούν από την υλοποίηση του σχεδίου (βλ. σελ. 238 επ. της στρατηγικής μελέτης). Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιλεγείσα μέθοδος δεν αποτελεί απλό ερωτηματολόγιο περί της πιθανότητας επελεύσεως των δυσμενών επιπτώσεων συγκεκριμένης επεμβάσεως στο περιβάλλον, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες, αλλ’ αποδεκτή επιστημονική μέθοδο, η πρόκριση της οποίας δικαιολογείται από το επίπεδο του υπό εκπόνηση στρατηγικού χωροταξικού σχεδιασμού και τη φύση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον, οι οποίες χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αοριστίας και γενικότητας, η εξειδίκευση δε των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων χωρεί κατά το στάδιο περιβαλλοντικής αδειοδότησης των σχετικών έργων. Κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

15. Επειδή, περαιτέρω, με το επίδικο χωροταξικό σχέδιο δεν προκρίνεται συγκεκριμένη μορφή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και, ειδικότερα, η αιολική και η υδραυλική έναντι της ηλιακής ενέργειας, και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη εκδοχή. Εξάλλου, το αντικείμενο του επίδικου σχεδίου δεν αφορά την εξατομικευμένη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά την ανάπτυξη του οικείου τομέα της εθνικής οικονομίας, που αναφέρεται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, στη δε στρατηγική μελέτη τεκμηριώνεται επαρκώς τόσο η ανάγκη εκποίησης ενός τομεακού χωροταξικού σχεδίου εθνικού επιπέδου, όσο και η υιοθέτηση νομικώς δεσμευτικών κριτηρίων χωροθέτησης, τα οποία μπορούν να τύχουν περαιτέρω εξειδικεύσεως κατ’ εκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων των περιοχών υποδοχής, κατά το στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως (βλ. σελ. 102 επ. της στρατηγικής μελέτης). Είναι, επομένως, απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους δεν αμφισβητούνται ειδικώς οι σχετικές επιλογές της κανονιστικώς δρώσας διοικήσεως.

16. Επειδή, εξάλλου, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του παραρτήματος ΙΙΙ της κ.υ.α. 107017/2006, στο ελάχιστο περιεχόμενο της στρατηγικής μελέτης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος στην περιοχή μελέτης, πληροφορίες για τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου περιοχής, η οποία ενδέχεται να επηρεασθεί σημαντικά από την υλοποίησή του, καθώς και ιδιαίτερη μνεία των περιοχών ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας και των ειδικότερων περιβαλλοντικής φύσεως προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, στη μελέτη θα πρέπει, περαιτέρω, να περιέχονται εκτιμήσεις και αξιολογήσεις σχετικά με τις σημαντικές επιπτώσεις του σχεδίου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής μελέτης, καθώς, επίσης, και προτάσεις για την πρόληψη, τον περιορισμό και την εν γένει αντιμετώπισή τους. Δεν αποτελεί, αντιθέτως, ρητή απαίτηση των σχετικών διατάξεων, με τις οποίες, άλλωστε, δεν προκρίνεται συγκεκριμένη μέθοδος διαρθρώσεως του ειδικότερου περιεχομένου της στρατηγικής μελέτης, η διακεκριμένη αναφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιμέρους εδαφικών υποδιαιρέσεων της περιοχής μελέτης και των προστατευόμενων από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία περιοχών, ούτε η αναλυτική παρουσίαση των επιπτώσεων που αφορούν κάθε μία εξ αυτών.

17. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προκύπτοντα από το επίμαχο ειδικό πλαίσιο, οι περιοχές αιολικής προτεραιότητας αποτελούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ευρύτερες εκτάσεις πλειόνων του ενός οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, που, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της υποστηρικτικής μελέτης, διαθέτουν αυξημένο εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό και είναι κατάλληλες για την επίτευξη των χωροταξικών στόχων του σχεδίου. Η προστασία, εξάλλου, του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος των περιοχών αυτών επιχειρείται μέσω της εφαρμογής γενικότερων κανόνων, μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατέχουν οι ρυθμίσεις περί των ζωνών αποκλεισμού και ασυμβατότητας (βλ. σελ. 183 επ.), και οι κανόνες που αφορούν τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητάς τους, της μέγιστης, δηλαδή, δυνατότητας εγκαταστάσεως αιολικών μονάδων. Η ικανότητα αυτή αντιστοιχεί στο εν δυνάμει εκμεταλλεύσιμο δυναμικό κάθε περιοχής αιολικής προτεραιότητας, αφαιρουμένου του αιολικού δυναμικού που αντιστοιχεί στις ζώνες αποκλεισμού, ρύθμιση μέσω της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκάστης εδαφικής ενότητας (σελ. 174 – 178). Στη στρατηγική, εξάλλου, μελέτη, με την οποία επιχειρείται η αξιολόγηση του βαθμού, στον οποίο έχουν ενσωματωθεί οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας στις επιμέρους ρυθμίσεις του σχεδίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατ’ εκτίμηση των πορισμάτων της υποστηρικτικής μελέτης, αναφέρεται ρητώς ότι τα κριτήρια χωροθέτησης των αιολικών μονάδων και οι κανόνες ένταξής τους στο τοπίο, όπως, επίσης, και ο προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας των περιοχών αιολικής προτεραιότητας, συμβάλλουν στην εξισορρόπηση των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων του οικείου παραγωγικού κλάδου και των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας (σελ. 60 και 61). Και ναι μεν στη μελέτη δεν περιέχεται διακεκριμένη παρουσίαση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των περιοχών αιολικής προτεραιότητας ή των σωρευτικών επιπτώσεων των αιολικών έργων που πρόκειται να εγκατασταθούν στις εν λόγω περιοχές, η έλλειψη, ωστόσο, αυτή δεν αποτελεί πλημμέλεια της στρατηγικής μελέτης, διότι αφενός η αναφορά στα στοιχεία αυτά για κάθε περιοχή ή για ευρύτερες εκτάσεις της ενιαίας περιοχής μελέτης δεν περιλαμβάνεται στο επιβαλλόμενο κατά την κ.υ.α. 107017/2006 ελάχιστο περιεχόμενο της στρατηγικής μελέτης και αφετέρου οι περιοχές αιολικής προτεραιότητας συνιστούν απλώς υποδιάκριση της ηπειρωτικής χώρας, για τις ανάγκες εφαρμογής των κανόνων χωροθετήσεως των αιολικών εγκαταστάσεων, εκ του περιεχομένου δε της μελέτης, στην οποία γίνεται εκτενής περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος μέσω της αναφοράς σε συγκεκριμένους δείκτες περιβαλλοντικής αειφορίας και παρατίθενται γενικές πληροφορίες για τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής μελέτης (σελ. 171 επ.), εκτιμήσεις περί των ενδεχομένων επιπτώσεων της λειτουργίας των εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως της αιολικής ενέργειας στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της ηπειρωτικής, ορεινής και νησιωτικής χώρας (σελ. 245 επ. και 282 επ.) και συγκεκριμένες προτάσεις για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους (σελ. 302 επ.), και συνεπώς, με τα δεδομένα αυτά, πληρούνται από την παραπάνω άποψη οι κατά την εν λόγω κ.υ.α. 107017/2006 απαιτήσεις ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο της στρατηγικής μελέτης. Είναι, επομένως, απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως. Περαιτέρω, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται, ότι η μελέτη είναι ανεπαρκής ως περιοριζόμενη σε απλή αναφορά των προστατευόμενων από το εθνικό και κοινοτικό δίκαιο περιοχών, χωρίς παράλληλη καταγραφή και αξιολόγηση των επιπτώσεων της ανάπτυξης των αιολικών εγκαταστάσεων, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην μελέτη γίνεται αναλυτική περιγραφή των περιοχών ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας (σελ. 175 επ.), από τις διατάξεις δε της προμνησθείσης κ.υ.α. 107017/2006 δεν προκύπτει ότι, πέραν της μνείας των περιβαλλοντικών ευπαθών περιοχών και της συνοπτικής παρουσίασης των περιβαλλοντικής φύσεως προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν οι περιοχές αυτές, απαιτείται και η καταγραφή στη στρατηγική μελέτη και η αξιολόγηση των ειδικότερων επιπτώσεων από την εκτέλεση των επιμέρους έργων που προβλέπεται να αναπτυχθούν στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδίου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι προστατευόμενες αυτές περιοχές περιλαμβάνονται, κατά κανόνα, στις καθορισθείσες με το σχέδιο περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας, και ότι στις εκτιμήσεις της μελέτης για τις επιπτώσεις των αιολικών μονάδων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον περιέχονται εκτενείς και αναλυτικές μεταφορές στις προστατευόμενες αυτές περιοχές, για ορισμένες, μάλιστα, εκ των οποίων, όπως είναι τα δάση, οι δασικές εκτάσεις και οι ορεινές περιοχές, προτείνονται και συγκεκριμένα μέτρα προστασίας. Τέλος, ανεξαρτήτως αν, για την πληρότητα της στρατηγικής μελέτης, απαιτείται η εξέταση των επιπτώσεων των αιολικών εγκαταστάσεων σε σχέση με το χαρακτήρα εκάστης κατηγορίας εθνικού χώρου, στην υποστηρικτική, πάντως, μελέτη γίνεται εκτενής αναφορά στις ιδιομορφίες της ηπειρωτικής και της νησιωτικής χώρας, τούτο δε αποτυπώνεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, και στους κανόνες περί εντάξεως των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο (βλ. σελ. 192 επ. της υποστηρικτικής μελέτης). Η αναφορά δε, κατά τον καθορισμό των κανόνων ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο, στις μεθόδους που εφαρμόζονται στο Βέλγιο αφορούσε αποκλειστικώς και μόνον το ζήτημα αν, για τον προσδιορισμό του τοπίου πρέπει να εφαρμόζεται ένας εκ των προτέρων καθορισμένος μαθηματικός τύπος ή αν το ζήτημα αυτό πρέπει να καταλείπεται στους τοπικούς φορείς αδειοδότησης των αιολικών εγκαταστάσεων, στην αρμοδιότητα των οποίων θα έπρεπε να ανήκει η, κατά περίπτωση, πρόβλεψη συγκεκριμένων όρων και περιορισμών και συνεπώς ο λόγος ακυρώσεως ότι ελήφθησαν υπόψη μέθοδοι, οι οποίες εφαρμόζονται σε χώρα με εντελώς διαφορετική γεωμορφολογία, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος.

18. Επειδή, εξάλλου, προκειμένου να θεσπισθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, εκδόθηκε αρχικά η Οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 «για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας» (L 283), η οποία αποτέλεσε το πρώτο στάδιο για τη μελλοντική υιοθέτηση ενός πλήρους κανονιστικού πλαισίου για την ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σύμφωνα με την οδηγία, υπό την ισχύ της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο ειδικό χωροταξικό σχέδιο, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, που συμβάλλει στην ασφάλεια του εφοδιασμού και την προστασία του περιβάλλοντος και συνιστά κύριο μέσο συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τις απαιτήσεις του Πρωτοκόλλου του Κιότο και τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί σχετικώς στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (άρθρο 1). Προκειμένου, εξάλλου, να εξασφαλισθεί επαρκής διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην εσωτερική αγορά, η οδηγία έθεσε ενδεικτικούς στόχους για κάθε κράτος – μέλος σχετικά με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Βάσει των στόχων αυτών, οι οποίοι πρέπει να συνάδουν με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη – μέλη στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κιότο, το 12% και το 22,1% της ακαθάριστης εθνικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2010 και το 2020, αντίστοιχα, πρέπει να καλύπτεται από ενέργεια, παραγόμενη από ανανεώσιμες πηγές (άρθρο 3). Ειδικώς, για την Ελλάδα, οι στόχοι αυτοί καθορίσθηκαν, αντίστοιχα, στο 20,1% και στο 29% της εγχώριας ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις της ίδιας Οδηγίας προβλέφθηκε, πλην άλλων, ότι τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να απλοποιήσουν τις διοικητικές διαδικασίες αδειοδοτήσεως των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να αξιολογήσουν το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις διαδικασίες χορήγησης αδειών και τις λοιπές διαδικασίες που ισχύουν για τις εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, προς το σκοπό της άρσεως των κανονιστικών και πραγματικών εμποδίων, του εξορθολογισμού και της επιτάχυνσης των διοικητικών μηχανισμών και της διασφάλισης αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων διαδικασιών, στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ιδιαιτερότητες των διαφόρων τεχνολογιών εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (άρθρο 6). Στη συνέχεια, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης εκδόθηκε η Οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 (L 140), με την οποία θεσπίσθηκε πλήρες κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ύστερα και από την προσθήκη, με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας νέου άρθρου 176Α στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρου 194 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με το οποίο εισήχθησαν ειδικές ρυθμίσεις για το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής ενέργειας και προβλέφθηκε, πλην άλλων, ότι στην ενεργειακή πολιτική της Ένωσης ενσωματώνονται οι απαιτήσεις για αυξημένη προστασία του περιβάλλοντος, μεταξύ δε των στόχων της πολιτικής αυτής ορίζεται η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με τις επιμέρους διατάξεις της οδηγίας αυτής καθορίσθηκαν εθνικοί δεσμευτικοί στόχοι για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τόσο στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας όσο και ειδικότερα στις μεταφορές, εισήχθησαν κανόνες για τον υπολογισμό των μεριδίων αυτών, για τις εγγυήσεις προέλευσης, τις διοικητικές διαδικασίες αδειοδότησης των σχετικών έργων και για την πρόσβαση της παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής (βλ. και άρθρο 1). Με την οδηγία αυτή τέθηκε ως στόχος της κοινής ενεργειακής πολιτικής η αύξηση του μεριδίου της παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο 20% της ακαθάριστης τελικής ενεργειακής κατανάλωσης μέχρι το τέλος του 2020, ορίσθηκαν δε αντίστοιχοι εθνικοί στόχοι για κάθε κράτος – μέλος (άρθρο 3 και παράρτημα Ι). Ειδικώς, για την Ελλάδα ο στόχος αυτός καθορίστηκε στο 18% της ακαθάριστης τελικής εγχώριας κατανάλωσης ενέργειας. Με τις διατάξεις της ίδιας Οδηγίας προβλέφθηκε συναφώς ότι τα κράτη - μέλη πρέπει να υιοθετήσουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε το μερίδιο της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές να ισούται ή να υπερβαίνει το μερίδιο που καθορίζεται ενδεικτικώς για κάθε διετία που προηγείται της επίτευξης του τελικού στόχου του 2020, ότι, για την επίτευξη των στόχων αυτών, οι οποίοι είναι δεσμευτικοί και εναρμονίζονται προς το στόχο της κοινής ενεργειακής πολιτικής, κάθε κράτος - μέλος πρέπει παραλλήλως να προωθήσει μέτρα για την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και μέτρα για την εξοικονόμηση ενέργειας, καθώς και ότι, για να επιτύχουν τους στόχους τους, τα κράτη – μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να διατηρούν ή να εισαγάγουν καθεστώτα στήριξης και να προωθούν μέτρα ευρωπαϊκής ή διεθνούς συνεργασίας (άρθρο 3), επιβλήθηκε δε η υποχρέωση των κρατών – μελών να καταρτίζουν εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα οποία καθορίζονται, κατά τομείς (ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές, ψύξη και θέρμανση), οι εθνικοί συνολικοί στόχοι και προσδιορίζονται τα μέτρα που κρίνονται κατάλληλα για την επίτευξή τους (άρθρο 4). Στην Οδηγία περιέχονται και διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι εθνικές διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και αδειοδότησης σταθμών παραγωγής και δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να ευνοούν την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών και να μη θέτουν υπερβολικά  προσκόμματα στην ανάπτυξή τους, επιβάλλεται οι σχετικές διοικητικές διαδικασίες να απλουστευθούν προς την κατεύθυνση αυτή, και οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων να διεκπεραιώνονται με ταχείς διαδικασίες και στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των ίδιων διατάξεων, οι αρμοδιότητες των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών διοικητικών φορέων περί εγκρίσεως, πιστοποιήσεως και χορηγήσεως των αδειών που απαιτούνται για την εγκατάσταση και τη λειτουργία των οικείων έργων πρέπει να ασκούνται συντονισμένα και να καθορίζονται σαφώς, και από την άποψη του χωροταξικού σχεδιασμού, με διαφανή χρονοδιαγράμματα, επιβάλλεται δε να παρέχονται στους ενδιαφερόμενους επαρκείς πληροφορίες και να ορίζονται για την έγκριση, την πιστοποίηση και τη χορήγηση των, κατά τα ανωτέρω, αδειών, κανόνες αντικειμενικοί, διαφανείς και σύμφωνοι προς την αρχή της αναλογικότητας, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις σε βάρος των ενδιαφερομένων (άρθρο 13).

19. Επειδή, η μνημονευθείσα Οδηγία 2001/77/ΕΚ μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3468/2006 (Α´ 129). Σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση, με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε, ειδικότερα, η δημιουργία ενός σύγχρονου και ελκυστικού περιβάλλοντος για την ενίσχυση των επενδύσεων στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με τη συστηματοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων ρυθμίσεων, οι οποίες πέραν του ότι περιέχονταν σε διατάξεις διάφορων διάσπαρτων νομοθετημάτων (ν. 2244/1994, 2941/2001, 2773/1999 και 3175/2003), οι οποίες δεν κάλυπταν, μάλιστα, πλήρως το σύνολο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δεν ανταποκρίνονταν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη στις ιδιαιτερότητες της ανάπτυξης της ηλεκτροπαραγωγής με χρήση ανανεώσιμων πηγών. Με το νόμο αυτό, υπό την ισχύ του οποίου εγκρίθηκε το επίδικο χωροταξικό σχέδιο, τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι, οι οποίοι εναρμονίζονταν πλήρως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 3 της Οδηγίας 2001/77/ΕΚ. Με τις διατάξεις του ίδιου νόμου συστηματοποιήθηκε η διαδικασία αδειοδοτήσεως των έργων εκμεταλλεύσεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στην οποία, αν και διατηρήθηκαν οι προβλεπόμενες κατά το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς τρεις άδειες (παραγωγής, εγκατάστασης και λειτουργίας), ενσωματώθηκαν ρυθμίσεις για την απλοποίηση και την επιτάχυνση της διαδικασίας υλοποίησης των σχετικών επενδύσεων. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δημοσιεύθηκε ο ν. 3851/2010 (Α´ 85), με τον οποίο επήλθαν ευρείας εκτάσεως και μείζονος σημασίας τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του ν. 3468/2006. Με το νεότερο νόμο επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 28/2009/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για τη χώρα. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η υψηλή κατά κεφαλήν ενεργειακή κατανάλωση, σε συνδυασμό με τη μειωμένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό ισοζύγιο και την αποτυχία για εξοικονόμηση ενέργειας και για αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων οδήγησαν σε αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, μεγαλύτερη από εκείνη για την οποία είχε διεθνώς δεσμευθεί η χώρα. Για τους λόγους αυτούς και προς το σκοπό της εκπληρώσεως των σχετικών διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την ανάπτυξη των οποίων, το σημαντικότερο πρόβλημα έγκειτο στην εξαιρετικά χρονοβόρα και πολύπλοκη αδειοδοτική διαδικασία, η οποία, πέραν των άλλων, προσέφερε ευρύ περιθώριο για αυθαιρεσίες. Εντός του πλαισίου αυτού, με το νεότερο αυτό νομοθέτημα επιχειρήθηκε ο εξορθολογισμός και η επιτάχυνση της αδειοδοτικής διαδικασίας, προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη, κατά το δυνατόν, διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας και να περιορισθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Στους ειδικότερους στόχους του νόμου περιελήφθη η επίσπευση της υλοποίησης των αναγκαίων ηλεκτροπαραγωγικών έργων, περιλαμβανομένων και εκείνων, των οποίων είχε ήδη κινηθεί η διαδικασία αδειοδότησης, προκειμένου να αυξηθεί η συνολική κατ’ έτος εγκατεστημένη ισχύς από το επίπεδο των 100-150 MW στα 500-1000 MW, ώστε να επιτευχθεί ο προβλεπόμενος με τις διατάξεις του ίδιου νόμου εθνικός δεσμευτικός στόχος, ο οποίος καθορίσθηκε στη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά 20% μέχρι το έτος 2020 της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, αυξημένη κατά 2% σε σχέση με την προβλεπόμενη από την Οδηγία 28/2009/ΕΚ. Συναφώς καθορίσθηκαν αντίστοιχοι δεσμευτικοί στόχοι για τη συμμετοχή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη εθνική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μέχρι το 2020 πρέπει ανέλθει στο 40%, καθώς για τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή θέρμανσης και ψύξης αφενός και στις μεταφορές αφετέρου, η οποία πρέπει να ανέλθει μέχρι το ίδιο έτος στο 20% και στο 10%, αντιστοίχως, της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης. Με τον πιο πάνω νόμο, συμπληρώθηκαν επίσης, οι διατάξεις του ν. 1650/1986 (Α´ 160), που αφορούν την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και θεσπίσθηκαν ειδικές ρυθμίσεις για τα έργα εγκατάστασης και λειτουργίας μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των συνοδών έργων με σκοπό την επιτάχυνση της σχετικής διαδικασίας για τα έργα αυτά. Με το νεότερο αυτό νόμο συμπληρώθηκαν και οι διατάξεις του προαναφερόμενου ν. 2742/1999 και, μεταξύ άλλων, προστέθηκε στους στόχους του χωροταξικού σχεδιασμού η προστασία του κλίματος και της ατμόσφαιρας και η προώθηση της ενεργειακής αυτοδυναμίας της χώρας με την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και τροποποιήθηκαν ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, με σκοπό την αποσαφήνιση των σχέσεων μεταξύ του ειδικού χωροταξικού σχεδίου και των λοιπών σχεδίων και μέσων χωροταξικού σχεδιασμού, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών και γενικών πολεοδομικών σχεδίων ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στη σκέψη 6.

20. Επειδή, με τις προμνησθείσες διατάξεις του ν. 2742/1999 καθιερώνεται σύστημα ιεράρχησης μεταξύ των διαφόρων επιπέδων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, σύμφωνα με το οποίο το γενικό χωροταξικό πλαίσιο, με το οποίο προσδιορίζονται οι βασικές προτεραιότητες και οι στρατηγικές κατευθύνσεις για την ολοκληρωμένη χωρική ανάπτυξη και την αειφόρο οργάνωση του εθνικού χώρου, αποτελεί τη βάση αναφοράς για το συντονισμό και την εναρμόνιση των επί μέρους αναπτυξιακών πολιτικών και προγραμμάτων, που περιλαμβάνονται στα ειδικά και στα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του νόμου αυτού, τα περιφερειακά χωροταξικά σχέδια, με τα οποία επιδιώκεται, κατ’ εκτίμηση των φυσικών, οικονομικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων της οικείας περιφέρειας, η προώθηση της αειφόρου, ισόρροπης και διαρκούς ανάπτυξής της, πρέπει να εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις όχι μόνο του γενικού, αλλά και των ειδικών χωροταξικών πλαισίων, τις κατευθύνσεις και ρυθμίσεις των οποίων εξειδικεύουν και συμπληρώνουν προς το σκοπό του συντονισμού των επιλογών χωρικής ανάπτυξης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 8, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τα άρθρα 6 και 7 του ίδιου νόμου, και στο πλαίσιο του συστήματος ιεράρχησης των επιπέδων χωροταξικού σχεδιασμού, που εισάγεται με το νόμο αυτό, συνάγεται ότι από εγκεκριμένα περιφερειακά σχέδια δεν απορρέουν δεσμεύσεις ως προς το περιεχόμενο ειδικών χωροταξικών σχεδίων που εγκρίνονται μεταγενεστέρως, σε περίπτωση δε αντίθεσης υπερισχύουν οι κατευθύνσεις και ρυθμίσεις, οι οποίες εισάγονται με το ειδικό σχέδιο, και προς τις οποίες πρέπει να εναρμονιστούν τα περιφερειακά σχέδια, τροποποιούμενα αναλόγως. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2742/1999, ερμηνευόμενης ενόψει της σχέσης μεταξύ ειδικών και περιφερειακών σχεδίων που καθιερώνεται με το νόμο αυτό, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τα μνημονευόμενα στη διάταξη αυτή σχέδια και πράξεις πολεοδομικού σχεδιασμού πρέπει να εναρμονίζονται προς τα περιφερειακά σχέδια, μόνον αν αυτά είναι σύμφωνα με υφιστάμενα ειδικά σχέδια. Τέλος, με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3851/2010, που δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, προστέθηκε στο ως άνω άρθρο 9 του ν. 2742/1999 παράγραφος 3, με την οποία αφενός προβλέπεται ρητώς ότι τα ήδη εγκεκριμένα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού πρέπει να τροποποιούνται ή να αναθεωρούνται, προκειμένου να εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις του γενικού και των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, σε συμφωνία με τη ρύθμιση περί εναρμονίσεως των περιφερειακών προς τα ειδικά χωροταξικά σχέδια που είχε ήδη θεσπισθεί με το ν. 2742/1999 κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, και αφετέρου ορίζεται ότι στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες εγκεκριμένα περιφερειακά χωροταξικά σχέδια ή άλλα σχέδια χωροταξικού και πολεοδομικού χαρακτήρα που μνημονεύονται στην εν λόγω νέα διάταξη δεν εναρμονίζονται προς το ειδικό χωροταξικό σχέδιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η χωροθέτηση των σχετικών εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής χωρεί με άμεση και αποκλειστική εφαρμογή των κατευθύνσεων αυτού του χωροταξικού πλαισίου, και πριν την εναρμόνιση προς αυτό των ανωτέρω σχεδίων. Εκ των ανωτέρω συνάγεται, περαιτέρω, ότι το επίδικο χωροταξικό σχέδιο, καθ’ ο μέρος προβλέπει (άρθρα 21 και 22) την υποχρέωση εναρμονίσεως περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων καθώς και των υποκείμενων μέσων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού προς τις γενικές κατευθύνσεις και τις ειδικότερες προβλέψεις του, αποδίδει ρύθμιση που είχε εισαχθεί ήδη με τα άρθρα 8 παρ. 3 και 9 παρ. 2 και 3 του ν. 2742/1999, ανεξαρτήτως της νεότερης διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 3851/2010, η οποία δεν καταλαμβάνει το προσβαλλόμενο σχέδιο, αφού είναι μεταγενέστερη της εκδόσεώς του και η οποία, άλλωστε, κατά το μέρος που παρέχει τη δυνατότητα χωροθέτησης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με άμεση εφαρμογή του προσβαλλόμενου ειδικού σχεδίου και πριν την εναρμόνιση προς αυτό προϋφιστάμενων χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων, περιέχει ρύθμιση εφαρμοστέα κατά την έκδοση σχετικών ατομικών πράξεων χωροθέτησης και δεν αφορά το περιεχόμενο του ίδιου του προσβαλλόμενου σχεδίου. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι επίδικες ρυθμίσεις έχουν θεσπιστεί κατά παράβαση της κείμενης χωροταξικής νομοθεσίας, διότι τα κατωτέρου επιπέδου χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια πρέπει να εναρμονίζονται αποκλειστικά και μόνο προς τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού, και όχι προς τα ειδικά χωροταξικά, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, η ανωτέρω ρύθμιση του ν. 2742/1999 και, κατ’ ακολουθίαν, οι διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του επίδικου χωροταξικού πλαισίου, με τις οποίες αποδίδεται η ρύθμιση αυτή του νόμου, δεν αντίκεινται στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, με το οποίο δεν προκρίνεται συγκεκριμένο σύστημα εναρμονίσεως των διαφόρων επιπέδων σχεδιασμού, η ειδικότερη κατάστρωση του οποίου καταλείπεται, κατ’ αρχήν, στον κοινό νομοθέτη, οι δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως καθώς και οι λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις περί κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της κεντρικής και της αποκεντρωμένης κρατικής διοίκησης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, αβασίμως προβάλλεται, ότι παρανόμως καθορίσθηκαν ανώτατα ποσοστά καλύψεως εδαφών από εγκαταστάσεις εκμεταλλεύσεως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, διότι, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, το ζήτημα αυτό αποτελεί αποκλειστικό αντικείμενο του περιφερειακού σχεδιασμού, και συνεπώς, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος.

21. Επειδή, περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του εγκριθέντος διά της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδικού χωροταξικού πλαισίου ουδόλως επέρχονται απευθείας τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις των ήδη εγκεκριμένων σχεδίων χρήσεως γης και, ειδικώς, των γενικών πολεοδομικών σχεδίων, σχεδίων οργανωμένης οικιστικής ανάπτυξης ανοικτών πόλεων και ζωνών οικιστικού ελέγχου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες, αλλά, για τις τροποποιήσεις και συμπληρώσεις αυτές απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης κατά το νόμο αντίστοιχης διοικητικής διαδικασίας και η έκδοση σχετικής αποφάσεως του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου. Και ναι μεν, κατά ρητή διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τη διαδικασία αναθεώρησης ή τροποποίησης των, κατά τα ανωτέρω, υποκείμενων μέσων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού δεν επιτρέπεται να εισαχθούν περιοριστικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πέραν εκείνων που προβλέπονται από τις επιμέρους διατάξεις του ειδικού πλαισίου, ο περιορισμός όμως αυτός, όπως και η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις κατευθύνσεις του ειδικού χωροταξικού σχεδίου, απορρέει και από το νόμο κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις. Κατά συνέπεια, απορριπτέοι τυγχάνουν οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως ότι οι επιμέρους ρυθμίσεις του επίδικου χωροταξικού πλαισίου είναι μη νόμιμες, διότι ανατρέπουν ήδη συντελεσθέντα χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό περιφερειακού επιπέδου.

22. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι προ της εκπονήσεως του εγκριθέντος διά της προσβαλλομένης αποφάσεως χωροταξικού πλαισίου, έπρεπε να είχαν εγκριθεί ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού για τις ορεινές, παράκτιες και νησιωτικές περιοχές. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 2742/1999 και της εν γένει χωροταξικής νομοθεσίας, ούτε, συνάγεται από τις συνταγματικές διατάξεις περί χωροταξικού σχεδιασμού, ή από τις διατάξεις των άρθρων 101 παρ. 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, στις οποίες προβλέπεται η λήψη μέτρων ενίσχυσης της περιφερειακής ανάπτυξης και, ιδίως, της ανάπτυξης των ορεινών, νησιωτικών και άλλων μειονεκτικών ή απομονωμένων περιοχών της χώρας, στην προκειμένη δε περίπτωση αφενός οι προβλέψεις του προσβαλλόμενου ειδικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές δεν έρχονται σε αντίθεση προς τις γενικές κατευθύνσεις του εθνικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τη χωρική οργάνωση και ανάπτυξη των ορεινών, παράκτιων και νησιωτικών περιοχών της χώρας (βλ. άρθρο 9 του Ε.Π.Χ.Σ. και Α.Α.), και αφετέρου κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της εκπονήσεως του επίδικου πλαισίου ελήφθησαν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ορεινών και νησιωτικών περιοχών της χώρας (βλ. σελ. 232 επ. της στρατηγικής μελέτης), και στο τελικώς εγκριθέν πλαίσιο ενσωματώθηκαν, όροι και περιορισμοί για την προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος των νησιωτικών περιοχών, ιδίων με την πρόβλεψη ειδικών, για τις περιοχές αυτές, κριτηρίων χωροθετήσεως, όπως και για την προστασία των λοιπών περιοχών που αποτελούν ευαίσθητα οικοσυστήματα, χρήζοντα αυξημένης προστασίας, όπως είναι, ιδίως, οι ακτές και οι ορεινοί όγκοι της ηπειρωτικής χώρας.

23. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει παγίως κριθεί, με τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1, καθιερώνεται υποχρέωση των κρατικών οργάνων να λαμβάνουν στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο με τις ίδιες διατάξεις έχει αναχθεί σε αντικείμενο έντονου κρατικού ενδιαφέροντος. Ειδικώς δε για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, με το άρθρο αυτό και το άρθρο 117 παρ. 3 ο συντακτικός νομοθέτης έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα, εισάγοντας στο κείμενο του Συντάγματος ειδικότερες διατάξεις, με τις οποίες τα δασικά οικοσυστήματα υπάγονται σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, προς το σκοπό της διαφυλάξεως της οικολογικής ισορροπίας και της διατηρήσεως της κατά προορισμό χρήσεώς τους, η οποία καθορίζεται ευθέως εκ του Συντάγματος. Εντός του πλαισίου αυτού, αφενός μεν ανατίθεται στον κοινό νομοθέτη η υποχρέωση να θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, αφετέρου δε επιβάλλεται απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού τους, παρεχομένης, ωστόσο, στο νομοθέτη της δυνατότητας να επιτρέψει κατ’ εξαίρεση και υπό τη συνδρομή επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος επεμβάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν το δασικό τους χαρακτήρα. Και στην περίπτωση, πάντως, αυτή, η μεταβολή ή η αλλοίωση του δασικού χαρακτήρα επιτρέπεται, μόνον εάν η θυσία της δασικής βλάστησης αποτελεί το μοναδικό πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση των εν λόγω αναγκών και εφόσον οι επεμβάσεις περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο (ΣτΕ 2971-2/2010, 2517/2009, 3559/2008, 3588/2007, 2763/2006, 2089/2004, κ.α.). Η τήρηση των συνταγματικών αυτών επιταγών υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή, ο οποίος υποχρεούται, βάσει και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να εξετάζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τόσο τη συνδρομή των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την κατ’ εξαίρεση επέμβαση στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, όσο και την τήρηση του προσήκοντος μέτρου. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων εκδόθηκε ο ν. 998/1979 (Α΄ 289), με τις διατάξεις του οποίου εισήχθησαν ρυθμίσεις προστατευτικές των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του άρθρου 45 του νόμου αυτού, το οποίο εντάσσεται στο έκτο κεφάλαιό του υπό τον τίτλο «Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις» (άρθρα 45 - 61), καθορίζονται οι γενικές ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του επιτρεπτού των επεμβάσεων σε δασικά οικοσυστήματα και με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου αυτού καθορίζονται οι κατηγορίες των κατ΄ αρχήν επιτρεπτών επεμβάσεων σε δάση ή δασικές εκτάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν το δασικό τους χαρακτήρα, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η κατ΄ άρθρο 58 περίπτωση της εκτελέσεως μεγάλων δημοσίων έργων και έργων υποδομής. Ειδικότερα, στην παράγραφο 2 του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά, δηλαδή, τη διαδοχική τροποποίησή της με την παράγραφο 3 του δέκατου τρίτου άρθρου του ν.1822/1988 και τα άρθρα 2 παρ. 3 του ν. 2941/2001 (Α΄ 201), 30 του ν. 3229/2004 (Α΄ 38), 19 παρ. 2 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202) και 24 παρ. Α.1 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129) και προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 29 παρ. 8β του ν. 3734/2009 (Α΄ 8) και με το άρθρο 12 παρ. 10 περ. α΄ ν. 3851/2010 (Α΄ 85/4.6.2010), οριζόταν ότι: «Για την εκτέλεση έργων υποδομής, την εγκατάσταση δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, την κατασκευή υποσταθμών και κάθε, εν γένει, τεχνικού έργου που αφορά την υποδομή και εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε., στα οποία περιλαμβάνονται και τα έργα σύνδεσης με το Σύστημα ή το Δίκτυο, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 2773/1999 και των συνοδών έργων, καθώς και των δικτύων μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις, απαιτείται σχετική έγκριση επέμβασης. Ήδη, με το άρθρο 10 περ. α΄ του ν. 3851/2010 τροποποιήθηκε η διάταξη αυτή και ορίσθηκε ότι η έγκριση επέμβασης στις μνημονευόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις χορηγείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, η οποία εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου που συνοδεύεται από συνοπτική περιγραφή της θέσης του έργου και των κύριων χαρακτηριστικών του. Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του άρθρου 58 του ν. 998/1979, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2941/2001 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 παρ. 3 του ν. 3377/2005, ορίζεται ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου στα έργα υποδομής της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται και οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής και τα συνοδά αυτών έργα. Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει από την έναρξη εφαρμογής του ν. 2244/1994 (ΦΕΚ 168 Α΄)». Συναφώς, με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 2244/1994 (Α΄ 168), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2941/2001, είχε ορισθεί ότι: «Οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επιτρέπεται να εγκαθίστανται και να λειτουργούν: α) . . . . . και β) σε δάση ή δασικές εκτάσεις, εφόσον έχει επιτραπεί σε αυτά η εκτέλεση έργων σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 58 του Ν. 998/1979 ή του άρθρου 13 του Ν. 1734/1987 ανάλογα με την περίπτωση». Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 28 του ν. 3468/2006, αλλά ρύθμιση όμοιου περιεχομένου έχει περιληφθεί στο άρθρο 7 του τελευταίου αυτού νόμου.

24. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του έκτου κεφαλαίου του ν. 998/1979, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά ως εισάγουσες εξαίρεση από τον γενικώς ισχύοντα κανόνα περί προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, καθορίζονται οι κατ’ αρχήν επιτρεπόμενες σε δάση και δασικές εκτάσεις επεμβάσεις που συνεπάγονται τη μεταβολή της κατά προορισμό χρήσεώς τους, καθώς και τα κριτήρια, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται η εκτίμηση των αρμόδιων διοικητικών αρχών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Με τις ίδιες διατάξεις καθιερώνεται η αρχή του όλως εξαιρετικού χαρακτήρα των διενεργούμενων σε δάση και δασικές εκτάσεις επεμβάσεων, κατά την οποία οι κατ’ αρχήν επιτρεπόμενες επεμβάσεις πρέπει να προβλέπονται ειδικώς στο νόμο, να υλοποιούνται μόνο στο μέτρο που δεν μπορούν να διατεθούν άλλες εκτάσεις για την εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, και σε κάθε περίπτωση, να περιορίζονται στην κατά το δυνατό ελάχιστη θυσία δασικής βλάστησης, η συνδρομή δε των προϋποθέσεων αυτών εξετάζεται και κατά το στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για την εκτέλεση έργου σε περιοχή με δασικό χαρακτήρα, υποκείμενη και στον ακυρωτικό έλεγχο. Κατά ρητή, εξάλλου, πρόβλεψη των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, επιτρέπονται επεμβάσεις σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα προκειμένου να εγκατασταθούν μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η λειτουργία των οποίων εξαρτάται κυρίως από το διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό της περιοχής εγκαταστάσεώς τους, που αναγκαίως αποτελεί, ως εκ τούτου, το βασικό κριτήριο για την επιλογή της κατάλληλης θέσης. Προκειμένου, εξ άλλου, να εγκατασταθούν οι μονάδες αυτές και να εκτελεστούν τα απαραίτητα συνοδά έργα σε περιοχές με δασικό χαρακτήρα, με τις διατάξεις αυτές καθιερώθηκε, περαιτέρω, ως ελάχιστη διαδικαστική εγγύηση για τη διαφύλαξη του δασικού οικοσυστήματος, η προηγούμενη έκδοση ειδικώς αιτιολογημένης εγκρίσεως των αρμοδίων προς τούτο οργάνων της διοικήσεως. Κατά την έννοια, εξάλλου, των ίδιων διατάξεων, με τις οποίες, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, προβλέπεται καταρχήν δυνατότητα εγκατάστασης μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές όχι μόνο σε δάση και δασικές εκτάσεις, αλλά και σε εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, όπως κρίθηκε με την απόφαση 2499/2012 της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κατ’ εξαίρεση από τον καθιερωμένο με το Σύνταγμα κανόνα της προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, ο δημόσιος σκοπός που υπηρετείται με τη λειτουργία των μονάδων αυτών πρέπει να ικανοποιείται με τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού πλούτου και με τον περιορισμό στο ελάχιστο αναγκαίο της αλλοίωσης της δασικής μορφής των σχετικών εκτάσεων.

25. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την υποστηρικτική μελέτη του προσβαλλόμενου πλαισίου, προτάθηκε να συμπεριληφθούν στις περιοχές ασυμβατότητας και αποκλεισμού των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας οι πυρήνες των εθνικών δρυμών, τα κηρυγμένα μνημεία της φύσης, τα αισθητικά δάση, οι περιοχές απολύτου προστασίας και προστασίας της φύσης του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ν. 1650/1986, καθώς και οι οικότοποι προτεραιότητας του Εθνικού Καταλόγου του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000, όχι, όμως, και τα δάση, οι δασικές και οι αναδασωτέες εκτάσεις (βλ. σελ. 183 και 184). Κατά τα ήδη εκτεθέντα, στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 του εγκριθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ειδικού χωροταξικού πλαισίου προβλέπονται κοινές για όλες τις κατηγορίες του εθνικού χώρου περιοχές ασυμβατότητας και αποκλεισμού της εγκαταστάσεως αιολικών μονάδων. Στις περιοχές αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι περιοχές προστασίας της φύσης που καθορίζονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 2 και 21 του ν. 1650/1986 (περ. β), οι οριοθετημένοι υγρότοποι διεθνούς σημασίας που προστατεύονται από τη Σύμβαση Ραμσάρ (περ. γ), οι πυρήνες των εθνικών δρυμών και των κηρυγμένων μνημείων της φύσης, τα αισθητικά δάση (περ. δ), οι οικότοποι προτεραιότητας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο Natura 2000 (περ. ε), καθώς και περιοχές ή ζώνες, που υπάγονται σε ειδικό καθεστώς χρήσεων γης (περ. ια´). Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι οι περιορισμοί αυτοί ισχύουν και για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων των αιολικών σταθμών, όπως είναι, ιδίως, τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τα έργα οδοποιίας, ότι παραλλήλως με τα έργα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία και τη διασύνδεση των αιολικών εγκαταστάσεων πρέπει να εκτελούνται και αντιπλημμυρικά έργα και έργα ανάσχεσης της διάβρωσης του εδάφους, καθώς και ότι πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποκατάσταση της αισθητικής του τοπίου. Συναφώς, ορίζεται ότι η φθορά της βλάστησης πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό μέτρο, η δε εκχέρσωσή της να γίνεται σύμφωνα µε τις υποδείξεις των κατά τόπον αρμόδιων δασικών αρχών. Κατά ρητή, εξάλλου, πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, η οποία τίθεται υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1, η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων επιτρέπεται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 45 και 58 του ν. 998/1979 και 13 του ν. 1734/1987, στις περιοχές δε αυτές πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης.

26. Επειδή, από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, καθίσταται σαφές ότι το εγκριθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση χωροταξικό πλαίσιο, καθ’ ο μέρος προβλέπει τη δυνατότητα εγκαταστάσεως μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με χρήση αιολικής ενέργειας εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, παραπέμπει απλώς, ως προς τις επιτρεπόμενες εντός των δασικών οικοσυστημάτων επεμβάσεις, στις ισχύουσες διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, χωρίς να εισάγει, κατά τροποποίηση ή συμπλήρωσή τους, νεότερες ρυθμίσεις επί των ζητημάτων αυτών. Με το χωροταξικό αυτό σχέδιο, εξάλλου, δεν καθιερώνεται απόλυτη δυνατότητα εγκαταστάσεως αιολικών μονάδων εντός δασών και δασικών εκτάσεων, αλλ’ αντιθέτως επιβεβαιώνεται η βασική αρχή του εξαιρετικού χαρακτήρα των σχετικών επεμβάσεων, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που ισχύουν γενικώς για τις κατά νόμον προβλεπόμενες και συνταγματικώς ανεκτές επεμβάσεις σε δασικά ή άλλου είδους ευπαθή οικοσυστήματα. Εντός του πλαισίου αυτού, η ανάπτυξη της σχετικής παραγωγικής δραστηριότητας τίθεται υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις της δασικής νομοθεσίας, και, ιδίως, των άρθρων 45 και 58 παρ. 2 και 3 του ν. 998/1979, οι οποίες, όπως επανειλημμένως έχει κριθεί, δεν αντίκεινται στο καθιερωθέν από τις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις αυξημένο προστατευτικό καθεστώς των δασικών οικοσυστημάτων, παραλλήλως δε λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τις περιοχές προστασίας της φύσης, τους πυρήνες των εθνικών δρυμών, τα κηρυγμένα μνημεία της φύσης, τα αισθητικά δάση και τους οικότοπους προτεραιότητας που έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000. Υπό τα δεδομένα αυτά η επίδικη ρύθμιση δεν αντίκειται στις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις, ευρίσκεται δε, από της απόψεως αυτής, εντός των ορίων της σχετικώς παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται, εξάλλου, στις προμνησθείσες διατάξεις της Συμβάσεως – Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές και του Πρωτοκόλλου του Κιότο, από τις οποίες δεν απορρέει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, απαγόρευση εγκαταστάσεως έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εντός δασικών οικοσυστημάτων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες. Τέλος, οι λόγοι περί αδικαιολογήτου της εισαχθείσας ρυθμίσεως, οι οποίοι προβάλλονται κατ’ επίκληση επιχειρημάτων στηριζόμενων στη στρατηγική μελέτη του επίδικου πλαισίου, είναι επίσης απορριπτέοι, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε ήδη, οι ρυθμίσεις αυτές αποδίδουν ήδη υφιστάμενες και συνταγματικά ανεκτές νομοθετικές ρυθμίσεις.

27. Επειδή, όπως έχει επανειλημμένως κριθεί, κατά την έννοια των άρθρων 24 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, σημαντικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος είναι τα ευπαθή ή ευαίσθητα οικοσυστήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα μικρά νησιά, τα οποία χαρακτηρίζονται από την ενότητα και τη λιτή συμμετρία του τοπίου τους, από το εκτεταμένο ανάπτυγμα ακτών σε σχέση προς την έκτασή τους, και τη στενή αλληλεξάρτηση των ανθρωπογενών συστημάτων (δημογραφικού, πολιτιστικού, κοινωνικοοικονομικού κ.λπ.) και του φυσικού περιβάλλοντος, με συνέπεια να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε εξωγενείς παρεμβάσεις. Ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικής αυτής μέριμνας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 101 παρ. 4 του Συντάγματος που αναφέρεται στις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών. Ουσιώδης όρος για την προστασία των μικρών νησιών, είναι τα ειδικά χωροταξικά σχέδια, τα οποία, δεδομένου ότι τα νησιά είναι δεκτικά μόνον ήπιας ανάπτυξης, πρέπει να προβλέπουν και να διατάσσουν στο χώρο των νησιών μόνο εκείνες τις μορφές ανάπτυξης που είναι συμβατές με την αρχή της διατήρησης αμείωτου του πολιτιστικού και φυσικού κεφαλαίου τους. Κύριος, εξάλλου, παράγων για τον καθορισμό των ορίων της φέρουσας ικανότητας των μικρών νησιών είναι το ενεργειακό τους σύστημα, από το οποίο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό η βιώσιμη ανάπτυξή τους. Στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται η εφαρμογή μεθόδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας φιλικών προς το περιβάλλον, όπως είναι, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για την ανάπτυξη των οποίων τα μικρά νησιά αποτελούν το κατεξοχήν προσφερόμενο πεδίο εφαρμογής τους, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα του νησιωτικού χώρου (πρβλ. ΣτΕ 3628, 3752/2009, 3606/2007, 2425/2000). Περαιτέρω, εντός του ως άνω πλαισίου, δικαιολογημένη παρίσταται κατ’ αρχήν η εισαγωγή διαφορετικών ρυθμίσεων για τα νησιά εν σχέσει προς τις λοιπές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, οι οποίες, εφόσον δεν υπάγονται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, επιτρεπτώς, κατ’ αρχήν, υφίστανται εντονότερη παραγωγική και εν γένει αναπτυξιακή δραστηριότητα από εκείνη στην οποία υπόκειται ο νησιωτικός χώρος.

28. Επειδή, όπως έχει ήδη εκτεθεί, με το επίδικο σχέδιο εισάγονται ειδικοί κανόνες χωροθέτησης για τα κατοικημένα νησιά, με τους οποίους επιχειρείται η ενσωμάτωση των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας που απορρέουν από το χαρακτήρα τους ως ιδιαίτερων και, κατά κανόνα, ευπαθών οικοσυστημάτων. Οι εισαχθείσες ρυθμίσεις ανταποκρίνονται, περαιτέρω, στις τεχνικής φύσεως ιδιαιτερότητες των νησιών, τα οποία, πλην της Εύβοιας, παραμένουν μη διασυνδεδεμένα με το σύστημα μεταφοράς και το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ηπειρωτικής χώρας (βλ. σελ. 178 της υποστηρικτικής μελέτης). Η αντιμετώπιση, εξάλλου, των κατοικημένων νησιών ως ιδιαίτερης κατηγορίας χώρου δικαιολογείται, κατά την εκτίμηση της διοικήσεως και λόγω των ιδιαίτερων χωροταξικών και περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών τους, τα σημαντικότερα εκ των οποίων συνίστανται στο υψηλό αιολικό τους δυναμικό στο σύνολο της επιφάνειάς τους, στην περιορισμένη έκτασή τους, τον έντονο τουριστικό τους προσανατολισμό και τα αξιόλογα φυσικά και πολιτιστικά τους στοιχεία (βλ. σελ. 168 επ. της υποστηρικτικής μελέτης και 57 – 58 της στρατηγικής μελέτης). Εξαιρέσει των διατάξεων περί καθορισμού των περιοχών αποκλεισμού και των ζωνών ασυμβατότητας και των ρυθμίσεων περί τηρήσεως ελάχιστων αποστάσεων, οι οποίες είναι κοινές για όλες τις κατηγορίες του εθνικού χώρου, τόσο το μέγιστο ποσοστό κάλυψης ανά οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και η φέρουσα ικανότητά τους, όσο και οι κανόνες ένταξης των σχετικών εγκαταστάσεων στο τοπίο διαφοροποιούνται ουσιωδώς από εκείνους που ισχύουν για την ηπειρωτική χώρα. Συγκεκριμένα, το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό εδαφοκάλυψης σε επίπεδο πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, το οποίο ορίζεται σε 4%, ποσοστό που επιτρέπει την εγκατάσταση 0,53 τυπικών ανεμογεννητριών κατ’ ανώτατο όριο σε κάθε χίλια στρέμματα εδάφους, είναι το ήμισυ του καθορισθέντος για τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας και κατώτερο από εκείνο που έχει ορισθεί για τις λοιπές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, των οποίων μεμονωμένες μόνον θέσεις ενδέχεται να είναι ενεργειακά αποδοτικές (περιοχές αιολικής καταλληλότητας). Η φέρουσα, εξάλλου, ικανότητα των νησιών, η οποία προσδιορίζεται χωριστά για κάθε ένα από αυτά, συναρτάται ευθέως προς το επίπεδο αιχμής της ενεργειακής ζήτησης σε μέσο – μακροπρόθεσμο ορίζοντα (δεκαετία), προβλεπομένου, ειδικότερα, ότι η συνολική ισχύς των εγκατεστημένων σε κάθε νησί αιολικών σταθμών δεν μπορεί κατ’ αρχήν να υπερβαίνει το διπλάσιο της, κατά τα ανωτέρω, ζήτησης, η οποία αποτελεί κριτήριο συνδεόμενο με τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες των νησιών. Ως εκ τούτου ο καθορισμός της φέρουσας ικανότητας των νησιών διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη μέθοδο προσδιορισμού της αντίστοιχης ικανότητας των περιοχών αιολικής προτεραιότητας, ο οποίος συνίσταται, ειδικότερα, στην εξεύρεση κατ’ εφαρμογήν μαθηματικών τύπων του μέγιστου αριθμού ανεμογεννητριών που μπορούν να εγκατασταθούν στην εδαφική περιφέρεια κάθε περιοχής. Αυστηρότεροι είναι, εξάλλου, και οι κανόνες ένταξης των οικείων εγκαταστάσεων στο τοπίο (μέγιστη πυκνότητα εγκατάστασης ανεμογεννητριών, αποστάσεις από σημεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και κανόνες πυκνότητας και οπτικής κάλυψης), οι οποίοι, κατά ρητή πρόβλεψη του σχεδίου, διαμορφώθηκαν μετά από συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων του νησιωτικού χώρου (βλ. σελ. 199 της υποστηρικτικής μελέτης). Υπό τα δεδομένα αυτά και ενόψει όσων έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, ο καθορισμός ειδικών κανόνων χωροθέτησης για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών στα κατοικημένα νησιά, αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου και της γενικότερης μέριμνας του συντακτικού νομοθέτη για τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και την προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς τους περιβάλλοντος. Απορριπτέοι τυγχάνουν ως εκ τούτου, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμού των αιτούντων, με τους οποίους προβάλλεται ότι ο κανονιστικός νομοθέτης, κατά παράβαση της αρχής της αιεφορίας, δεν καθόρισε τα ανώτατα όρια ισχύος των εγκαθισταμένων, ανά νησί, αιολικών σταθμών βάσει της φέρουσας ικανότητάς τους, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνον βάσει των ενεργειακών αναγκών εκάστου εξ αυτών. Αβασίμως, εξάλλου, προβάλλεται ότι αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης των νησιωτικών περιοχών, το γεγονός ότι ο κανονιστικός νομοθέτης εξέλαβε, ως ενιαία ρυθμιστική ενότητα, την Κρήτη και το σύνολο των νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους. Και τούτο, διότι ο καθορισμός ενιαίων κριτηρίων για το σύνολο του νησιωτικού χώρου, πέραν του ότι υπαγορεύεται από λόγους συναπτόμενους προς την αδυναμία διασύνδεσης των ελληνικών νησιών με το σύστημα μεταφοράς και το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ηπειρωτικής χώρας, λόγους, δηλαδή, τεχνικής μεν φύσεως, ουσιώδους, όμως, σημασίας για την ανάπτυξη των τοπικών ενεργειακών συστημάτων των νησιών, ουδόλως σημαίνει παραγνώριση του μεγέθους και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών εκάστου εξ αυτών και, ιδίως, των ιδιαιτεροτήτων του νησιωτικού συμπλέγματος των Κυκλάδων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες. Η έννοια, εξάλλου, των μη διασυνδεδεμένων νησιών, η οποία διατρέχει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το σύνολο του δικαίου της ενέργειας και αποτελεί τη βάση για την εισαγωγή ουσιωδώς διαφοροποιημένων νομοθετικών ρυθμίσεων, δικαιολογεί, εν προκειμένω, την ενιαία αντιμετώπιση της κατηγορίας αυτής του εθνικού χώρου. Εφόσον, εξάλλου, η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση επιφύλαξε, ως είχε κατ’ αρχήν υποχρέωση, διαφοροποιημένη προστασία στα νησιά, μόνο το γεγονός ότι ενέταξε στο ειδικό αυτό καθεστώς αυξημένης περιβαλλοντικής προστασίας τόσο την Κρήτη, όσο και τα μεγάλα νησιά της Δωδεκανήσου, του Βορείου Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους, τα οποία, λόγω του μεγέθους τους και των πληθυσμιακών χαρακτηριστικών τους, θα μπορούσαν να υπαχθούν στο καθεστώς που ισχύει για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην ηπειρωτική χώρα (σελ. 222 – 223 της στρατηγικής μελέτης), δεν συνιστά πλημμέλεια του επίδικου σχεδίου. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, επαρκής προστασία των μικρών νησιών, τα οποία αποτελούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ευπαθή οικοσυστήματα, επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση των επιμέρους κριτηρίων χωροθέτησης, τα οποία είναι διαμορφωμένα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγούν σε διαφοροποιημένη μεταχείριση των μικρών νησιών και των νησιών που διαθέτουν αξιόλογα από περιβαλλοντικής και πολιτιστικής απόψεως στοιχεία. Προς την ίδια κατεύθυνση στοχεύουν και οι ρυθμίσεις περί καθορισμού της φέρουσας ικανότητας των νησιών, η οποία δεν εξευρίσκεται ενιαίως για το σύνολο του νησιωτικού χώρου, αλλά διακεκριμένως για κάθε ένα εξ αυτών κατ’ εκτίμηση των ιδιαίτερων ενεργειακών του αναγκών, οι οποίες αντανακλούν, κατά κανόνα, και τα όρια της φέρουσας ικανότητάς του. Πέραν τούτων, και η διαμόρφωση των κανόνων εντάξεως των ανεμογεννητριών στο τοπίο, όπως, επίσης, και οι ρυθμίσεις περί ελαχίστων αποστάσεων, επιτρέπουν την προηγούμενη εκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής και τον περιορισμό της αλλοιώσεως της αισθητικής του τοπίου. Η λήψη δε πρόσθετων μέτρων για την αρμονική ένταξη των ανεμογεννητριών και των λοιπών απαραίτητων για τη λειτουργία τους εγκαταστάσεων στο κυκλαδίτικο τοπίο και στο ιδιαίτερο ανθρωπογενές και οικιστικό περιβάλλον των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, κατά την οποία εξειδικεύονται τα γενικά κριτήρια χωροθέτησης που καθορίζονται με το ειδικό χωροταξικό σχέδιο. Ούτε ο προκριθείς τρόπος καθορισμού του μέγιστου επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης εδαφών, ο οποίος συναρτάται αποκλειστικώς και μόνον προς την έκταση εκάστου πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, αντίκειται στις απορρέουσες από την αρχή της βιωσιμότητας απαιτήσεις, όπως αβασίμως προβάλλουν οι αιτούντες, διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο σχετικός συντελεστής είναι μειωμένος κατά το ήμισυ εν σχέσει με εκείνον που αφορά τις περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, για τον καθορισμό της μέγιστης επιτρεπόμενης εδαφοκάλυψης αφαιρούνται, κατά τα ήδη εκτεθέντα (βλ. κεφ. περί στρατηγικής μελέτης), οι περιοχές αποκλεισμού και οι ζώνες ασυμβατότητας κάθε νησιού, γεγονός που οδηγεί σε διαφοροποιημένη προστασία των νησιών που διαθέτουν σημαντικό φυσικό και πολιτιστικό πλούτο. Δικαιολογημένη, εξάλλου, παρίσταται και η διαφοροποίηση των κριτηρίων εγκαταστάσεως αιολικών σταθμών στις ακατοίκητες νησίδες, οι οποίες, λόγω του μεγέθους τους, του αιολικού τους δυναμικού και των δυσχερειών μεταφοράς της παραγόμενης ενέργειας, χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης (βλ. σελ. 181 της υποστηρικτικής μελέτης και 58 της στρατηγικής μελέτης) και οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των αιτούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η ρύθμιση του σχεδίου περί  δυνατότητας εγκαταστάσεως αιολικών σταθμών σε όλες τις ακτές, πλην εκείνων που έχουν περιληφθεί σε πρόγραμμα παρακολούθησης ποιότητας θαλάσσιων υδάτων κολύμβησης και χρήζουν, κατά τεκμήριο, αυξημένης προστασίας για λόγους διαφυλάξεως της δημόσιας υγείας δεν αντίκειται καταρχήν στις προστατευτικές διατάξεις των ακτών. Οίκοθεν νοείται ότι η εγκατάσταση αιολικού σταθμού στην περίπτωση αυτή πρέπει να επιχειρείται μόνον εφόσον, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη εκτίμηση της διοικήσεως, η μεν ικανοποίηση των συγκεκριμένων αναγκών υπερτερεί της ανάγκης διαφυλάξεως του παράκτιου οικοσυστήματος, δεν υφίσταται δε άλλος πρόσφορος τρόπος ικανοποιήσεως των σχετικών αναγκών, ενώ, εφόσον, τελικώς, κριθεί ότι συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η επέμβαση πρέπει να επιχειρείται με τη μικρότερη δυνατή βλάβη της ακτής και των θαλασσίων υδάτων. Ενόψει αυτών οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

29. Επειδή, προβάλλεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 περ. α´ του εγκριθέντος χωροταξικού πλαισίου, με τις οποίες καθορίζονται περιοχές αιολικής προτεραιότητας, χωροθετείται μεγάλος αριθμός ανεμογεννητριών σε συγκεκριμένες περιοχές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη εκδοχή, διότι ο καθορισμός συγκεκριμένων περιοχών της χώρας, οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα Ι και σε σχετικό διάγραμμα, ως περιοχών αιολικής προτεραιότητας, δεν συνιστά χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων συγκεκριμένης ισχύος σε εκ των προτέρων μάλιστα, καθορισμένες θέσεις, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες, αλλ’ επιτρέπει απλώς την κατά προτεραιότητα χωροθέτηση των σχετικών έργων εντός των περιοχών αυτών, οι οποίες κατά τη δικαστικώς ανέλεγκτη τεχνική κρίση της Διοικήσεως, διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα, από απόψεως ενεργειακού δυναμικού, για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών και είναι κατάλληλες, από χωροταξικής απόψεως, για την επίτευξη των σχετικών στόχων του σχεδιασμού, ο δε αναφερόμενος στο παράρτημα ΙΙΙ αριθμός ανεμογεννητριών ανά περιοχή αιολικής προτεραιότητας που συνιστά τη φέρουσα ικανότητά της αποτελεί το ανώτατο όριο επιτρεπόμενων τυπικών ανεμογεννητριών, η εγκατάσταση των οποίων εξαρτάται από τη συνδρομή των κατά την περιβαλλοντική νομοθεσία και τις λοιπές σχετικές διατάξεις απαιτούμενων προϋποθέσεων, διαπιστούμενη κατά την οικεία διοικητική διαδικασία.

30. Επειδή, περαιτέρω, με τις ρυθμίσεις περί μεγίστων επιτρεπομένων πυκνοτήτων επιχειρείται ο καθορισμός, ανά πρωτοβάθμιο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ανώτατου ορίου εδαφοκάλυψης, οριζόμενου σε ποσοστό της έκτασης του Δήμου, η υπέρβαση του οποίου καθιστά απαγορευμένη την εγκατάσταση νέων ή την επέκταση των ήδη υφισταμένων αιολικών μονάδων. Ειδικότερα, κατά την έννοια του επίδικου χωροταξικού σχεδίου, με τον καθορισμό του ορίου αυτού, που αποτελεί περιορισμό, πρόσθετο προς τον αναφερόμενο στη φέρουσα ικανότητα των περιοχών εγκαταστάσεως αιολικών μονάδων, δεν καθίσταται επιτρεπτή η εξάντληση του προβλεπόμενου ποσοστού σε κάθε περίπτωση, και μάλιστα, ο καθορισμός νομίμως θεσμοθετημένων χρήσεων γης και τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της προεπιλεγείσας περιοχής ενδέχεται να καθιστούν, παρά την ύπαρξη «αδιάθετου» ποσοστού καλύψεως, αδύνατη την εγκατάσταση νέων ανεμογεννητριών (βλ. και σελ. 191-192 της υποστηρικτικής μελέτης). Υπό την έννοια αυτή η συνάρτηση του ποσοστού καλύψεως εδαφών από αιολικές εγκαταστάσεις προς την έκταση του οικείου πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης δεν προσκρούει, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι αιτούντες, σε κανόνες του χωροταξικού σχεδιασμού, των οποίων η τήρηση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, δηλαδή σε κανόνες που απορρέουν από το νόμο ή το Σύνταγμα. Η δυνατότητα, εξάλλου, επαύξησης του αριθμού ανεμογεννητριών που επιτρέπεται να εγκατασταθεί στην περιφέρεια ενός πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, βάσει του κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενου ορίου κάλυψης εδαφών, με μεταφορά αντίστοιχου αριθμού ανεμογεννητριών σε άλλο δήμο, αφορώσα αποκλειστικώς την περίπτωση υλοποιήσεως επενδυτικών σχεδίων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μεγάλης κλίμακας (άρθρο 19 του ν. 3468/2006), που εκτείνονται στην εδαφική περιφέρεια περισσότερων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, και έχουσα εφαρμογή μόνο μεταξύ των οργανισμών αυτών, δεν αντίκειται στις αρχές περί ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού, καθόσον, λόγω του περιορισμένου εύρους της και των αυστηρών προϋποθέσεων υπό τις οποίες τίθεται, δεν δύναται να ανατρέψει τις βασικές επιλογές και κατευθύνσεις του επίδικου σχεδίου, δεδομένου, μάλιστα, ότι η δυνατότητα αυτή προβλέπεται μόνο για τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας, και ότι σε κάθε περίπτωση έχουν εφαρμογή οι απαγορεύσεις, οι οποίες προβλέπονται για τις περιοχές αποκλεισμού και τις ελάχιστες αποστάσεις από τις ζώνες ασυμβατότητας, και οι οποίες δεν αποτελούν απλές κατευθυντήριες οδηγίες, αλλά δεσμευτικού χαρακτήρα κανόνες δικαίου. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως.

31. Επειδή, οι λόγοι που αναφέρονται σε πλημμέλειες του επίδικου πλαισίου ως προς τη φέρουσα ικανότητα των ορεινών περιοχών του ηπειρωτικού χώρου προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον από τις αιτούσες που δραστηριοποιούνται για την προστασία του νησιωτικού χώρου.

32. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

 

ΣτΕ 4413/2012

 [Παράνομη ΑΕΠΟ για ΘΗΣ σε περιοχή Natura]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής: Μ. Γκορτζολίδου

Δικηγόροι: Γ. Χριστοφορίδης, Π. Μηλιαράκης

 

 

Η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, πριν από την έκδοση της ΑΕΠΟ, του επίδικου θερμοηλεκτρικού σταθμού, δεν περιέχει ανάλυση και εκτίμηση των ενδε­χομένων συνεπειών στα προστατευόμενα είδη πτηνών, από την κατασκευή και λειτουργία των επίμαχων έργων, και, συγκεκρι­μένα, τόσο των παράκτιων εγκαταστάσεων, οι οποίες βρίσκονται εντός της χωροθετημένης Ζώνης Ειδικής Προστασίας, όσο και των κύριων εγκατα­στάσεων του σταθμού που γειτνιάζουν με τη ζώνη αυτή.

Από τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων η σχετική ΜΠΕ, δεν προκύπτει ότι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων για το επίμαχο έργο -ένα τμήμα του οποίου βρίσκεται εντός Ζώνης Ειδικής Προστασίας και το υπόλοιπο εξαιρέθηκε από την οριοθέτηση της ζώνης, παρά την αντίθετη πρόταση της σχετικής έκθεσης αξιολόγησης που συνέταξε το Ε.Κ.Β.Υ., αλλά εμπίπτει πάντως στην ευρύτερη περιοχή- εχώρησε ύστερα από διαπίστωση ότι το έργο δεν θα προκαλέσει επιβλαβείς επιπτώσεις στη ζώνη προστασίας ενόψει των ειδικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και στοιχείων της ή ύστερα από τεκμηριωμένη κρίση ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι σοβαρού δημόσιου συμφέροντος για την κατασκευή του και ότι δεν υφίστανται εναλ­λακτικές λύσεις για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών, με παράλληλη πρόβλεψη συγκεκριμένων αντισταθμιστικών μέτρων ώστε να εξασφαλιστεί η συνολική συνοχή του οικοσυστήματος, της ζώνης προστασίας. Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκύπτει η  συνδρομή των απαιτουμένων προϋποθέσεων για την εκτέλεση έργου σε πε­ριοχή ενταγμένη στο δίκτυο οικοτόπων Natura 2000.

 

 

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθ. 162761/1.12.2010 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής, Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων & Αλιείας, Εθνικής Αμύνης και Πολιτισμού & Τουρισμού με θέμα «Έγκριση περιβαλλοντικών όρων εγκατάστασης και λειτουργίας του νέου Θερμοηλε­κτρικού Σταθμού (ΘΗΣ) Νότιας Ρόδου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλε­κτρισμού Α.Ε., συνολικής ισχύος 120 ΜW, στη θέση Πίσω Κάμπος - Πλά­κα Στενή του Δήμου Νότιας Ρόδου του Νομού Δωδεκανήσου», και β) της υπ’ αριθ. 6/2011 αδείας οικοδομής της Διευθύνσεως Πολεοδομίας και Πε­ριβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δωδεκανήσου για «προσω­ρινή εργοταξιακή αποθήκη υλικού και μηχανημάτων στο χώρο ανέγερσης του νέου ΘΗΣ Ρόδου», οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας Δ.Ε.Η. Α.Ε.

3. Επειδή, συμπροσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πρέπει να θεωρηθούν η 171102/8.11.2011 απόφαση του Υπουργού Π.Ε.Κ.Α., η οποία, εκδόθηκε μετά την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως και με την οποία τροποποιήθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 162761/1.12.2010 κοινή υπουργική απόφαση, καθώς και η υπ' αριθ. 25/2. 2.2012 άδεια οικοδομής της Διευθύνσεως Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Ρόδου, με την οποία επετράπησαν ορισμένες εκσκαφές και η δια­μόρφωση χώρου του επίδικου Θερμοηλεκτρικού Σταθμού Νότιας Ρόδου.

4. Επειδή, αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής της αιτήσεως, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, και ης συμπροσβαλλόμενης, τροποποιητικής της πράξεως αυτής της αποφάσεως, είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ καθ’ ο μέρος ζητείται η κύρωση των ανωτέρω οικοδομικών αδειών αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. θ' του ν. 702/1977 (Α' 268), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 ά. 1 ν. 2944/2001 (Α' 222). Λόγω όμως της συνάφειας της πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων με τις οικοδομικές αυτές άδειες, η κρινόμενη αίτηση πρέπει, για λόγους οι­κονομίας της δίκης, να κρατηθεί και να δικασθεί στο σύνολό της από το
Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 εδ. δ΄ του ν. 1968/1991 (Α' 150) [βλ. ΣτΕ  2464/2009, πρβλ. ΣτΕ 3961/2008]

5. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ν.
3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμέ­νης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α' 87), με την οποία συμπληρώθηκε η διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, στις αρμοδιότητες των Δήμων περιλαμβάνεται η έκδοση οικοδομικών αδειών. Επομένως, ο Δήμος Ρόδου, ενπροκειμένω, ως προς την εκδοθείσα από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δωδεκανήσου, προσβαλλομένη υπ' αριθ. 6/2011 άδεια οικοδομής, συνεχίζει αυτοδικαίως τη δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ­θρου 283 παρ. 2 εδ. τρίτο του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 αρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α' 85), που ορίζει ότι «Οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, εκτός από αυτές που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις των πολεοδομικών γραφείων που συνεχί­ζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τα θέματα αυτά, συνεχίζονται, αυ­τοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χω­ρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την καθεμία από αυτές». Κατ' ακολουθίαν, ο ανωτέρω Δήμος είναι διάδικος στην παρούσα δίκη τόσο ως προς την προαναφερόμενη οικοδομική άδεια, όσο και ως προς την συμπροσβαλλόμενη νεότερη υπ' αριθμ. 25/2.2.2012 που εκδό­θηκε από την πολεοδομική υπηρεσία του ιδίου, η δε παρέμβασή του, κατά το μέρος που αναφέρεται στις άδειες αυτές, λογίζεται ως υπόμνημα.

6. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκείται με έννομο συμ­φέρον και εν γένει παραδεκτώς, με την επωνυμία «Πρωτοβουλία Πολιτών για την Προστασία του Περιβάλλοντος και την Ανάπτυξη της Νότιας Ρό­δου», στους σκοπούς του οποίου περιλαμβάνονται, σύμφωνα με το άρ­θρο 3 του από 20.2.1999 καταστατικού του: «α) ... β) Η συμβολή στην προώθηση λύσεων των περιβαλλοντολογικών προβλημάτων που ανα­φύονται στον χώρο της Κατταβιάς και γενικότερα της Νότιας Ρόδου και που σχετίζονται με την ... προστασία του περιβάλλοντος στην περιοχή, γ) Η συμβολή στην εκτέλεση ... διαφόρων έργων στον ευρύτερο χώρο της Κατταβιάς, με την εποπτεία, καθοδήγηση και συνεργασία των αρμοδίων φορέων και υπηρεσιών, στα πλαίσια της νομιμότητας για την προστασία του περιβάλλοντος, δ) Η συμβολή στη διάσωση, προστασία ... του περι­βάλλοντος, ε) ..., στ) ... και η ανάληψη πρωτοβουλιών ώστε να τυγχάνουν της προστασίας του Νόμου περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, ζ) ...».

7. Επειδή, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Δημόσια Επιχεί­ρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.», παρεμβαίνει υπέρ του κύρους των ως άνω προ­σβαλλόμενων πράξεων, με το υπ' αριθ. 387/11.5.2012 δικόγραφο παρεμ­βάσεως. Η παρέμβαση, όμως, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδε­κτη, διότι επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος εκπροθέ­σμως, στις 25.5.12, ήτοι προ τεσσάρων, αντί τουλάχιστον προ έξι πλήρων ημερών (άρθρο 49 παρ. 2 π.δ. 18/1989 Α' 8), από την συζήτηση της υπο­θέσεως στο ακροατήριο στις 30.5.12, ο δε πληρεξούσιος του αιτούντος αντέλεξε τόσο προφορικώς στο ακροατήριο, όσο και με το από 11.6.2012 υπόμνημα του ενώπιον του Δικαστηρίου.

8. Επειδή, ο Δήμος Ρόδου, ασκεί την 383/11.5.2012 παρέμβαση επί της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως, έχει δε προσκομισθεί η  υπ' αριθ. 129/2012 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εν λόγω Δήμου, περί παροχής πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα την παρέμβαση δικη­γόρο. Η παρέμβαση, όμως, αυτή, η οποία κατά το μέρος που αφορά τις προσβαλλόμενες οικοδομικές άδειες λογίζεται ως υπόμνημα κατά τα εκτε­θέντα στη σκέψη 5, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων διότι επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αι­τούντος εκπροθέσμως, στις 25.5.12 ήτοι προ τεσσάρων, αντί τουλάχιστον προ έξι πλήρων ημερών (άρθρο 49 παρ. 2 π.δ. 18/1989 Α' 8), από την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο στις 30.5.12, ο δε πληρεξούσιος του αιτούντος αντέλεξε τόσο προφορικώς στο ακροατήριο, όσο και με το από 11.6.2012 υπόμνημα του ενώπιον του Δικαστηρίου.

9. Επειδή, η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου ασκεί, με το  υπ' αριθ. 399/15.5.2012 δικόγραφο, παρέμβαση υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων
πράξεων, έχει δε προσκομισθεί   η υπ' αριθ. 4255/28.5.122012 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής της εν λόγω Περιφέρειας, περί παροχής πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα την παρέμβαση δικηγόρο. Η παρέμβα­ση, όμως, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι επιδόθηκε
στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος εκπροθέσμως, στις 25.5.12, ήτοι προ τεσσάρων, αντί τουλάχιστον προ έξι πλήρων ημερών (άρθρο 49 παρ. 2  π.δ.  18/1989  Α'  8),  από  την  συζήτηση   της  υποθέσεως  στο ακροατήριο στις 30.5.12, ο δε πληρεξούσιος του αιτούντος αντέλεξε τόσο προφορικώς στο ακροατήριο, όσο και με το από 11.6.2012 υπόμνημά του, ενώπιον του Δικαστηρίου.

10. Επειδή, στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η προστασία του φυσικού  και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υπο­χρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για την διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. ...». Διατάξεις για την προ­στασία του περιβάλλοντος και για την αρχή της αειφόρου αναπτύξεως πε­ριέχουν, εξάλλου, τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τρο­ποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, όσο και η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως μετονομάστηκε σε Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τροποποιήθηκε επίσης με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας που κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (Α' 129) και τέθηκε σε ισχύ από 1.12.2009, καθώς και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δι­καιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ και έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες μετά την κατά τα ανω­τέρω θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα, η μεν Συν­θήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει μεταξύ των στόχων της Ενώσεως την επίτευξη ισόρροπης και αειφόρου αναπτύξεως (ένατη παράγραφος του προοιμίου και άρθρο 3 με τη νέα αρίθμηση), η δε Συνθήκη για τη Λει­τουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλο­ντικής προστασίας πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και την εφαρ­μογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης,  ιδίως προκειμένου  να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη και περαιτέρω προβλέπει ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως (άρθρα 11  και 191  παρ. 2 κατά την 2α αρίθμηση). Αντίστοιχη πρόβλεψη περιέχεται στο άρθρο 37 του Χάρτη Θε­μελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης, το υψηλό επίπεδο προστασίας του Περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του. Εξάλλου, ενόψει της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής, εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 (160 Α'), με τον οποίο θεσπίζονται κανόνες, αναφερόμενοι, πλην άλλων, στις προϋποθέσεις και στην διαδικασία για την έγκριση της εγκαταστάσεως δραστηριοτήτων ή εκτελέσεως έργων, από τα οποία απει­λούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Οι σχετικές διατάξεις του παραπάνω νόμου αντικαταστάθηκαν με το ν. 3010/2002 (91 Α') προκειμέ­νου να εναρμονισθούν με τις οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ. Με βάση εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 21 του ν. 1650/1986, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 84/360/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ε.Κ., εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση 69269/ 5387/24.10.1990 (678 Β'), με την οποία καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα απαιτούμενα στοιχεία και προδιαγραφές του περιεχομένου των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθώς και η διαδικασία εγκρίσεως περι­βαλλοντικών όρων και, ακολούθως, κατ’ εξουσιοδότηση των ίδιων άρθρων του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3010/2002, εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση 15393/2332/5.8.2002 (1022 Β'), που ρυθμίζει τα αντίστοιχα θέματα. Στα άρθρα 3, 4 και 5 της τε­λευταίας αυτής αποφάσεως, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδό­σεως των προσβαλλόμενων πράξεων, πριν δηλαδή από την κατάργηση της με το ά. 6 της υ.α. 1958/13.1.2012 (Β' 21), απαριθμούνται τα έργα και οι δραστηριότητες των κατηγοριών Α' και Β' του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 κατατασσόμενα σε δέκα ομάδες κοινές για τις δύο κατηγορίες, μετα­ξύ δε των ανηκουσών στην 9η ομάδα και υπ' α/α 273 περιλαμβάνονται οι «εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Α. ... Β. Με υγρά και αέρια καύσιμα» εγκατεστημένης ισχύος ³ 50 ΜW που κατατάσσονται κα­τηγορία 1η, υποκατηγορία 1η, μεταξύ δε των ανηκουσών στη 10η ομάδα και υπ' α/α 13 περιλαμβάνονται οι «γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις συνοδευτικές αυτών εγκαταστάσεις (υποσταθμοί)» τάσεως 150 κν, όπως εν προκειμένω, οι οποίες επίσης κατατάσσονται στην κατηγορία 1η, υποκατηγορία 1η.

11. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, προκειμέ­νου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσι­κών πόρων προς χάρη και των επομένων γενεών. Όπως προκύπτει, μάλι­στα, από την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, ο συντακτικός νομο­θέτης δεν αρκέσθηκε στην πρόβλεψη δυνατότητας να θεσπίζονται μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά επέβαλε στο όργανα του Κρά­τους που έχουν σχετική αρμοδιότητα να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού και, ειδικότερα, να λαμ­βάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατα­σταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονο­μική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη, εξάλλου, των μέτρων αυτών τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ερμηνευομένης ενόψει και των άρθρων 106 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμ­φέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομι­κής αναπτύξεως, της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενισχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως και της εξασφαλίσεως εργασίας στους πο­λίτες,   δηλαδή   σκοπούς   για   τους   οποίους   λαμβάνεται   πρόνοια   στο Σύνταγμα και, συγκεκριμένα, στα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγμα­τος. Η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστα­τευομένων αντιστοίχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλ­λοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο συντακτικός αλλά και ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά τη στάθμιση εξάλλου αυτή, σε συμμόρφωση προς τις αρχές της προλήψεως και της προφυλάξεως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλ­λον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανά­πτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να αρνούνται την έκδοση των σχετικών εγκριτικών πράξεων αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυ­νος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχό­μενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από τη λειτουργία του. Σε κάθε, πάντως, περίπτω­ση πρέπει, προκειμένου η στάθμιση αυτή να γίνεται κατά τρόπο ανταπο­κρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευόμενων εν­νόμων αγαθών, να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται κατά τρόπο επαρκή αφενός ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκρι­μένης εγκαταστάσεως και αφετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημο­σίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έρ­γο ή την δραστηριότητα αυτή, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλ­λόμενη στάθμιση συναρτάται εκάστοτε με το είδος και την έκταση της επα­πειλούμενης βλάβης και την φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης (βλ. ΣτΕ 1672/2005 Ολομ.).

12. Επειδή, περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (ΕΕ Ι_ 206), ορίζονται τα εξής: «1. Συνίσταται ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών, επονομαζόμενο «Νatura 2000». Το δίκτυο αυτό, που αποτελείται από τους τόπους όπου ευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι και τους οικότοπους που εμφαίνονται στο παράρτημα II, πρέπει να διασφαλίζει την διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανο­ποιητική κατάσταση διατήρησης, των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών. Το δίκτυο «Νatura 2000» περιλαμβάνει και τις ζώνες ειδικής προστασίας που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ. 2. Κάθε κράτος μέλος συμβάλλει στη σύσταση του Νatura 2000 ανάλογα με τα είδη φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών τα οποία αναφέρει η παράγραφος 1, που υπάρχουν στο έδαφός του. Προς το σκοπό αυτό κάθε κράτος μέλος ορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 4, τόπους ως ειδικές ζώνες διατήρησης, λαμβάνοντας υπόψη του τους σκοπούς που αναφέρει η παράγραφος 1. 3. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 6 ορίζεται ότι: «1. ... 2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέ­τρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλή­σεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντι­κές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας. 3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμέ­νης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνι­κές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη. 4. Εάν, παρά τα αρνητικά  συμπεράσματα  της εκτίμησης  των  επιπτώσεων  και   ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο, ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε. Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσι­κού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώ­πων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος» και στο άρθρο 7 της αυτής οδηγίας ότι: «Οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή αναγνωρίστηκαν με ανάλογο τρόπο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρ­θρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τούτο δε από την ημερομηνία θέσης σε εφαρ­μογή της παρούσας οδηγίας ή από την ημερομηνία της ταξινόμησης ή της αναγνώρισης εκ μέρους ενός κράτους δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη». Σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, εκδόθηκε, κατ' επίκληση πλην άλλων, και των άρθρων 20, 21, 28, 29 και 30 του προαναφερόμενου ν. 1650/1986, η 33318/3028/28.12.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης & Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλ­λοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Γεωργίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Πολιτισμού με τίτλο «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατή­ρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανί­δας και χλωρίδας» (Β' 1289). Στην απόφαση αυτή, με την οποία μετα­φέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι ως άνω διατάξεις της οδηγίας, ορίζεται, στο άρθρο 3, ότι «1. Το Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο Ειδικών Ζωνών «Νατούρα 2000» αποτελείται από τους τόπους στους οποίους υπάρχουν τύποι των φυσικών οικοτόπων που αναγράφονται στο παράρτημα Ι του άρθρου 20 και οικότοποι (ενδιαιτήματα) των ειδών που αναγράφονται στο παράρτημα II και αποσκοπεί στην διασφάλιση της διατήρησης ή ενδεχομέ­νως στην αποκατάσταση σε ικανοποιητικό βαθμό διατήρησης των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής τους. 2. Αρμόδιος φορέας για την εθνική συμμε­τοχή στη σύσταση του δικτύου «Νatura 2000» ορίζεται το Υπουργεία Περι­βάλλοντος, Xωροταξίας και Δημ. Έργων (Γενική Δ/νση Περ/ντος). Για την υλοποίηση των στόχων της παραγράφου 1 τα Υπουργεία ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Γεωργίας (Δ/νση Αγροτικής Πολιτικής) προβαίνουν στην εφαρμογή του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης. Η εθνική συμμετοχή στη σύσταση του δικτύου «Νατούρα 2000» γίνεται ανάλογα με τα είδη φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών που αναφέρονται στην παράγραφο 1  και υπάρχουν στην Ελληνική Επικράτεια και περιλαμβάνει: α) τις ζώνες ειδι­κής προστασίας που έχουν ήδη ταξινομηθεί ή θα ταξινομηθούν κατ' εφαρ­μογή των σχετικών διατάξεων της υπ' αριθμ. 414985/1985 Κοινής Υπουρ­γικής Απόφασης «Μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας» (Β' 757) β) τους τόπους που ορίζονται ως Ειδικές Ζώνες Διατήρησης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 της παρούσας απόφασης. 3. ...» και στο άρθρο 6, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 της Η.Π. 14849/ 853/Ε. 103/4.4.2008 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οι­κονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β' 645/11.4.2008) και ίσχυε κατά το χρόνο εκ­δόσεως της προσβαλλομένης πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, ότι «1. Για την προστασία και διατήρηση των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης και την αποφυγή της υποβάθμισης των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος Ι και των οικοτόπων των ειδών του παραρτήματος II του άρθρου 20 που βρίσκονται στις Ειδικές αυτές Ζώνες, καθώς και των οχλή­σεων που έχουν επιπτώσεις στα είδη αυτά, λαμβάνονται τα αναγκαία και ενδεδειγμένα μέτρα που αναφέρονται κυρίως: (α) στις κανονιστικές πρά­ξεις που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας του άρθρου 4 παρ. Α3 και παρ. Β2 (β) στην έκδοση των κανονισμών ή ειδικών σχεδίων ανάπτυξης και διαχείρισης που προβλέπονται στην παρ. 2 (εδ. 1) του άρθρου 21  Ν. 1650/1986 ή σε άλλες ειδικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, όπως στο Ν. 998/79, στο Ν.Δ. 996/1971 (Α' 7), στο Ν.Δ. 86/69, στο Ν.177/1975, στο Π.Δ. 19.11.1928 (Α' 252), στο Π.Δ. 453/1977 (Α' 141), στο Ν.Δ. 420/1970 (Α' 97), στο Ν. 1739/1987 «Για τη δια­χείριση των υδάτινων πόρων», όπως ισχύουν, κ.λπ. (γ) στη δυνατότητα σύστασης ειδικών υπηρεσιών για τη παρακολούθηση και την αποτελε­σματικότερη προστασία των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης, όπως προβλέ­πεται στην παρ. 2 (εδ. 2) του άρθρου 21 Ν. 1650/86 ή σε άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (εθνικής και κοινοτικής), (δ) στην κατάρτιση των μελετών αξιολόγησης που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 21 Ν. 1650/1986 ή σε άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (εθνικής και κοι­νοτικής), (ε) στη δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων, (στ) στις οικο­νομικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 Ν. 1650/86 ή σε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, (ζ) στη λήψη άλλων αναγκαίων κα­νονιστικών, διοικητικών ή συμβατικών μέτρων που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των ως άνω τόπων, (η) στην υποχρέωση σύνταξης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και για κάθε έργο ή δραστηριότητα που δεν περιλαμβάνεται στην Α' κατηγορία του άρθρου 3 Ν. 1650/86 (άρ­θρο 21 [εδ. 2 παρ. 2] Ν. 1650/86) και δεν συνδέεται άμεσα ούτε είναι αναγκαίο για τη διαχείριση της συγκεκριμένης Ειδικής Ζώνης Διατήρησης, εφόσον προβλέπεται η δυνατότητα να επηρεάζει σημαντικά η πραγμα­τοποίηση του εν λόγω έργου ή δραστηριότητας αφεαυτού ή από κοινού με άλλα έργα ή δραστηριότητες την Ειδική Ζώνη Διατήρησης. Το περιεχόμενο της ως άνω Μελέτης και η διαδικασία δημοσιοποίησής της καθορίζονται αντίστοιχα στις υπ’ αριθ. 69269/5387/1990 (Β' 678) και υπ' αριθ. 75308/ 5512/1990 (Β' 691) Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις. Με βάση τα συμπερά­σματα της υποβληθείσας Μ.Π.Ε., με την επιφύλαξη της παρ. 2, εφόσον διαπιστώνεται ότι το εν λόγω έργο ή δραστηριότητα δεν θα παραβλάψει τα χαρακτηριστικά του τόπου, το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. χορηγεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 Ν. 1650/86 έγκριση περιβαλλοντικών όρων με τη διαδικασία που προβλέπεται στην υπ' αριθ. 69269/5387/1990 Κ.Υ.Α. 2. Εάν παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της Μ.Π.Ε., που προβλέπονται στο εδάφιο (ζ) της προηγούμενης παραγράφου η πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας στην Ειδική Ζώνη Διατήρησης ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, επιβάλλεται για επιτακτικούς λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται λόγοι δημοσίου συμφέροντος κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία λαμβάνει κάθε αναγκαίο διοικητικό αντισταθμιστικό μέτρο προ­κειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του δι­κτύου Natura 2000 και ενημερώνει την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτή­των. 3. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παράγραφο 1 του άρθρου 8 της υπ’ αριθ. 414985/1985 Κοινής Υπουργι­κής Απόφασης για τις ζώνες εκείνες που: α) έχουν ήδη χαρακτηρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 8 (παρ. 1) της ως άνω απόφασης ή β) έχουν ανα­γνωρισθεί με ανάλογο τρόπο σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης στη περί­πτωση (α) ή από την ημερομηνία ταξινόμησης ή αναγνώρισή τους στην περίπτωση (β) εφόσον η αναγνώριση αυτή είναι μεταγενέστερη της έναρ­ξης ισχύος της παρούσας απόφασης». Τέλος,  με την κοινή υπουργική απόφαση 414985/1985 που μνημονεύεται στην ανωτέρω διάταξη της πα­ραγράφου 3, ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η οδηγία 79/409/ΕΟΚ.

13. Επειδή, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέ­ψη οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους, οι ρυθμίσεις της οποίας έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο με την ανωτέρω κοινή υπουργική από­φαση 33318/3028/28.12.1998, και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας αυτής, η χορήγηση αδείας για την υλοποίηση σε οικότοπο πε­ριλαμβανόμενο στο δίκτυο ζωνών προστασίας που προβλέπεται από την ανωτέρω οδηγία, σχεδίου, το οποίο δεν αφορά ευθέως τη διαχείριση του οικότοπου, ούτε είναι αναγκαίο για το σκοπό αυτό και το οποίο είναι δυνα­τόν να έχει σημαντική επίδραση στον οικότοπο, επιτρέπεται μόνον αν η αρμόδια αρχή, ύστερα από εκτίμηση ως προς τις επιπτώσεις του σχεδίου, έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν πρόκειται να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για την ακεραιότητα του οικείου τόπου. Η πεποίθηση αυτή διαμορφώνεται, αν με βάση τις οικείες επιστημονικές εκτι­μήσεις δεν καταλείπεται εύλογη αμφιβολία, ως προς την απουσία τέτοιων επιπτώσεων (Δ.Ε.Κ. απόφαση της 26.5.2011, C-538/09, Επιτροπή κ. Βελ­γίου, σκ. 39 επ., 53 επ., απόφαση της 20.9.2007, C-304/05, Επιτροπή κα­τά Ιταλίας, σκ. 56 επ., 81 επ., απόφαση της 26.10.2006, C-239/04, Επι­τροπή κατά Πορτογαλίας, σκ. 18 επ., 34 επ., απόφαση της 10.1.2006, C-98/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκ. 39 επ., απόφαση της 14.4.2005, C-441/03, Επιτροπή κ. Ολλανδίας, σκ. 21 επ., απόφαση «αρχής» της 7.9. 2004, C-127/02, Waddenvereniging, σκ. 32 επ.). Εξάλλου, ο χαρακτήρας της επιπτώσεως συγκεκριμένου σχεδίου σε οικότοπο πρέπει να αξιολογεί­ται σε σχέση με τον σκοπό διατηρήσεως του συγκεκριμένου οικότοπου. Συνεπώς, όταν ορισμένο σχέδιο, έχει μεν επιπτώσεις επί του συγκεκριμέ­νου τόπου, αλλά δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της δια­τηρήσεως αυτού του τόπου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενο να επηρεάσει, κατά τρόπο σημαντικό, τον συγκεκριμένο τόπο. Η εκτίμηση δε του κινδύνου αυτού πρέπει να χωρεί, ιδίως, υπό το πρίσμα των ειδικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και προϋποθέσεων του τόπου, στον οποίο αφορά το σχέδιο (βλ. ΣτΕ 3053/2009 Ολομ., 2473/2010 επταμ., 293/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 4 της ως άνω οδη­γίας, εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της διενεργούμενης, βάσει της προηγούμενης διάταξης, εκτιμήσεως και την έλλειψη εναλλακτικών λύ­σεων, το σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για επιτακτικούς λόγους ση­μαντικού δημοσίου συμφέροντος, απαιτείται να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο, ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του δικτύου οικοτόπων Νatura  2000. Η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει, ως παρέκκλιση από το προβλεπόμενο στην προηγούμενη διάταξη κριτήριο εγκρίσεως, να ερμηνεύεται στενά (βλ. ΣτΕ 3053/2009 Ολομ.). Συγκεκριμένα, η επακριβής εκτίμηση, υπό το πρίσμα των σχετικών με τον οικείο τόπο στόχων διατηρήσεως, και η πλήρης γνώση των ενδεχομένων επιπτώσεων από την υλοποίηση ορισμένου σχεδίου, είναι αναγκαίο, προ­κειμένου να κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέ­σεως, την οποία εισάγει η ως άνω διάταξη, και αν υπάρχουν λιγότερο ζη­μιογόνες εναλλακτικές λύσεις, και, περαιτέρω, προκειμένου να καθορισθεί το είδος των ενδεχόμενων αντισταθμιστικών μέτρων (απόφαση της 24.11.2011, C-404/09, Επιτροπή κ. Ισπανίας, σκ. 109, απόφαση της 20.9.2007, Επιτροπή κ. Ιταλίας, σκ. 83). Εξάλλου, οι συνέπειες ορισμένου σχεδίου πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση και με τις συνέπειες άλλων σχεδίων, αξιο­λογούμενες συνολικά ώστε να διαπιστώνονται οι επιπτώσεις στο περιβάλ­λον από το επερχόμενο σωρευτικό αποτέλεσμα των σχεδίων, να λαμβάνε­ται υπόψη η αρχή της προλήψεως, υπό το πρίσμα της οποίας είναι ερμηνευτέα και η οδηγία για τους οικοτόπους (βλ. απόφαση της 13.12.2007, C-418/2004; Επιτροπή κ. Ιρλανδίας, σκ. 244-5 και 254 αντιστοίχως) οι δε εκτιμήσεις και διαπιστώσεις των αρμόδιων αρχών πρέπει να στηρίζονται στις πλέον πρόσφορες και προηγμένες επιστημονικές γνώσεις (απόφαση της 20.9.2007, Επιτροπή κ. Ιταλίας, σκ. 59).

14. Επειδή, τέλος, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώ­σεως των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία, με την οποία τα αρμόδια όργανα της Διοικήσεως εκτιμούν εκ των προτέρων τις αναμενόμενες συνέπειες για το περιβάλλον από σχεδιαζόμενα έργα ή δραστηριότητες και κρίνουν αν και με ποιους όρους μπορεί να πραγματο­ποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως, ο ακυρωτικός δικαστής ερευνά εάν τηρήθηκε συννόμως από ουσιαστική και τυπική άποψη η διαδικασία αυτή και αν τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η ελεγχόμενη διοικητική πράξη, είναι σύμ­φωνα με τους σχετικούς ορισμούς της νομοθεσίας και επαρκή για να προσδώσουν έρεισμα στην πράξη. Ειδικότερα, κατά την άσκηση του ακυ­ρωτικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγμα­τα, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επι­πτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής των αρχών της προλήψεως και της προφυλάξεως, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητας και να εκτιμούν αν η πραγματοποίηση του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οι­κείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδο­κώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπει­λούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος (Ολομ. ΣτΕ 462, 3219/2010).

15. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύ­πτουν τα εξής: Το τμήμα Δωδεκανήσου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελ­λάδος (Τ.Ε.Ε.) στην από Απρίλιο 1994 μελέτη του «Πρόταση για τη χωροθέτηση Νέου Θερμοηλεκτρικού Σταθμού της ΔΕΗ στη Ρόδο», που εκπο­νήθηκε κατόπιν σχετικού ερωτήματος του Νομάρχη Δωδεκανήσου προ­κειμένου «να καλυφθούν οι επιτακτικές ανάγκες του νησιού πέραν του 1997», εξέτασε, βάσει ενός μεγάλου αριθμού κριτηρίων, «όλη την παρα­λιακή ζώνη του νησιού, από Σορωνή μέχρι Απολακιά και από Αρχάγγελο μέχρι Γεννάδι», αποκλείοντας την υπόλοιπη ζώνη «είτε λόγω έντονης του­ριστικής ανάπτυξης (βόρειο τμήμα) είτε λόγω υπερβολικά μεγάλης από­στασης από το τρίγωνο κατανάλωσης ενέργειας της Ρόδου (Ρόδος - Λίν­δος - Σορωνή)», πρότεινε δε, κατά σειρά αξιολόγησης, τις εξής εναλλακτι­κές θέσεις: 1. Παλαιά Γέφυρα Γάδουρα, 2. Μάλα Όρμου Λάρδου), 3. Αγ. Γεώργιος Όρμου Μάλωνας, 4. Φούρνοι Απολακιάς , 5. Καλαμωνιά Μανδρικού. Η Δ.Ε.Η., μετά από αξιολόγηση των προτεινομένων θέσεων, υπέ­βαλε, με το 1741/19.10.1995 έγγραφό της προς το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., αίτημα για προέγκριση της χωροθετήσεως του νέου θερμοηλεκτρικού σταθμού Ρόδου στη θέση «Φούρνοι» Απολακκιάς. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την 1565/785/20.2.1997 απόφαση του Γεν. Δ/ντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου. Ακολούθως, το Υπουργείο, με το 5063/30.9.1997 έγγραφό του προς τη Δ.Ε.Η., υπέδειξε, ως αναγκαία, και τη διερεύνηση της παρα­θαλάσσιας περιοχής της  Κοινότητας  Κατταβιάς.  Τελικώς, κατόπιν των ανωτέρω, η Δ.Ε.Η., όπως προκύπτει από το 10566/30.9.1998 έγγραφό της προς το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., προέκρινε ως καταλληλότερη τη θέση «Πάνω Γιαλός» της Κοινότητας Κατταβιάς, τμήμα, μάλιστα, της οποίας ενέπιπτε στην προστατευόμενη περιοχή «Ρόδος, Ακραμύτης, Αρμενιστής, Ατάβυρος», η οποία αναφέρεται (GR 4210005) στον Εθνικό Κατάλογο προτεινο­μένων περιοχών για ένταξη στο δίκτυο «Natura 2000» και ζήτησε την προέγκριση της χωροθετήσεως του Νέου ΘΗΣ στη θέση αυτή. Ακολού­θησε η δημοσίευση του ν. 2773/1999 «Απελευθέρωση της αγοράς ηλε­κτρικής ενέργειας - Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις» (Α' 286/22.12.1999), κατ' επίκληση και του οποίου (άρθρ. 11), εκδόθηκε η μνημονευόμενη στο ιστορικό. Εν συνεχεία, και μετά τη δημο­σίευση του ν. 2773/1999 «Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας - Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις» (Α' 286/22.12.1999), εκδόθηκε κατ' επίκληση του τελευταίου αυτού νόμου η 2/24.10.2001 διακήρυξη διαγωνισμού του Υπουργού Ανάπτυξης για τη χο­ρήγηση άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε μονάδα ηλεκτροπαρα­γωγής, η οποία θα εγκαθίστατο στη νήσο Ρόδο, και συγκεκριμένα «στη θέση Πλάκα Στενή (Πίσω Κάμπος) του Δήμου Νότιας Ρόδου». Ο διεξα­χθείς διαγωνισμός κηρύχθηκε άγονος με την Δ5/ΗΛ/Β/Φ1/19599/11.11.2003 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με τη δε Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/23837/ 22.12.2003 απόφαση του ιδίου Υπουργού, χορηγήθηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2773/1999 και ύστερα από την από 18.12.2003 γνωμοδότηση της Ρ.Α.Ε., άδεια παραγωγής ηλεκτρι­κού ρεύματος στη Δ.Ε.Η. Α.Ε., προκειμένου να μην τεθεί σε διακινδύνευση ο απρόσκοπτος εφοδιασμός της νήσου Ρόδου σε ηλεκτρικό ρεύμα, συνε­πεία της κηρύξεως του διαγωνισμού αγόνου. Η Δ.Ε.Η υπέβαλε την υπ' αρ. πρωτ. Δ.Ε.Α.Ρ.Θ. 159051/8.8.2005 αίτηση, με συνημμένη Προμελέτη Πε­ριβαλλοντικών Επιπτώσεων (Π.Π.Ε), για σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 100-120 ΜW και για την εγκατάσταή του στη θέση Πλά­κα Στενή (Πίσω Κάμπος) του Δήμου Νότιας Ρόδου. Εν τω μεταξύ είχε δημοσιευθεί η έγκριση, με την 25290/25.6.2003 απόφαση της Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (Β' 1487). Στο άρθρο 3 της υπουργικής αυτής αποφάσεως και στην ενότητα Γ.6.1 προβλέπεται η «απόδοση προτεραιότητας στην εφαρμογή του δεκαετούς σχεδιασμού της Δ.Ε.Η. για τα νησιά, με στόχο τη μείωση του χρόνου ολοκλήρωσης των διαδικασιών για την κάλυψη προγραμματισμένων ενισχύσεων και επεκτά­σεων υφιστάμενων σταθμών, την κατασκευή νέων σταθμών και την υλο­ποίηση των διασυνδέσεων με το ηπειρωτικό σύστημα», στην δε ενότητα Γ.7 του ιδίου άρθρου, με τίτλο «Βασικές κατευθύνσεις χωροταξικής πολιτι­κής ανά τομέα παραγωγής», στην υποενότητα Γ.7.2 προβλέπεται, υπό τον τίτλο «Βιομηχανία, βιοτεχνία, μεταποίηση», η δημιουργία Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών (ΒΕΠΕ) «σε ορισμένα από τα μεγάλα νησιά ..., ώστε να φιλοξενηθούν οι επιδιωκόμενες ιδιωτικές επενδύσεις στο δευτερογενή τομέα, που ενισχύονται στα πλαίσια του αναπτυξιακού νόμου. Ειδικότερα, προτείνεται η δημιουργία δύο μικρών ΒΕΠΕ στα νησιά Σύρο, Νάξο και Κάλυμνο και ΒΕΠΕ μεγαλύτερης κλίμακας στην Κω και τη Ρόδο. Ειδικά για το νησί της Ρόδου προτείνεται η χωροθέτηση δύο ΒΕΠΕ, διαφορετικού χαρακτήρα, στο βόρειο και το νότιο τμήμα του νησιού». Επί της ανωτέρω Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων εκδόθηκε η 141264/22.3.2007 θετική γνωμοδότηση του Γεν. Δ/ντή Περιβάλλοντος του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Μετά την ακύρωση, με τη 1233/2007 (επταμ.) απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, της υπ’ αριθ. Δ5/ΗΛ/Β/Φ1/19599/11.11.2003Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/23837/22.12.2003 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης, λόγω μη νομίμου αιτιολογίας και της υπ’ αριθμ. Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/23837/22. 12.2003 αποφάσεως του ίδιου Υπουργού διότι απώλεσε το έρεισμά της λόγω της ακυρώσεως της πρώτης εξ αυτών, εκδόθηκε η Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/ 1534/15674/16.8.2007 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία χορηγήθηκε εκ νέου στη Δ.Ε.Η. Α.Ε. άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέρ­γειας με το αυτό ως άνω περιεχόμενο. Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/1253/15458/16.9.2010 απόφαση του Υφυπουργού Π.Ε.Κ.Α. ως προς την ισχύ (115,439 ΜW) και τον αριθμό των μονάδων (7 ηλεκτροπαραγωγό ζεύγη με μηχανές εσωτερικής καύσεως καθαρής ισχύος 16.491,3 ΚW έκαστο). Με την πρώτη προσβαλλόμενη, κ.υ.α. 162761/1.12.2010, εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση και λει­τουργία θερμοηλεκτρικού σταθμού της Δ.Ε.Η. Α.Ε. στην ως άνω θέση του Δήμου Νότιας Ρόδου και ήδη Δημοτικής Ενότητας Νότιας Ρόδου του Δή­μου Ρόδου, Τοπική Κοινότητα Κατταβιάς, συνολικής ισχύος 120 MW, για ηλεκτροπαραγωγή από καύση μαζούτ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο.

16.   Επειδή,   με   τις   κρινόμενες   αιτήσεις   προβάλλεται   ότι   οι προσβαλλόμενες πράξεις αφ' ενός παραβιάζουν τους στόχους της Οδη­γίας 92/43/ΕΟΚ και ότι ειδικότερα είναι αντίθετες στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 & 3 και 6 παρ. 2-3 της ως άνω Οδηγίας λόγω των αρνητικών συνεπειών από την κατασκευή και κυρίως τη λει­τουργία του επίμαχου θ.Η.Σ. στην οικολογική φυσιογνωμία της περιοχής (Ζ.Ε.Π.), κύριο χαρακτηριστικό της οποίας, που την καθιστά ενδιαίτημα της ορνιθοπανίδας, είναι η φυσική σιωπή του τοπίου της, λόγω της έλλει­ψης ανθρωπογενών δραστηριοτήτων  και  αφετέρου  είναι  αντίθετες  και προς την αρχή της προφυλάξεως. Ειδικώτερα, το αιτούν ισχυρίζεται ότι ο συνεχής βιομηχανικός θόρυβος, η εξυπακουόμενη έντονη ανθρωπογενής και μηχανοκίνητη δραστηριότητα, οι εκπεμπόμενοι αέριοι και υγροί ρύποι, η τακτική έλευση δεξαμενόπλοιων και οι ογκώδεις βιομηχανικές εγκατα­στάσεις αποτελούν παράγοντες που  εξ αντικειμένου προσφέρονται να επηρεάσουν αρνητικά μία Ζώνη Ειδικής Προστασίας και σε κάθε περίπτωση δεν είναι συμβατοί με τους στόχους διατήρησης της συγκεκριμένης Ζ.Ε.Π., σημαντικός δε κίνδυνος απειλεί συνολικώς την ακεραιότητα της πε­ριοχής, από την διαρροή στη θάλασσα μαζούτ, ντίζελ και λοιπών πετρε­λαιοειδών εξαιτίας ενδεχόμενου ατυχήματος  είτε στους αγωγούς, είτε στα δεξαμενόπλοια.

17. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων - Υγροτόπων (Ε.Κ.Β.Υ.) συνέταξε, τον Ιανουά­ριο του έτους 2005, έκθεση ορνιθολογικής αξιολόγησης των περιοχών «GR 171 Κεντρικής Ρόδου, καθώς και Λίνδου, Γερμαναρού και Καραβιάς-Μαραθονησίου», για το χαρακτηρισμό των περιοχών αυτών ως Ζώνης Ει­δικής Προστασίας». Στα όρια της μείζονος αυτής περιοχής, ήδη «Περιοχής Σημαντικής για τα Πουλιά - Ι.Β.Α. 2000» και συγκεκριμένα στο νότιο άκρο του νησιού νοτίως του δρόμου Κατταβιά - Καμάρα, περιλαμβάνεται, σύμ­φωνα με τους συνημμένους στην ως άνω έκθεση χάρτες, τόσο η θέση «Πλάκα Στενή», όπου χωροθετούνται οι παράκτιες εγκαταστάσεις του επί­δικου θερμοηλεκτρικού Σταθμού, όσο και η θέση «Πίσω Κάμπος», όπου χωροθετούνται οι κύριες εγκαταστάσεις αυτού. Όπως αναφέρεται στη με­λέτη αυτή, «η Αετογερακίνα, το Χρυσογέρακο και ο Σκουρόβλαχος, ως εί­δη χαρακτηρισμού έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή της οριοθέ­τησης της προτεινόμενης Ζ.Ε.Π., έχοντας πάντα ως βάση την περιοχή με­λέτης, ενώ κατά την οριοθέτηση λήφθηκαν υπόψη τα κρίσιμα ενδιαιτήματα του Θαλασσοκόρακα, του Σπιζαετού, του Μαυροπετρίτη και του Πετρίτη, που είναι τα είδη οριοθέτησης της περιοχής». Η ως άνω περιοχή εντά­χθηκε στο δίκτυο προστατευομένων περιοχών Natura 2000 τον Φε­βρουάριο του 2008, εντός δε αυτής της Ζώνης Ειδικής Προστασίας χωρο­θετούνται οι παράκτιες εγκαταστάσεις του επίδικου θερμοηλεκτρικού σταθμού, το τμήμα, όμως, στο οποίο χωροθετούνται οι κύριες εγκαταστά­σεις του σταθμού, εξαιρέθηκε από την ένταξη. Στη μελέτη περιβαλλοντι­κών επιπτώσεων του επίμαχου έργου που συντάχθηκε τον Μάιο του έτους 2008, σχετικά με τις δυνητικώς κρίσιμες για την ορνιθοπανίδα επιπτώσεις από την κατασκευή και τη λειτουργία του έργου αυτού, διαλαμβάνεται, με­ταξύ άλλων, ότι «Οι θόρυβοι που θα προκληθούν κατά τη φάση κατα­σκευής, σχετίζονται με την οδική κυκλοφορία και τις εργασίες στη θέση του εργοταξίου. Δεν αναμένονται επιπτώσεις εξαιτίας της αύξησης των τιμών θορύβου ...» ότι «Δεν αναμένονται σημαντικές επιδράσεις στη χερσαία και υδρόβια χλωρίδα/πανίδα της περιοχής ή/και διαταραχή των οικοσυστημάτων από τις εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων ή/και τα υγρά και στερεά απόβλητα, ...» ούτε «επιπτώσεις ... από το θόρυβο [κατά τη φάση λει­τουργίας], δεδομένου ότι με τη βοήθεια ειδικού εξοπλισμού και κατάλληλου σχεδιασμού των μηχανημάτων, των χώρων και των κτιρίων, επιτυγχάνεται η μείωσή του, τόσο στους χώρους εργασίας, όσο και στο περιβάλλον του ΘΗΣ» και ότι «Συγκεκριμένα στη σχετική Σύμβαση κατασκευής του Έργου προδιαγράφεται μέγιστο επιτρεπόμενο επίπεδο θορύβου στην περίμετρο του Σταθμού ίσο με 65 άΒ (Α), σύμφωνα με το Π.Δ. 1180/81». Εξάλλου στην παρ. 4.2.1.1.  της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων  με τίτλο «Οικοσυστήματα» και υπό τον υπότιτλο «Περιοχές οικολογικού ενδιαφέ­ροντος»  γίνεται  μνεία  μόνο της προστατευόμενης περιοχής με κωδικό GR4210005, και δεν υπάρχει αναφορά στην ως άνω δημιουργηθείσα από τον Φεβρουάριο του 2008 Ζώνη Ειδικής Προστασίας εντός και πλησίον της οποίας χωροθετούνται, αντιστοίχως, οι παράκτιες και κύριες εγκαταστά­σεις του επιδίκου έργου, ούτε και   αποτύπωση της εν λόγω Ζ.Ε.Π. στους συνημμένους χάρτες της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Την ανω­τέρω παράλειψη επεσήμαναν αφενός ομάδα εργασίας μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, στην από Σεπτέμβριο 2008 μελέτη αξιολόγησης της ως άνω μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και αφετέρου, κατόπιν υποβολής της ως άνω μελέτης αξιολόγησης, η Διεύθυνση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδε­κανήσου στην 6140/1.10.2008 συμπληρωματική εισήγησή της προς τη Γ' Νομαρχιακή Επιτροπή Δωδεκανήσου. Η συμπληρωματική αυτή εισήγηση, μαζί με την από 4747/2.9.2008 κατ' αρχήν θετική αρχική εισήγηση της εν λόγω Διευθύνσεως, εγκρίθηκε με την 1/6.10.2008 απόφαση της ως άνω Νομαρχιακής Επιτροπής. Στη μελέτη αξιολόγησης του Τ.Ε.Ε., τις επιση­μάνσεις του οποίου επανέλαβε η Διεύθυνση της Νομαρχιακής Αυτοδιοική­σεως στη συμπληρωματική εισήγηση της, αναφέρεται, ενόψει της προ­αναφερομένης παραλείψεως, η οποία χαρακτηρίζεται «σημαντική» (σ. 8), ότι «πρέπει να γίνει συμπληρωματική μελέτη, η οποία θα πρέπει να αναφέρεται στις πιθανές επιπτώσεις της εγκατάστασης στην προστατευόμενη περιοχή και τους τρόπους αποφυγής ή αντιμετώπισής τους» (σ. 3 και σ. 4, για τις παράκτιες εγκαταστάσεις). Κατόπιν των ανωτέρω, η Διεύθυνση Μελετών - Κατασκευών Θερμοηλεκτρικών Έργων της Δ.Ε.Η. Α.Ε., με το 10884/17.10.2008 έγγραφό της, που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της εν λόγω Διευθύνσεως, υπέβαλε προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. «συμπληρωματικά στοιχεία», ήτοι τοπογραφικό διάγραμμα, από το οποίο προκύπτει ότι ο χώρος των κύριων εγκαταστά­σεων του Σταθμού γειτνιάζει με τη Ζώνη Natura, ο δε χώρος των παρά­κτιων εγκαταστάσεων βρίσκεται εντός της Ζώνης, καθώς και την προ­αναφερθείσα μελέτη, που εκπονήθηκε από το Ε.Κ.Β.Υ. τον Ιανουάριο του έτους 2005, κατά τη διαδικασία και στο πλαίσιο του χαρακτηρισμού της ανωτέρω Ζώνης ως περιοχής Natura. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι «όσον αφορά τις επιπτώσεις από τη λειτουργία των κύριων εγκαταστά­σεων του Σταθμού και ειδικότερα τις εκπομπές αερίων ρύπων εντός της ζώνης Natura, αυτές ελαχιστοποιούνται με μια σειρά μέτρων, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων», και επισημαίνεται, «αναφορικά με τις παράκτιες εγκαταστάσεις», ότι «οι περι­βαλλοντικές επιπτώσεις θα είναι πολύ μικρές τόσο λόγω της περιορισμέ­νης χρονικά λειτουργίας τους (η πετρέλευση θα γίνεται μια φορά το μήνα και θα έχει διάρκεια περίπου τρεις ημέρες, οι δε αντλίες προσαγωγής θα­λασσινού νερού θα λειτουργούν μερικές ώρες την ημέρα και ο παραγόμε­νος θόρυβος από τη λειτουργία τους θα είναι εξαιρετικά χαμηλός και θα τις καθιστά στην ουσία αθόρυβες), όσο και επειδή θα ληφθεί μια σειρά μέ­τρων, τα οποία θα ελαχιστοποιούν την οπτική ρύπανση». Διαλαμβάνεται, τέλος, στο ίδιο αυτό 10884/17.10.2008 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μελετών - Κατασκευών Θερμοηλεκτρικών Έργων της Δ.Ε.Η. Α.Ε. ότι «η οποιαδήποτε ενόχληση στον πληθυσμό της ορνιθοπανίδας της περιοχής είναι στην ουσία ανύπαρκτη σε σχέση μάλιστα με την υφιστά­μενη κατάσταση από τη λειτουργία πεδίου βολής εντός της υπόψη ζώνης προστασίας». Κατόπιν υποβολής των ανωτέρω στοιχείων, η Διεύθυνση Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με το οικ. 135106/3847/ 19.11.2008 έγγραφό της, εξέφρασε,  κατ' αρχήν,  θετική άποψη για την ίδρυση και λειτουργία του επιδίκου έργου, με την προϋπόθεση, εφόσον αδειοδοτηθεί αυτό περιβαλλοντικά, να προσαρμοσθεί στα μέτρα που θα κανονιστούν για την εν λόγω περιοχή από μελέτη, η εκπόνηση της οποίας ανατέθηκε στην Ορνιθολογική Εταιρεία. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι η σύμβαση  για το έργο  «προσδιορισμού   συμβατών δραστηριοτήτων σε σχέση με τα είδη χαρακτηρισμού των Ζ.Ε.Π. για την προστασία της ορνιθοπανίδας» «βρίσκεται σε τελικό στάδιο υπογραφής», το δε έργο «είναι διάρκειας έντεκα (11) μηνών και θα παραδοθεί σε μία φάση». Η σχετική μελέτη, παραδόθηκε πράγματι τον Ιούλιο του 2009, (βλ. σχετικά τεύχη, ανηρτημένα στην ιστοσελίδα του Υ.Π.Ε.Κ.Α. και εκτύπωση αποσπάσματος, για την επίμαχη Ζ.Ε.Π.), συντάχθηκε σχέδιο κοινής υπουργικής απόφασης με τίτλο «Καθορισμός Μέτρων Ειδικής Προστασίας, Διατήρησης και Απο­κατάστασης των Ειδών και των Ενδιαιτημάτων/ Οικοτόπων της Άγριας Ορνιθοπανίδας στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.)», το οποίο τέθηκε υπό δημόσια διαβούλευση, που ολοκληρώθηκε στις 4.11.2010, η σχετική απόφαση,  όμως,  τελικώς δεν εξεδόθη.  Κατόπιν αυτών,  με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για το επίμαχο έργο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι, κρίσιμοι εν σχέσει προς το εξεταζόμενο ζήτημα, όροι: α) «Δ2.2 Θόρυβος. Το ανώτατο επι­τρεπόμενο όριο θορύβου στα όρια του γηπέδου του ΘΗΣ και των παρά­κτιων εγκαταστάσεων να είναι τα 65 dΒ (Α)», κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 1180/1981 (Α' 293) «Περί ρυθμίσεων θεμάτων αναγομένων εις τα της ιδρύσεως και λειτουργίας βιομηχανιών, βιοτεχνιών, πάσης φύσεως μηχα­νολογικών εγκαταστάσεων και αποθηκών και της εκ τούτου διασφαλίσεως του περιβάλλοντος εν γένει», β) «Δ6 ΦΑΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΕΡΓΩΝ. Δ6.1 Προστασία ζώνης Νatura. Για τις παράκτιες εγκαταστάσεις του ΘΗΣ, οι οποίες βρίσκονται εντός ζώνης ειδικής προστασίας (Ζ.Ε.Π. - SΡΑ) για την ορνιθοπανίδα με την επωνυμία «Νότιο Άκρο Ρόδου, Πρασονήσι, Υγρότο-πος Λιβάδι Κατταβιάς» (GR 4210031), να ληφθούν τα εξής μέτρα, προ­κειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή τους: -Οι εγκαταστάσεις να κατασκευαστούν εντός ορυγμά­των -Ο χρωματισμός τους να εναρμονίζεται με τις αποχρώσεις του φυσι­κού περιβάλλοντος -Να γίνει περιμετρική δενδροφύτευση των εγκαταστά­σεων. Επιπλέον η Δ.Ε.Η. Α.Ε. υποχρεούται σε προσαρμογή στα μέτρα που θα εφαρμοσθούν για την περιοχή της ζώνης Natura βάσει της μελέτης με τίτλο «Έργο προσδιορισμού συμβατών δραστηριοτήτων σε σχέση με τα είδη χαρακτηρισμού των Ζ.Ε.Π. για την προστασία της ορνιθοπανίδας», που εκπονεί το Υ.ΠΕ.Κ.Α./Τμ. Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος. Δ6.2 Ο χρόνος εκσκαφών και εργασιών γενικά να είναι σύντομος. ... Δ6.5 Με ευθύνη της επιβλέπουσας Υπηρεσίας τα εργοτάξια που θα εγκατασταθούν να καταλαμβάνουν τη μικρότερη δυνατή έκταση ... Δ6.9 Απαγορεύεται η παραμονή και η χρησιμοποίηση στο χώρο των εργοταξίων μηχανημάτων μη εφοδιασμένων με πιστοποιητικό έγκρισης τύπου Ε.Ο.Κ. περί θορύβου (...)... Δ6.12.3, [όπως προστέθηκε με τη συμπροσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Π.Ε.Κ.Α. σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους του Υποσταθμού 150 Kν Μετασχηματισμού Τάσεως εντός του χώρου του Θ.Η.Σ.]. Ειδικές οριακές τιμές στάθμης θορύβου και δονήσεων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής του Υ/Σ ισχύουν οι δεσμεύσεις για τα μηχανήματα που καθορίζονται στην Κ.Υ.Α. 37393/2028/03 (ΦΕΚ 1418 Β/03). Το επιτρεπόμενο όριο θορύβου που εκπέμπεται στο περιβάλλον από τις εγκαταστάσεις του Υ/Σ καθορίζε­ται στον πίνακα 1 του άρθρου 2 του Π.Δ. 1180 (ΦΕΚ Α' 293/1981)», γ) «Δ8 ΜΕΤΡΑ ΗΧΟΜΕΙΩΣΗΣ. Δ8.1 Να ληφθούν τα κατάλληλα ηχομονωτικά αντικραδασμικά μέτρα, ώστε να τηρείται το επιτρεπόμενο όριο θορύβου (παράγραφος Δ2.2). Δ8.2 Να λαμβάνεται μέριμνα για τη λειτουργία του ΘΗΣ, κατά το δυνατόν, με κλειστές τις πόρτες και τα παράθυρα των μη­χανοστασίων.  Δ8.3  Εφόσον διαπιστωθεί υπέρβαση  του επιτρεπόμενου ορίου θορύβου στα όρια του γηπέδου του ΘΗΣ να ληφθούν συμπληρωμα­τικά αντιθορυβικά μέτρα σε επί μέρους τμήματα του Σταθμού. Δ8.4 Προ­στασία ζώνης ΝΑΤυΚΑ από το θόρυβο. Ιδιαίτερη μέριμνα να ληφθεί στα αντιθορυβικά μέτρα που θα εφαρμοστούν στις παράκτιες εγκαταστάσεις, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις από το θόρυβο στη ζώνη Νatura. Σχετικώς πρέπει να ακολουθούνται τα μέτρα διαχείρισης της Ζ.Ε.Π.   και  οι  σχετικές εγκεκριμένες  μελέτες»,  δ) «Δ14  ΕΛΕΓΧΟΣ  ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ. ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ. Δ14.1  ... Δ14.5 Ανα­φορικά με τη διενέργεια μετρήσεων θορύβου (μία φορά ετησίως, σε πε­ρίοδο αιχμής φορτίου) στα όρια του γηπέδου του ΘΗΣ και των παράκτιων εγκαταστάσεων: -λεπτομέρειες για το χρόνο, τον τρόπο και τις θέσεις μέ­τρησης να καθορίζονται από την αρμόδια Υπηρεσία της Ν.Α. Δωδεκανή­σου σε συνεργασία με τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. -να εφαρμόζεται πρότυπη μέθοδος μέτρησης»], ε) «Ε5 Δεδομένου ότι η περιοχή των παράκτιων εγκαταστά­σεων του ΘΗΣ είναι εντός περιοχής Natura είναι ενδεχόμενο να υπάρξουν κάποια πιο εξειδικευμένα μέτρα προστασίας της ορνιθοπανίδας,  με τα οποία η Δ.Ε.Η. Α.Ε. θα πρέπει να συμμορφώνεται».

18. Επειδή, κατά τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 11, από το άρθρο 7 της οδηγίας για τους οικοτόπους προκύπτει ότι το άρθρο 6 παρ. 2 - 4 της οδηγίας αυτής αντικαθιστά το άρθρο 4 παρ. 4 εδ. α' της οδηγίας για τα πτηνά, από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας για τους φυσικούς οικοτόπους ή από την ημερομηνία κατά την οποία κράτος μέλος κατατάσσει συγκεκριμένη περιοχή στις Ζ.Ε.Π. βάσει της οδηγίας για τα πτηνά, εφόσον η τελευταία αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη (βλ. Δ.Ε.Κ., απόφαση της 24.11.2011, Επιτροπή κ. Ισπανίας, σκ. 97, απόφαση της 13.12.2007, Επιτροπή κ. Ιρλανδίας, σκ. 173). Συνεπώς, εν προκειμέ­νω, ο λόγος ακυρώσεως σχετικά με τις επιπτώσεις του νέου Θερμοηλε­κτρικού Σταθμού Ν. Ρόδου στα είδη της ορνιθοπανίδας, για την προστασία των οποίων ορίσθηκε από το Φεβρουάριο του έτους 2008 η προαναφερό­μενη Ζ.Ε.Π. «Νότιο Άκρο Ρόδου, Πρασονήσι, Υγρότοπος Λιβάδι Κατταβιάς» (GR4210031), πρέπει να εξεταστεί βάσει της αναφερόμενης στην ως άνω σκέψη 11 διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους φυσι­κούς οικοτόπους, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι η σχετική αίτηση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για το εν λόγω επίμαχο έργο υποβλήθηκε μετά το χαρακτηρισμό της περιοχής ως Ζ.Ε.Π. (πρβλ. ΣτΕ 293/2009). Εξάλλου, στην προαναφερθείσα έκθεση ορνιθολογικής αξιολογήσεως του έτους 2005 (σ. 11) αναφέρεται επί λέξει ότι: «Η σημασία της περιοχής μελέτης είναι μεγάλη σε ευρωπαϊκό επίπεδο λόγω της παρουσίας του σημαντικότερου ευρωπαϊκού πληθυσμού της Αετογερακίνας (Βuteorufinus), είδους με μικρή εξάπλωση και πληθυσμό στην Ευρώπη, και ενισχύεται από τους αξιόλογους πληθυσμούς των ειδών Χρυσογέρακο (Falco biarmicus) και Σκουρόβλαχος (Emberiza caesia)». Περαιτέρω, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που προηγήθηκε της εκδόσεως της πρώτης προσβαλλόμε­νης πράξης, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι επίμαχου θερμοηλεκτρικού σταθμού, δεν περιέχει, ανάλυση και εκτίμηση των ενδε­χομένων συνεπειών στα προστατευόμενα, κατά τα ανωτέρω, είδη πτηνών, από την κατασκευή και λειτουργία των επίμαχων έργων, και, συγκεκρι­μένα, τόσο των παράκτιων εγκαταστάσεων, οι οποίες βρίσκονται εντός της χωροθετημένης Ζώνης Ειδικής Προστασίας, όσο και των κύριων εγκατα­στάσεων του Σταθμού, οι οποίες, όπως αναφέρεται και στο 10884/17. 10.2008 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μελετών - Κατα­σκευών Θερμοηλεκτρικών Έργων της Δ.Ε.Η. Α.Ε. γειτνιάζουν με τη ζώνη αυτή (βλ. και μελέτη αξιολόγησης Τ.Ε.Ε., σ. 2, 3, 8, πρβλ. Δ.Ε.Κ. από­φαση της 24.11.2011, Επιτροπή κ. Ισπανίας, σκ. 87).

19. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων πε­ριλαμβάνεται η σχετική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων Μαΐου 2008, όπως «συμπληρώθηκε» με το 10884/17.10.2008 έγγραφο του Προϊσταμέ­νου της Διεύθυνσης Μελετών - Κατασκευών Θερμοηλεκτρικών Έργων της Δ.Ε.Η., δεν προκύπτει ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για το επίμαχο έργο, ένα τμήμα του οποίου βρίσκεται εντός Ζώνης Ειδικής Προστασίας και το υπόλοιπο εξαιρέθηκε από την οριοθέτηση της ζώνης, παρά την αντίθετη πρόταση της σχετικής έκθεσης αξιολόγησης που συνέταξε το Ε.Κ.Β.Υ., αλλά εμπίπτει πάντως στην ευρύτερη περιοχή, εχώρησε ύστερα από διαπίστωση ότι το έργο δεν θα προκαλέσει επιβλαβείς επιπτώσεις στη ζώνη προστασίας ενόψει των ειδικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και στοιχείων της ή ύστερα από τεκμηριωμένη κρίση ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι σοβαρού δημόσιου συμφέροντος για την κατασκευή του έργου και ότι δεν υφίστανται εναλ­λακτικές λύσεις για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών, με παράλληλη πρόβλεψη συγκεκριμένων αντισταθμιστικών μέτρων ώστε να εξασφαλιστεί η συνολική συνοχή του οικοσυστήματος, της ζώνης προστασίας. Με τα δε­δομένα αυτά, δεν προκύπτει η  συνδρομή των απαιτουμένων, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 12, προϋποθέσεων για την εκτέλεση έργου σε πε­ριοχή ενταγμένη στο δίκτυο οικοτόπων Natura 2000. Η έλλειψη δε αυτή δεν καλύπτεται από τους όρους για την προστασία της ορνιθοπανίδας της επίμαχης Ζώνης Ειδικής Προστασίας από το θόρυβο και τις δονήσεις, οι οποίοι περιλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη κ.υ.α., καθώς και από τις πα­ραπομπές σε σχετικές, εγκεκριμένες ή υπό εκπόνηση, μελέτες και σε λοιπά μέτρα διαχείρισης και άλλα πιο εξειδικευμένα μέτρα προστασίας της ορνιθοπανίδας. Ουδεμία δε επίδραση ασκούν από την άποψη αυτή οι ισχυ­ρισμοί της Διοικήσεως και των παρεμβαινόντων περί απουσίας εναλλακτι­κών λύσεων ως προς τη χωροθέτηση των παράκτιων εγκαταστάσεων και περί της ανάγκης άμεσης έναρξης των απαραίτητων διαδικασιών κατά-σκευής του νέου Θερμοηλεκτρικού Σταθμού στη Νότια Ρόδο προκειμένου να καλυφθεί με ορθολογικό οικονομικά και περιβαλλοντικά αποδεκτό τρό­πο  η   «διαρκώς  αυξανόμενη  ζήτηση   ηλεκτρικής  ενέργειας  στη   Ρόδο», καθώς και η περιεχόμενη στην από Απρίλιο 2011 γνωμοδότηση του χημι­κού μηχανικού Δ. Τ.  εκτίμηση ότι «οι κυρίως εγκαταστάσεις του ΘΗΣ είναι σε απόσταση 400 μ. περίπου από τα όρια της Ζ.Ε.Π. και συνεπώς ο οποίος θόρυβος θα είναι μικρότερος στα όρια της Ζ.Ε.Π., ανύπαρκτοι δε εντός της Ζ.Ε.Π., ή τα συμπληρωματικά στοιχεία που υποβλήθηκαν με το 10884/17.10.2008 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μελετών-Κατασκευών Θερμοηλεκτρικών Έργων της Δ.Ε.Η. και η επισυναπτόμενη στο έγγραφο αυτό έκθεση ορνιθολογικής αξιολόγησης που συντάχθηκε με βάση την προγενέστερη Οδηγία 79/409/ΕΟΚ, δεδομένου αφ' ενός ότι στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και στα λοιπά στοιχεία, στα οποία στηρίζονται οι ανωτέρω προσβαλλόμενες πράξεις, δεν περιέχεται ειδική κρίση, κατ' επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, για τη συνδρομή λόγω ση­μαντικού δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα επιτακτικών, σε σχέση με την αδυναμία εξυπηρέτησης του συμφέροντος αυτού με άλλο τρόπο και αφετέρου ότι κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 12, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, που επιτρέπει την πραγματοποίηση ενός σχεδίου για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, εφόσον δεν υφίστανται εναλλακτικές λύσεις, μπορεί, πάντως, να εφαρμοστεί μόνον κα­τόπιν αναλύσεως των επιπτώσεων του οικείου σχεδίου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας αυτής, διότι χωρίς την εξέταση του ζητήματος αυτού οι ανωτέρω όροι εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής δεν είναι δυ­νατό να εκτιμηθούν (πρβλ. Δ.Ε.Κ., απόφαση της 24.11.2011, Επιτροπή κ. Ισπανίας, σκ. 109 επ., απόφαση της 20.9.2007, Επιτροπή κ. Ιταλίας, σκ. 80 επ.). Κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες πράξεις εγκρίσεως περιβαλ­λοντικών όρων δεν έχουν εκδοθεί νομίμως και πρέπει να ακυρωθούν, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση λόγο ακυρώσεως.

20. Επειδή, η ακύρωση κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέ­ψη των ανωτέρω πράξεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες άδειες οικοδομής 6/2011 της Διεύ­θυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου και 25/2012 της Διευθύνσεως Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Ρόδου, έχει ως συνέπεια να απωλέσουν το έρεισμά τους, οι οικοδομικές αυτές άδειες, οι οποίες καθίστανται για το λόγο αυτόν ακυρωτέες.

21. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να απορριφθούν οι παρεμβάσεις, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

 

 

ΣτΕ 5932/2012

[Παράνομη απόρριψη αίτησης για άρση αναδάσωσης]

 

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος

Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας

Δικηγόροι: Θ. Μύρτσος, Χρ. Διβάνη, Ευ. Ντούβλη, Δ. Αναστασόπουλος,

 

 

Εφόσον με τις αιτήσεις του για άρση της αναδάσωσης που είχε επιβληθεί στο παραπάνω ακίνητο, οαιτών είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, και δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αρμόδιες δασικές υπηρεσίες είχαν εισηγηθεί την άρση της αναδάσωσης με τα έγγραφα που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας είχε την υποχρέωση, μετά την έκδοση της
προαναφερόμενης πράξης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, η οποία έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα, να εξετάσει την από 21.1.2010 αίτησή του και ήδη αιτούντος και να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση για το αίτημα άρσης της αναδάσωσης. Συνεπώς, η προσβαλλό­μενη με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις σιωπηρή απόρριψη της ενλόγω αίτησης του αιτούντος είναι, για τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο, ακυρωτέα.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την πρώτη από τις αιτήσεις αυτές ζητείται η ακύρωση της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της από 20-2-2004 αίτησης του αιτούντα προς το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία ο ανωτέρω κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 3208/2003 (Α' 303), ζήτησε την άρση της υπ' αριθμ. 2193/1973 πράξης αναδάσωσης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορά το υπ' αριθμ. 45 κληροτεμάχιο οριστικής διανομής έτους 1931 του αγροκτήματος Πανοράματος Θεσσαλονίκης, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία του.

        Με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις ζητείται η ακύρωση της τεκμαι­ρόμενης σιωπηρής απόρριψης της από 21.1.2010 αίτησης του αιτούντα προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία ζητήθηκε η άρση της ίδιας αναδάσωσης κατά το μέρος, επίσης, που αφορά το παραπάνω, κληροτεμάχιο, σύμφωνα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979 (Α' 289), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008 (Α' 198).

3. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειάς τους.

4. Επειδή, εκκρεμούσης της υπό κρίση αίτησης εκδόθηκε ο ν. 3900/2010 (Α' 213), με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 47 του οποίου προστέθηκε, μεταξύ άλλων, η περίπτωση ιδ στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως ίσχυε, σύμφωνα με την οποία, υπάγονται στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων και οι διαφορές που αφορούν την κή­ρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων κατά τα άρθρα 38 και 41 του ν. 998/1979. Περαιτέρω, στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 50 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των άρθρων 47 παράγραφοι 1 και 2, 48 παρ. 2, 3 και 4 και 49 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις». Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η υπό κρίση αίτηση ανήκει πλέον στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου   Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο, όμως, κρίνει ότι συντρέχει λόγος να δικαστεί η υπόθεση από το Συμβούλιο της Επικρατείας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 67 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α' 8).

5. Επειδή, στην πρώτη αίτηση ακυρώσεως με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης σιωπηρής πράξης το σωματείο με την επωνυμία «ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που έχει, κατά το καταστατικό του, ως σκοπό την προστασία του περιβάλ­λοντος στην περιοχή Θεσσαλονίκης (Σ.τ.Ε 3479/1997, 3643/1999).

6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, από τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγο­νται ως φυσικά αγαθά σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς προς διατήρηση της μορφής τους και της κατά προορισμό χρήσης τους στο αυτό δε προστατευτικό καθεστώς υπάγονται και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ως αναδασωτέες. Στις τελευταίες εξ άλλου αυτές εκτάσεις, ανεξαρτήτως εάν είναι ιδιωτικές ή δημόσιες, απαγορεύονται επεμβάσεις πριν από την πραγματοποίηση του σκοπού της αναδάσωσης και την ανάκτηση της δα­σικής μορφής της έκτασης, ανεξαρτήτως εάν η πράξη κήρυξης της αναδά­σωσης έχει εκδοθεί πριν ή μετά την ισχύ του Συντάγματος (ΣτΕ Ολομ. 2778/1988, 3479/1997, 2500/1998, 3643/1999, 1520/2002, 286/2005). Συνεπώς, τυχόν αποφάσεις, με τις οποίες ορισμένες εκτάσεις κηρύσσονται αναδασωτέες, μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να ανακληθούν μόνο για πλάνη περί τα πράγματα ως προς το δασικό χαρακτήρα, η οποία πρέπει να καλύπτει ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την κήρυξη της αναδάσωσης και εφεξής, και να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα, ειδικά για κάθε ακίνητο, στοιχεία (Σ.τ.Ε 4086/2001, 235/2004). Παρέπεται επομένως, ότι όπως έχει κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 3696/1998, 235/2004), προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατ' αρχήν υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει κατ’ ουσία σχετικό αίτημα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει πράξη κήρυξης έκτασης, ως αναδασωτέας, πρέπει να τεθούν υπ’ όψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση αυτής, θεμελιώνοντας πλάνη περί τα πράγματα. Άλ­λως, η απόφαση περί αναδάσωσης είναι δυνατόν να αρθεί μόνον όταν έχει αυτή υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναβίωση της καταστραφείσας δασικής βλάστησης. Εξάλλου, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η άρνηση της Διοίκησης, όπως, κατόπιν σχετικής αίτησης του ενδιαφερομέ­νου, προβεί σε ανάκληση και παράνομης ακόμη διοικητικής πράξης δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, δυναμένη να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. Εφόσον όμως η Διοίκηση επιληφθεί σχετικού αιτήματος του ενδιαφερομένου και αποφάνθηκε κατόπιν νέας κατ' ουσία έρευνας, η σχετική αρνητική πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα, πρέ­πει δε να αιτιολογείται νομίμως (βλ. Σ.τ.Ε. 5931/1996, 3696/1998, 389/ 1998,  2830/1999, 2673/2001, 2399/2002, 235/2004).

7. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 ορίζεται ότι: «2. Οι εκτάσεις των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, καθώς και οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις επιτροπές της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου ως μη δασι­κές δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, τυχόν δε αποφάσεις με τις οποίες οι εν λόγω εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες ή επιβλήθηκαν διοικητικές ποινές προστίμου ή ειδικής αποζημίωσης, κατά τις διατά­ξεις των άρθρων 29 του ν. 2081/1992 (Α' 154) και 45 του ν. 2145/1993 (Α' 88), αντίστοιχα, αίρονται υποχρεωτικά, με πράξη του αρμόδιου οργάνου». Εξάλλου, στο άρθρο 44 του ν. 998/1979 προβλέπονται περιπτώσεις άρ­σης της αναδάσωσης, στη δε παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, που προ­στέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008 ορίζονται τα εξής: «4. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, καθώς και όταν ανακαλείται πράξη κηρύξεως εκτάσεως αναδασωτέας για οποιαδήποτε πραγματική ή νομική αιτία, απαιτείται απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επι­τροπής του άρθρου 10 του ν. 998/1979, επί της προτάσεως της οικείας Δασικής Υπηρεσίας». Περαιτέρω, στα εδάφια α', β' και δ' της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 ορίζεται ότι: «6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτά­σεις, β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμενοι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώ­σεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθή ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξάλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις του άρθρου 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ) ... δ) Αι αλυκαί ε) Αι περιοχαί δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεων ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρό­κειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Ν. 9471979».

8. Επειδή, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003, σε περίπτωση υποβολής στη Διοίκηση αίτησης για ολική ή μερική άρση αναδάσωσης για έκταση η οποία, πριν την αναδάσωση, ενέπιπτε στις διατάξεις των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και λόγω πλάνης περί τα πράγματα κηρύχθηκε αναδασωτέα, εφόσον η αίτηση αυτή συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η πράξη αναδάσωσης, το αρμό­διο για την κήρυξη της αναδάσωσης όργανο έχει υποχρέωση να εξετάζει το αίτημα και, αν από τα στοιχεία του φακέλου της Διοίκησης και εκείνα που προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο αποδεικνύεται πλάνη περί τα πράγματα ως προς το παραπάνω ζήτημα, να προβαίνει σε ολική ή μερική ανάκληση της πράξης κήρυξης της αναδάσωσης. Περαιτέρω, την ίδια υπο­χρέωση έχει το αρμόδιο όργανο αν η έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική από τις επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ίδιου νόμου. Κατά την έννοια όμως των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 3208/2003, ερμηνευόμενων ενόψει των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, της αρχής της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και των ρυθμίσεων του εν λόγω άρθρου 14 του ν. 998/1979, με το οποίο θεσπίζεται διαδικασία επίλυσης των αμφισβητήσεων για το δασικό χαρακτήρα ορισμένης έκτασης, περί­πτωση ανάκλησης της πράξης αναδάσωσης συντρέχει μόνο αν η έκταση είχε κριθεί από τις παραπάνω επιτροπές ως μη δασική και η διαδικασία αυτή χαρακτηρισμού της είχε περατωθεί πριν από την κήρυξη της αναδά­σωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την πλειοψηφούσα γνώμη, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979, που προστέθηκε με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008, θεσπίζεται νέα, σε σχέση με την έως τότε ισχύουσα ρύθμιση, διαδικασία ανάκλησης πράξης αναδάσω­σης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η αίτηση για την ανά­κληση πρέπει να υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο στο αρμόδιο για την έκδοση της πράξης αναδάσωσης όργανο, στο οποίο ανήκει και η αρμοδιό­τητα ανάκλησης της, δηλαδή στον οικείο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, συνοδευόμενη από νέα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, μπορούν να κλονίσουν την πραγματική βάση της αναδάσωσης, ο δε Γενικός Γραμ­ματέας Περιφέρειας υποχρεούται, σε κάθε περίπτωση, να αποστείλει την εν λόγω αίτηση στην αρμόδια κατά τόπο Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυ­σης Δασικών Αμφισβητήσεων, η απόφαση της οποίας δεν συνιστά εκτελε­στή πράξη αλλά απλή γνωμοδότηση σχετικά με τη βασιμότητα του αιτήμα­τος ανάκλησης της αναδάσωσης και, ακολούθως, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας, στην οποία ανήκει η αποφασιστική αρμοδιότητα, δέχεται ή απορρίπτει την σχετική αίτηση. Κατά την άποψη, όμως, του Προέδρου Κ. Μενουδάκου και του Συμβούλου κ. Ρόζου, από την γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης, σύμφωνα με τη διατύπωση της οποίας τόσο για την άρση της αναδάσωσης κατά τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 44 ν. 998/1979, όσο και για την ανάκληση, πράξης αναδάσωσης, εφόσον συντρέχουν οι κατά τα προαναφερόμενα προϋποθέσεις, απαιτείται από­φαση της οικείας πρωτοβάθμιας επιτροπής, ύστερα από πρόταση της δα­σικής υπηρεσίας, προκύπτει ότι η απόφαση της επιτροπής έχει εκτελεστό χαρακτήρα, η δε άρση ή ανάκληση της αναδάσωσης χωρεί βάσει της από­φασης αυτής με πράξη που έχει επίσης εκτελεστό χαρακτήρα εκδιδόμενης για λόγους νομιμότητας.

9. Επειδή, περαιτέρω, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003, πως ίσχυε κατά το χρόνο των προσβαλλόμενων απορρίψεων των αιτημάτων του αιτούντος, καταργηθείσα μεταγενεστέρως με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 3937/2011 (Α' 60) ορίζεται ότι: «Ο χαρακτή­ρας των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό ή οριστικό χάρτη που καταρτίσθηκε με τις διατάξεις του ν. 248/1976 ως μη δασικές, καθώς και ο χαρακτήρας των εκτάσεων που κρίθηκαν με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. του ίδιου νόμου ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, παραμένει έγκυρος και ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 παρ. του ν. 998/1979, Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Το Δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων, που με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητά του». Εξάλλου, στις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 και του άρθρου 27 του ν. 2664/1998 (275 Α'), όπως ίσχυαν κατά το κρίσιμο για την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως χρονικό διάστημα, καταργηθείσες μεταγενεστέρως με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3889/2010 (Α' 182), ορίζεται ότι: «1. Οι Δασικοί χάρτες καταρτίζονται κατά νομό από τις προβλεπόμενες στη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 28 υπηρεσίες των διευθύνσεων Δασών της Περιφέρειας στο νομό. Τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό των δασών και των δασικών εκτά­σεων λαμβάνονται από την παλαιότερη και την πλησιέστερη προς το χρό­νο κατάρτισης του δασικού χάρτη, αεροφωτογραφία. Εάν η παλαιότερη αεροφωτογράφηση δεν καλύπτει την εξεταζόμενη περιοχή ή η χρησιμο­ποίηση της λόγω κλίμακας ή ποιότητας καθίσταται απρόσφορη, χρησιμο­ποιείται και η αεροφωτογράφηση έτους λήψης 1960. 2. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, απεικονίζονται σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφικό ή χαρτογραφικό υλικό, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με τα φωτοερμη-νευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών, αποτελεί τον προσωρινό δασικό χάρτη. Ο χάρτης αυτός, μετά από την κατά τα ανωτέρω κατάρτισή του, αναρτάται από υπάλληλο της υπηρεσίας του άρθρου 28 παράγραφος 10 του παρόντος σε εμφανή θέση των γραφείων της, στα οικεία δημοτικά ή κοινοτικά καταστήματα και στο οικείο Δασαρχείο, συντασσομένου πρω­τοκόλλου που υπογράφεται από τον αναρτήσαντα και έναν μάρτυρα. Συγχρόνως, με δημόσια πρόσκληση που τοιχοκολλάται κατά τα ανωτέρω και ανακοινώνεται με οποιοδήποτε μέσο ενημέρωσης, κάθε ενδιαφερόμε­νος καλείται να λάβει γνώση του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη και να υποβάλει κατ' αυτού τις αντιρρήσεις του, είτε αυτο­προσώπως είτε με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, εντός αποκλειστι­κής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την ανάρτηση της πρόσκλησης και του χάρτη στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα. 3. Οι αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη ... αφορούν αποκλειστικά και μόνο αμφισβή­τηση του δασικού χαρακτήρα των εμφανιζόμενων στο χάρτη δασικών εκτάσεων ... Κατά τη διαδικασία των αντιρρήσεων δεν επιτρέπεται να τε­θούν ή να προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θιγούν δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Οι αντιρρήσεις εξετάζονται εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τριμελή επιτροπή, που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας περιφέρειας και αποτελείται από ένα δασολόγο ως πρόεδρο, ένα γεωπόνο και έναν τοπογράφο μηχανικό ... Ανάλογα με την αποδοχή ή την απόρριψη της αντίρρησης διορθώνεται ή μη και ο δασικός χάρτης. 4. Μετά από την κατά τα ανωτέρω εξέταση όλων των αντιρρήσεων και τις ανάλογες διορθώσεις, ο προσωρινός δασικός χάρτης, αφού κυρω­θεί από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, κυρύσσεται οριστι­κός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Επί των οριστικών δασικών χαρτών σημειώνονται οι περίμετροι όλων των δασικών εν γένει εκτάσεων, στις οποίες εφαρμόζονται και ισχύουν οι δια­τάξεις της δασικής νομοθεσίας. Μετά την κύρωση του δασικού χάρτη επι­τρέπεται η αναμόρφωσή του με την προσθήκη ή διαγραφή των εκτάσεων που θα υπαχθούν ή θα πάψουν να υπάγονται στο δασικό νόμο, σύμφωνα με πράξεις των αρμόδιων οργάνων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της δα­σικής νομοθεσίας. Η κατά τα ανωτέρω αναμόρφωση των δασικών χαρτών κυρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που λαμβάνεται μετά από εισήγηση της οικείας Διεύθυνσης Δασών». Πε­ραιτέρω, στις παρ. 14 και 16 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου ορί­ζεται ότι: «14. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις του ν. 248/1976 "περί φύλλου καταγραφής, μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και προστασίας των δημοσίων δα­σικών εκτάσεων» (ΦΕΚ 6 Α'), πλην του άρθρου 31» και ότι «16. Οι κτημα­τικοί χάρτες που καταρτίστηκαν βάσει του ν. 248/1976, αναξάρτητα αν εί-ναι προσωρινοί ή οριστικοί, παραμένουν σε ισχύ και διορθώνονται σύμ­φωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Από τη διόρθωσή τους οι πα­ραπάνω χάρτες επέχουν θέση των προβλεπόμενων από το άρθρο 27 του παρόντος δασικών χαρτών. Οι διορθώσεις που επιβάλλονται ύστερα από αποφάσεις των δικαστηρίων ή από τις ρυθμίσεις του παρόντος επιφέρο­νται στους παραπάνω χάρτες από την υπηρεσία της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος».

10. Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 και των άρθρων 27 και 28 του ν. 2664/1998, όπως ισχύουν, προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη του ν. 3208/2003, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητας της, έχει εφαρμογή στις εκτάσεις που εμφανίζονται ως μη δασικές σε προσωρινό ή οριστικό χάρτη που καταρτίστηκε κατά τις παραπάνω διατάξεις, μόνον όμως αν ο σχετι­κός χάρτης έχει κυρωθεί από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέ­ρειας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 27 του ν. 2664/1998.

11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ' αριθ. 50113/2580/20.5.1935 απόφαση του Γενικού Διοικητού Μακεδο­νίας (Β' 88) είχε κηρυχθεί αναδασωτέα έκταση πέριξ της Θεσσαλονίκης, εμβαδού, κατά την απόφαση, 14.500 στρεμμάτων, περιγραφόμενη κατά τρόπο γενικό ως προς τα όρια της. Όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, από την αναδάσωση εξαιρέθηκαν οι υπάρχουσες εντός της εκτάσεως αυ­τής «συμπαγείς γεωργικές εκτάσεις» των χωρίων της περιοχής. Η από­φαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ΓΔ 2193/9.10.1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Β' 1322), με σκοπό να προσδιοριστεί κατά τρόπο συγκεκριμένο η αναδασωτέα έκταση ως προς τα όρια και το εμβα­δόν. Ειδικότερα, με την τροποποιητική αυτή απόφαση καθορίσθηκαν λε­πτομερώς τα εξωτερικά όρια της έκτασης, προσδιορίσθηκε το συνολικό εμβαδόν της σε 29.790 στρέμματα, από τα οποία 23.868 στρέμματα θεω­ρήθηκε ότι ανήκουν στο Δημόσιο, 5.270 στρέμματα στην Υπηρεσία Διαχει­ρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων και 652 στρέμματα σε ιδιώτες από οριστι­κές διανομές, κηρύχθηκε δε ολόκληρη η έκταση ως αναδασωτέα, με την εξαίρεση μόνον 14 χώρων ειδικώς κατονομαζομένων, με μνεία της χρήσης και του εμβαδού τους, όπως δεξαμενές, νεκροταφεία, σχολεία, Ιερά Μονή και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Η τελευταία αυτή απόφαση «συμπλη­ρώθηκε» με την υπ' αριθ. Γ.Δ. 1877/29.6.1979 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Δ' 366), με την οποία, κατά τροποποίηση της προηγούμε­νης, εξαιρέθηκαν από την αναδάσωση οι εκτάσεις, των οποίων είχε ανα­γνωρισθεί ο ιδιωτικός χαρακτήρας, καθώς και οι γεωργοδενδροκομικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις και οι εκτάσεις στις οποίες είχαν ανεγερθεί κτι­ριακές επαγγελματικές εγκαταστάσεις και οι οποίες ήταν μισθωμένες στους κατόχους τους καλλιεργητές. Η νομαρχιακή αυτή απόφαση του έτους 1979 ανακλήθηκε με την υπ' αριθ. 1157/3.4.1990 απόφαση Νομάρ­χου Θεσσαλονίκης (Δ' 251) "για λόγους νομιμότητας και δημοσίου συμφέροντος", κατόπιν της διαπίστωσης ότι με την ανακληθείσα απόφαση είχε γίνει, υπό το κράτος ισχύος του Συντάγματος 1975, μη επιτρεπόμενη με­ρική άρση της αναδάσωσης. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανωτέρω υπ' αριθμ. ΓΔ1877/1979 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλο­νίκης, ύστερα από αίτηση της μητέρας και δικαιοπαρόχου του αιτούντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6510/17.11.1984 βεβαίωση του Δασάρχη Θεσσαλο­νίκης, σύμφωνα με την οποία ειδικώς το υπ' αριθμ. 45 κληροτεμάχιο υπά­γεται στις διατάξεις της παραγράφου 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979 και, ως εκ τούτου, δεν διέπεται από τη δασική νομοθεσία. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 διατυπώσεις δημοσιότη­τας για το εν λόγω έγγραφο τηρήθηκαν μόλις το έτος 2007, όπως προκύ­πτει από το υπ' αριθμ. 1494/19.3.2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Πανοράματος, στο οποίο βεβαιώνεται ότι το ανω­τέρω έγγραφο αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του Δήμου στις 16.3.2007 και από τα 16.3.2007 φύλλα των τοπικών εφημερίδων «ΜΑΚΕ­ΔΟΝΙΑ» και «ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» στα οποία δημοσιεύθηκε το εν λόγω έγγραφο.  Περαιτέρω,  μετά την ανάκληση της ΓΔ 1877/29.6.1979 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης με την προαναφερόμενη 1157/3.4.1990 απόφαση  του  ιδίου ανεβίωσε η  Γ.Δ. 2193/2.10.1973 νομαρχιακή απόφαση με συνέπεια, ολόκληρη η έκταση των 29.790 στρεμμάτων, πλην των 14 ειδικώς κατονομαζόμενων χώρων, να υπαχθεί εκ νέου στο προ­στατευτικό καθεστώς των αναδασωτέων εκτάσεων, ανεξαρτήτως του ιδιο­κτησιακού   καθεστώτος,   της  γεωργοδενδροκομικής   καλλιέργειας   ή   της επαγγελματικής χρήσης ορισμένων τμημάτων της. Κατά τα αυτά στοιχεία του φακέλου, λόγω εκραγείσας την 6.7.1997 πυρκαϊάς, αποτεφρώθηκε στην ίδια περιοχή συνολική έκταση 15.431 στρεμμάτων. Από την έκταση αυτή, η Διοίκηση θεώρησε ότι δασικές εκτάσεις αποτελούσαν μόνον τα 14.869 στρέμματα, τα οποία και κήρυξε εκ νέου αναδασωτέα με την υπ' αριθ. ΔΔ 2835/29.9.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Κεντρικής Μακεδονίας (Δ' 956), ενώ έκρινε αφενός μεν ότι εντός των ορίων του «Δάσους - Πάρκου» υφίσταντο και μη δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, συνολικού εμβαδού 1.117,8 στρεμμάτων, τις οποίες, για λόγους ενότητας με τις δασικές εκτάσεις, κήρυξε, με την υπ' αριθ. ΔΔ 2871/30. 9.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Κεντρικής Μακεδονίας (Δ' 956), δασωτέες προς απαλλοτρίωση, αφετέρου δε ότι υφίσταντο στην αυτή περιοχή και εκτάσεις, οι οποίες είχαν νομίμως προ του 1973 και μεταξύ των ετών 1979 και 1990 δομηθεί και τις οποίες με την ίδια απόφαση, που συνοδεύεται και από ειδικό πίνακα των τελευταίων αυτών εκτάσεων, εξαίρεσε από την δάσωση, με την αιτιολογία ότι είχε δημιουργη­θεί μη αναστρέψιμη κατάσταση. Με την υπ' αριθμ. 3643/1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι δύο τελευταίες αυτές πράξεις του Γενι­κού Γραμματέα Περιφέρειας ακυρώθηκαν στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι με την πρώτη μη νομίμως εξαιρέθηκαν από το προστατευτικό καθεστώς των αναδασωτέων εκτάσεων εκτάσεις περιλαμβανόμενες εντός των ορίων της κηρυχθείσης το έτος 1973, με πράξη που εξακολουθούσε να ισχύει, ως αναδασωτέας περιοχής, και με τον τρόπο αυτό μεταβλήθηκε ανεπιτρέπτως ο χαρακτήρας τους, και ότι με τη δεύτερη μη νομίμως αφενός χαρακτηρίσθηκαν ως δασωτέες, με την εκδοχή ότι είχαν αγροτικό χαρακτήρα εκτάσεις οι οποίες ενέπιπταν στα όρια της κατά τα ανωτέρω κηρυχθείσης ως αναδασωτέας περιοχής, αφετέρου δε εξαιρέθηκαν και από τον χαρακτηρισμό ως δασωτέων, για μόνο τον λόγο ότι είχαν νομί­μως, κατά την αντίληψη της διοίκησης, δομηθεί, οι αναγραφόμενες στον σχετικό πίνακα και περιλαμβανόμενες στην ανωτέρω περιοχή εκτάσεις, ενώ, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου, το γεγονός αυτό δεν αποτελούσε, επιτρεπτό κατά το Σύνταγμα και τον νόμο λόγο εξαί­ρεσης των εκτάσεων αυτών από την αναδάσωση. Τριτανακοπές ιδιοκτη­τών εκτάσεων που είχαν εξαιρεθεί από την αναδάσωση κατά της παρα­πάνω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθμ. 4086 - 4095/2001 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου. Με την από 20.2.2004 αίτησή του προς το Γενικό Γραμματέα της Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Κεντρικής Μακεδονίας ο αιτών ζήτησε, κατ' επίκληση των διατάξεων των παραγράφων 2 και 10 του άρθρου 21 του Ν. 3208/2003, την άρση της αναδάσωσης, η οποία είχε επιβληθεί, δυνάμει των προαναφερθεισών αποφάσεων, σε ακίνητό του ευρισκόμενο στην περιοχή Πανοράματος Θεσσαλονίκης. Ήδη με την πρώτη κρινόμενη από  10-6-2004, εμπρόθεσμη αίτησή του, ο ανωτέρω ζητεί, με προφανές έννομο συμφέρον, την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης του εν λόγω αιτήματος του και της συνακόλουθης άρνησης της Διοίκησης να προβεί στην άρση της αναδάσω­σης επί του ακινήτου του. Από τα στοιχεία του φακέλου, εξάλλου, προκύ­πτει ότι η Διεύθυνση Δασών Νομού Θεσσαλονίκης με το έγγραφο 3050/22.10.2004, καθώς και το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης με τα έγγραφα 1166/4.3.2004 και 3569/7.10.2004, τα οποία στηρίζονται σε ερμηνεία αεροφω­τογραφιών των ετών 1945, 1960, 1979, 1988 και 1993 δέχθηκαν ότι η επί­μαχη έκταση από το έτος 1931 δεν έχει δασικό χαρακτήρα και εισηγήθη­καν την άρση της αναδάσωσης ως προς το ακίνητο αυτό. Ακολούθως, ο αιτών, υπέβαλε ενώπιον του Δασάρχη Θεσσαλονίκης την από 26.5.2009 αίτηση του με την οποία ζήτησε την τήρηση της διαδικασίας της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008, προκειμένου να αρθεί η επιβληθείσα στο ακίνητο του αναδάσωση. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 34/2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφι­σβητήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, με την ακόλουθη αιτιολογία «Από την κατάθεση της μάρτυρος Α.Ε. δασολόγου, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, το σύνολο των ισχυρισμών των ενδιαφερομένων μερών και την εν γένει απο­δεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 50113/2580/20.6.1935   πράξη   του   Γενικού   Διοικητή   Μακεδονίας   κηρύχθηκαν αναδασωτέες δημόσιες εκτάσεις πέριξ της πόλης της Θεσσαλονίκης, εμβα­δού 14.500 στρεμμάτων εκτός των συμπαγών γεωργικών εκτάσεων που βρίσκονται εντός της περιμέτρου της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας έκτα­σης. Από την παραπάνω πράξη, σύμφωνα με παλαιότερα έγγραφα του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης (αριθμ. 9179/320/ 21.1.1966 και 50794/3731/ 15.10.1969 έγγραφα του Υπ. Γεωργίας και αριθμ. 8812/31.12.1968 έγγρα­φο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης) προκύπτει ότι εξαιρούντο της αναδασωτέας ιδιότητας τα κληροτεμάχια των οριστικών διανομών που δόθη­καν για γεωργική καλλιέργεια καθώς και οι αγροί για τους οποίους υπήρ­χαν αναγνωριστικές αποφάσεις κυριότητας. Οριστική διανομή στο αγρό­κτημα Πανοράματος για την αποκατάσταση προσφύγων έγινε το έτος 1931 και κυρώθηκε με το ν. 5496/32 στη νεοϊδρυθείσα το έτος 1930 Κοινότητα Πανοράματος. Στο πρωτόκολλο προσωρινής οροθεσίας και αποτερματισμού του Δάσους Πάρκου, στην 19η Συνεδρίαση που έγινε στις 3 Ιουνίου 1968 αναφέρονται όλες οι εκτάσεις που παραχωρήθηκαν σε ιδιώτες κατοί­κους περιοχής Πανοράματος προς καλλιέργεια βάσει της οριστικής διανο­μής του 1931. Μεταξύ των άλλων αναφέρεται και το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο εμβαδού 2.300τ.μ. το οποίο παραχωρήθηκε στον Π. Κ. με το υπ' αριθμ. 123/5.5.1932 παραχωρητήριο και εκδόθηκε ο αριθμ. 6118/25.5.1999 τίτλος κυριότητας της ΑΤΕ στη δε κυριότητα του αι­τούντος περιήλθε με το αριθμ. 16134/31.3.1986 συμβόλαιο γονικής παρο­χής της Συμβολαιογράφου Μ. Ψ-Χ. Με την ΓΔ 1877/1979 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία τροποποιήθηκε η ΓΔ 2193/73 ομοία, εξαιρέθηκαν της αναδασωτέας ιδιότητας οι γεωργικά και δενδροκομικά καλλιεργούμενες εκτάσεις και όσες έχουν αλλάξει χρήση ή ανήκαν την κυριότητα φυσικών και νομικών προσώπων. Από την στε­ρεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών έτους 1945 φαίνεται ότι το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο καλλιεργείται και βρίσκεται εντός ευρύτερης έκτασης της ίδιας μορφής. Από τη στεροσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών έτους 1960 φαίνεται ότι η έκταση έχει την ίδια μορφή με το 1945. Από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών έτους 1979 φαίνεται ότι η έκταση δεν καλλιεργείται και φέρει χορτολιβαδική βλάστηση. Από τη στερεοσκοπική παρατήρηση αεροφωτογραφιών έτους 1988 φαίνεται ότι η έκταση είναι γυμνή, χωρίς δασική βλάστηση και αποτελεί τμήμα ευρύτερης μη δασικής έκτασης. Από τα παραπάνω προκύ­πτει ότι το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο ανέκαθεν στερείτο παντελώς δασικής βλάστησης, δηλαδή δεν προέκυψε ποτέ το θέμα δασοκάλυψης, πόσο μάλ­λον καταστροφής της από οποιαδήποτε αιτία. Στη μελέτη αναδασώσεων του Δημόσιου Δάσους Πάρκου Θεσσαλονίκης η οποία εγκρίθηκε με την αριθμ.  204790/3395/24.11.1976  απόφαση  του  Υπουργού  Γεωργίας,  τα κληροτεμάχια που απεικονίζονται ως γεωργικές εκτάσεις στο χάρτη που συνοδεύει τη μελέτη δεν περιλαμβάνονται στις εκτάσεις προς αναδάσωση. Το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο συμπεριλαμβάνεται στις αγροτικές εκτάσεις της συστάδας 10γ. Το έτος 1996 συντάχθηκε ο προσωρινός κτηματικός χάρ­της του Δάσους Πάρκου περιοχής Πανοράματος κατ' εφαρμογή των διατά­ξεων του ν. 248/76 και του ν. 998/79. Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα και χάρτη το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο εμβαδού 2.300 τ.μ. εμπίπτει εντός του Κ.Α. 5098 στο Φ.Χ. 015652 ως ιδιωτική μη δασικού χαρακτήρα έκταση κηρυγμένη αναδασωτέα με την αριθμ. ΓΔ 1573/3.4.1990 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Το έτος 1984 εκδόθηκε η με αριθμ. 6510/17.11.1984 βεβαίωση του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την οποία η έκταση του με αριθμ. 45 κληροτεμαχίου ως ανήκουσα στην κατηγορία 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979  δεν διέπεται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας. Ο αιτών προχώρησε στη διαδικασία δημοσιοποίησης της παραπάνω βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 επέχει πλέον θέση χαρακτηρισμού. Σύμφωνα με το αριθμ. ΔΔ2290/10.7.2007 έγ­γραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Θεσσαλονίκης δεν ασκήθηκαν αντιρρή­σεις κατά της παραπάνω πράξης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επί­δικη έκταση κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 1931 έως σήμερα ήταν μη δασική. Συνεπώς, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρ­θρου 21 παρ. 2 του νόμου 3208/2003, εφόσον πρόκειται για έκταση που εμπίπτει   στην  περίπτωση  της παραγράφου  6α  του  ν. 998/1979, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα και η εκδοθείσα απόφαση περί κηρύξεως της αναδασωτέας πρέπει να αρθεί». Κατόπιν της πράξης αυτής, ο αιτών με την από 21.1.2010 αίτησή του προς τη Διεύθυνση Δα­σών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ζήτησε, εκ νέου την άρση της αναδάσωσης ως προς το υπ' αριθμ. 45 κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας του. Κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της αίτησης αυτής από τον Γε­νικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ασκείται από τον αιτούντα, εμπροθέσμως, η δεύτερη αίτηση ακυρώσεως.

12. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον με τις αιτήσεις του για άρση της αναδάσωσης που είχε επιβληθεί στο παραπάνω ακίνητο, ο αιτών είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, και δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αρμόδιες δασικές υπηρεσίες είχαν εισηγηθεί την άρση της αναδάσωσης με τα έγγραφα που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας είχε την υποχρέωση, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης πράξης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, η οποία, σύμφωνα με όσα δια­λαμβάνονται στη σκέψη 8, έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα, να εξετάσει την από 21.1.2010 αίτηση του και ήδη αιτούντος και να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση για το αίτημα άρσης της αναδάσωσης. Συνεπώς, η προσβαλλό­μενη με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις σιωπηρή απόρριψη της ενλόγω αίτησης του αιτούντος είναι, για τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο, ακυρωτέα. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή ακυρώ­σεως. Παρέλκει δε, κατόπιν τούτου, ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

13. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η ακύρωση της προσβαλλόμενης με την πρώτη αίτηση ακυρώσεως θα ήταν αλυσιτελής, δεδομένου ότι μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης με τη δεύτερη αίτηση ακυρώ­σεως, σιωπηρής απόρριψης της από 21.1.2010 αιτήσεως του αιτούντος προς τη Διοίκηση, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας έχει υπο­χρέωση να αποφανθεί για το ζήτημα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσης της αναδάσωσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διαπίστωση αν η επίμαχη έκταση ενέπιπτε στις περιπτώσεις α, δ ή ε της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και να εκδώσει σχετική αιτιολογημένη απόφαση για το υποβληθέν αίτημα περί ανάκλησης της πράξης αναδάσωσης κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία του αιτούντος.

 

ΣτΕ Ολ. 662/2012

[Προσωρινή αναστολή σφράγισης βιομηχανικής μονάδας

στην περιοχή του Ασωπού]

 

Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου

Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας

 

Η άμεση επίλυση του προβλήματος της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής του ποταμού Ασωπού και της λεκάνης απορροής του, το οποίο έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις και καθίσταται απειλητικό για την υγεία και τη ζωή του πληθυσμού, αποτελεί επείγοντα λόγο δημοσίου συμφέροντος. Η ικανοποίησή τους οφείλει να επιτευχθεί χωρίς καθυστέρηση και με τη συμβολή της αιτούσας, προς τις περιβαλλοντικές επιδόσεις της οποίας η εμπιστοσύνη της Διοίκησης έχει ευλόγως κλονισθεί, μεταξύ άλλων, λόγω της επικινδυνότητας των ουσιών που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγική της διαδικασία, αλλά και επειδή η τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας εκ μέρους της, η οποία ενέχεται σε παραβάσεις μέτρων που εξειδικεύουν την αρχή της προφύλαξης, δεν υπήρξε υποδειγματική κατά το παρελθόν.

Η Επιτροπή, κατά συνεκτίμηση της ανεπανόρθωτης βλάβης, την οποία πιθανολογείται ότι θα επιφέρει στην αιτούσα η διατήρηση της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά και της ανάγκης να της παρασχεθεί η δυνατότητα να συμβάλει στην αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής σύμφωνα με το ήδη ισχύον κανονιστικό καθεστώς, κρίνει ότι πρέπει να αρθεί η σφράγιση της επιχείρησης της αιτούσας μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2013 και να επαναλειτουργήσει το σφραγισθέν αυτής τμήμα υπό συγκεκριμένους όρους (λεπτομερής και απαρέγκλιτη τήρηση περιβαλλοντικών όρων, της άδειας διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων καθώς και της εγκριθείσας μελέτης επεξεργασίας και διάθεσης υγρών αποβλήτων, ολοκλήρωση και έγκριση της μελέτης εξυγίανσης και αποκατάστασης του εδάφους στη γειτνίαση του βόθρου της και άμεση έναρξη εκτέλεσης των σχετικών εργασιών κ.λπ.).

 

Βασικές σκέψεις

 

          1. Επειδή, με την πρώτη από τις δύο αιτήσεις για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1169360/2012 έντυπο γραμμάτιο παραβόλου) ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αριθμ. 4016/26.7.2012 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη Βοιωτίας, με την οποία αφενός μεν διατάχθηκε η προσωρινή διακοπή λειτουργίας και η σφράγιση της βιομηχανικής μονάδας παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας, που εκμεταλλεύεται η αιτούσα στη θέση «Αγιος Δημήτριος» Δημοτικής Ενότητας Οινοφύτων Βοιωτίας, αφετέρου δε ορίσθηκε ως ημερομηνία της σφράγισης η 27.8.2012. Με τη δεύτερη αίτηση για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1169359/2012 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου) ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αριθμ. 4426/28.8.2012 απόφασης του ίδιου ως άνω Αντιπεριφερειάρχη Βοιωτίας, η οποία έχει ταυτόσημο περιεχόμενο με την προαναφερόμενη απόφαση, ορίσθηκε δε με αυτή ως νέα ημερομηνία σφράγισης της ανωτέρω βιομηχανικής μονάδας της αιτούσας η 10.9.2012, οπότε και πραγματοποιήθηκε. Οι εν λόγω προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 του ν.3982/2011 για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος από τη ρύπανση που φαίνεται να προκαλείται, κυρίως, από την παράνομη διαχείριση και διάθεση των υγρών αποβλήτων και λυμάτων που παράγονται από τη δραστηριότητα της αιτούσας. Κατά των πράξεων αυτών, οι οποίες είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν, ασκήθηκαν από την αιτούσα αντίστοιχες αιτήσεις ακυρώσεως, δικάσιμος των οποίων ορίσθηκε η 17.4.2013.

2. Επειδή, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, με την 2256/13.7.2005 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας χορηγήθηκε στην αιτούσα ανανέωση άδειας λειτουργίας βιομηχανικής μονάδας παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας αόριστης διάρκειας στη θέση «Αγιος Δημήτριος» στην περιοχή των Οινοφύτων του Νομού Βοιωτίας. Για την εν λόγω βιομηχανική μονάδα είχαν ήδη εγκριθεί περιβαλλοντικοί όροι διάρκειας 5 ετών με την

4444/12.11.2003 απόφαση του Αντινομάρχη Βοιωτίας, ενώ με την Φ.42/666/2827/ 16.12.2003 απόφαση της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας είχε εγκριθεί μελέτη για υπεδάφια διάθεση των υγρών αποβλήτων της, ύστερα από φυσικοχημική επεξεργασία. Περαιτέρω, με την υπ’ αριθμ. 169-1194/10.4.2009 απόφαση του Αντινομάρχη Βοιωτίας χορηγήθηκε στην αιτούσα νέα έγκριση περιβαλλοντικών όρων διάρκειας πέντε ετών, με τη δε υπ’ αριθμ. Φ42/666/2668-40/514/19.3.2009 απόφαση της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχιακής

Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας εγκρίθηκε νέα μελέτη για επεξεργασία και διάθεση μη επικίνδυνων υγρών αποβλήτων, στην οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι τα μη επικίνδυνα υγρά απόβλητα θα συλλέγονται στην υπέργεια στεγανή δεξαμενή συλλογής των επικινδύνων αποβλήτων για από κοινού διαχείριση στη μονάδα εξάτμισης. Εξάλλου, για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων η αιτούσα διαθέτει την υπ’ αριθμ. 51484/5641/7.9.2010 σχετική άδεια που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση ΠΕΧΩ Στερεάς Ελλάδας. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, περαιτέρω, ότι μετά από έκτακτο μερικό έλεγχο τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ως προς τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων που διενεργήθηκε στο επίμαχο εργοστάσιο της αιτούσας από το Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος νομού Βοιωτίας στις 8.3.2012 και επαναλήφθηκε στις 15.3.2012 και στις 17.3.2012, συντάχθηκε, αρχικά, η υπ’ αριθμ. 692/14.5.2012 έκθεση μερικού ελέγχου και, εν συνεχεία, η από 14.6.2012 εισήγηση του ΚΕΠΠΕ, από τις οποίες προκύπτει ότι η αιτούσα διαχειριζόταν τα υγρά απόβλητά της κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν οι εξής παραβάσεις ως προς τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων της βιομηχανικής μονάδας της αιτούσας: α) δεν έχει κατατεθεί μελέτη αποκατάστασης - εξυγίανσης του υφιστάμενου σηπτικού- απορροφητικού βόθρου διάθεσης υγρών βιομηχανικών αποβλήτων κατά παράβαση του περιβαλλοντικού όρου ε.10 της αρ. πρωτ.169-1194/10.4.2009 απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, β) γίνονταν διάθεση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων στο παρακείμενο οικόπεδο μέσω κρυφού αγωγού (πιθανότητα απόβλητα επιμετάλλωσης) και υγρών αποβλήτων (πιθανότητα βαφής) τα οποία δεν είχαν δηλωθεί στην περιβαλλοντική μελέτη, από την εξέταση δε

δείγμα αποβλήτου που ελήφθη προέκυψε ότι πράγματι γίνονταν διάθεση υγρού βιομηχανικού αποβλήτου υψηλής συγκέντρωσης σε βαρέα μέταλλα (νικέλιο, χαλκό) τα οποία περιέχονται στις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία της εταιρείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, γ) από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι το νερό της γεώτρησης δεν χρησιμοποιείται για την παραγωγική διαδικασία και επιπλέον με κάποιο τρόπο έχει ρυπανθεί με ρυπαντές που απαντώνται στις πρώτες ύλες και τα απόβλητα της ελεγχόμενης μονάδας, δ) από τη χημική εξέταση του δείγματος που πάρθηκε από το όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας άλλης εταιρείας προκύπτει ότι πρόκειται για απόβλητο με πολύ υψηλό Ph, μάλλον οικοτοξικό Η15 σύμφωνα με το Ν.4042/2012, σε συνδυασμό με τις συγκεντρώσεις σε νικέλιο, μόλυβδο, χαλκό, βάριο και κυανιούχα. Σε κάθε περίπτωση αυτό το απόβλητο καταλήγει μέσω του σχεδόν επιφανειακού υδροφόρου και του υποκείμενου μπαζωμένου ρέματος στον Ασωπό ποταμό μαζί με τα όμβρια και συνεπώς παραβιάζεται η ΚΥΑ 20488/2010 που απαγορεύει την επιφανειακή διάθεση υγρών αποβλήτων και θέτει πολύ αυστηρά όρια για τη διάθεση των επεξεργασμένων αποβλήτων στον Ασωπό, ε) από τα αποτελέσματα δείγματος στερεού αποβλήτου που ελήφθησαν σε διάφορα σημεία του αδιαμόρφωτου οικοπέδου της εταιρείας, κατάντη των κτιριακών εγκαταστάσεων από την επιφάνεια του σχηματισμένου ρυακιού απορροής, τα οποία εστάλησαν στη Χημική Υπηρεσία Λειβαδιάς, προκύπτουν τιμές συγκέντρωσης νικελίου που καθιστούν το δείγμα μη αποδεκτό για διάθεση σε χώρο υγειονομικής ταφής για μη επικίνδυνα απόβλητα βάσει της 2003/33/ΕΚ και στ) δεν κατέστη δυνατή η ταυτοποίηση των εγκεκριμένων και των τελικά κατασκευασμένων και χρησιμοποιηθέντων βόθρων για τη διάθεση υγρών αποβλήτων και λυμάτων της βιομηχανίας. Ενόψει της εισήγησης αυτής, και ύστερα από το από 6.6.2012 απολογητικό υπόμνημα της αιτούσας εταιρείας, με την υπ’ αριθμ. 764/26.6.2012 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας επιβλήθηκε σε αυτήν πρόστιμο ύψους 55.000 ευρώ.

Ακολούθως, με το υπ’ αριθμ. 3186/5.7.2012 έγγραφο του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας κλήθηκε η αιτούσα σε απολογία καθώς η συνέχιση της λειτουργίας της μονάδας παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας και συγκεκριμένα η διαχείριση των υγρών αποβλήτων αυτής προκαλεί ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Εν συνεχεία, κατόπιν του από 23.7.2012 απολογητικού υπομνήματος της αιτούσας, εκδόθηκε από τον Αντιπεριφερειάρχη Βοιωτίας η με την πρώτη αίτηση προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4016/26.7.2012 απόφαση περί προσωρινής διακοπής λειτουργίας και σφράγισης των εισόδων της μονάδας παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας. Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε η σφράγιση της ανωτέρω εγκατάστασης προκειμένου α) να γίνει αποκάλυψη του παλαιού αλλά και του τωρινού αποχετευτικού δικτύου και δικτύου ομβρίων υδάτων και β) να ταυτοποιηθούν οι βόθροι που κατασκευάστηκαν από την έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου και αυτών που τελικά σήμερα λειτουργούν και να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται εξυγίανση και αποκατάσταση των χώρων αυτών. Δεδομένου δε ότι δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση της σφράγισης κατά την προγραμματισμένη ημέρα, εκδόθηκε από τον ίδιο Αντιπεριφερειάρχη η με την δεύτερη αίτηση προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.4426/28.8.2012 απόφαση με ταυτόσημο περιεχόμενο με την προαναφερόμενη απόφαση. Κατόπιν τούτων, την 10.9.2012 σφραγίσθηκε η επίδικη επιχείρηση και άρχισαν οι εργασίες εκσκαφής από την αρμόδια υπηρεσία, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 12.9.2012. Κατά των πράξεων αυτών ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως και αναστολής από την αιτούσα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λειβαδιάς, το οποίο με την 53/2012 απόφασή του τις παρέπεμψε λόγω αρμοδιότητας στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

3. Επειδή, όπως προκύπτει από το από 10.9.2012 πρακτικό σφράγισης που συντάχθηκε από υπαλλήλους του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, η επίμαχη μονάδα έχει ήδη σφραγισθεί. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν στερεί την υπό κρίση αίτηση από το αντικείμενό της, δεδομένου ότι είναι, πάντως, δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της σφραγίσεως κατάσταση (πρβλ. Ε.Α. 158/2010, 588/2003, 364/2001 κ.ά.).

4. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η πρώτη αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω αντικατάστασης της προσβαλλόμενης πράξης από την υπ’ αριθμ. 4426/28.8.2012 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Βοιωτίας, η οποία προσβάλλεται αυτοτελώς από την αιτούσα με τη δεύτερη κρινόμενη αίτηση αναστολής.

5. Επειδή, περαιτέρω, στο υπ’ αριθμ. 4472/25.9.2012 έγγραφο απόψεων του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Λειβαδιάς, αναφέρεται ότι, στα πλαίσια εφαρμογής των προσβαλλομένων πράξεων, μετά την ολοκλήρωση των εκσκαφών στις εγκαταστάσεις της επίδικης μονάδας, διαπιστώθηκε ότι μέχρι και την ημέρα του ελέγχου από το ΚΕΠΠΕ ανεπεξέργαστα απόβλητα διατίθεντο από την αιτούσα στο κατάντη οικόπεδο μέσω πέντε αγωγών, ότι δεν βρέθηκε καθώς δεν είχε κατασκευασθεί δίκτυο διευθέτησης όμβριων υδάτων του γηπέδου και ότι δεν κατέστη δυνατή η ταυτοποίηση των βόθρων των οποίων η κατασκευή εγκρίθηκε και

βεβαιώθηκε από την αρμόδια υπηρεσία υγείας αλλά η εταιρεία αρνείται ότι τον κατασκεύασε. Στο ίδιο δε έγγραφο αναφέρεται, επίσης, ότι κλείστηκαν - σφραγίστηκαν με μπετό τα φρεάτια όδευσης των πέντε αγωγών από τα μπάνια επιμετάλλωσης στη μονάδα φυσικοχημικής επεξεργασίας. Εξάλλου, στο υπ’ αριθμ. 4676/14.9.2012 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας, με το οποίο η αιτούσα κλήθηκε εκ νέου σε απολογία, αφενός μεν επαναλαμβάνονται οι ανωτέρω διαπιστώσεις της Διοίκησης, αφετέρου δε καλείται η αιτούσα να υποβάλει τις απόψεις της σχετικά με το ζήτημα της ταυτοποίησης των βόθρων, να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα που αφορούν τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων της βιομηχανικής της μονάδας, ειδικότερα ως προς την αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος συστήματος κατεργασίας αυτών, και, τέλος, να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες διευθέτησης τόσο των ομβρίων υδάτων του γηπέδου της όσο και των ομβρίων υδάτων που διέρχονται από το γήπεδό της από τα διπλανά γήπεδα. Ενόψει του εγγράφου αυτού, η αιτούσα με το από 20.9.2012 έγγραφό της απάντησε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «όπως έχει ήδη γνωστοποιηθεί στην Υπηρεσία σας, οι δύο βόθροι διάθεσης υγρών βιομηχανικών αποβλήτων δεν κατασκευάσθηκαν στις εγκεκριμένες θέσεις. Σε θέση που κατά την προ ημερών αυτοψία υποδείχθηκε στην Υπηρεσία σας κατασκευάσθηκε μόνον ένας βόθρος (απενεργοποιημένος από το έτος 2009). Αναφορικά με την ενδεχόμενη αναγκαιότητα για εξυγίανση και αποκατάσταση

του εδάφους στη γειτνίαση του βόθρου η εταιρεία μας έχει ήδη υποβάλει προσχέδιο μεθοδολογίας εκπόνησης σχετικής μελέτης εξυγίανσης και αποκατάστασης στην αρμόδια Διεύθυνση ΠΕΧΩ Στερεάς Ελλάδας (αρ. πρ. 3256/ 132668/4.7.2012). Το προσχέδιο μεθοδολογίας επί του παρόντος είναι υπό αξιολόγηση και η εταιρεία μας πρόσφατα (13.9.2012) ανταποκρινόμενη σε σχετικό έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΕΧΩ (αρ. πρωτ. 3505/143554/7.8.2012 με κοινοποίηση στην Υπηρεσία σας) κατέθεσε, ως συμπληρωματικά στοιχεία, τοπογραφικό με επισήμανση σε αυτό, μεταξύ άλλων, και του υφισταμένου ανενεργού βόθρου και υπεύθυνη δήλωσή μας περί της αληθοφάνειας των στοιχείων του τοπογραφικού». Περαιτέρω, στο ίδιο απαντητικό έγγραφο η αιτούσα, κατόπιν παράθεσης σχετικών στοιχείων και μετρήσεων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μονάδα εξάτμισης που χρησιμοποιεί ως μέσο διαχείρισης των υγρών αποβλήτων της μονάδας της, με βάση τις ώρες λειτουργίας της έχει καλύψει επακριβώς τις απαιτήσεις για κατεργασία των παραχθέντων υγρών

αποβλήτων καθ’ όλο το διάστημα από την εγκατάστασή της έως σήμερα, ενημερώνει δε την αρμόδια υπηρεσία ότι έχει ήδη προμηθευθεί εξατμιστήρα που θα αντικαταστήσει τη μονάδα αντίστροφης όσμωσης και σε συνδυασμό με την υφιστάμενη μονάδα εξάτμισης θα αποτελέσει ένα σύστημα αυξημένης ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση. Εξάλλου, ως προς το ζήτημα της διευθέτησης των ομβρίων υδάτων, η αιτούσα αναφέρει ότι έχει ήδη υποβάλει σχετική αίτηση (αρ. πρωτ. 2387/19.9.2012) ενώ έχει αναθέσει σε εταιρεία τη σύνταξη μελέτης για τα όμβρια του γηπέδου της που θα την υποβάλει στην υπηρεσία. Τέλος, στην από τον Οκτώβριο του 2012 τεχνική έκθεση με τίτλο «Πρόκληση ενδεχόμενης ρύπανσης του περιβάλλοντος από τις δραστηριότητες παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας της ......», την οποία συνέταξε η εταιρεία συμβούλων μηχανικών σε μελέτες και έργα για το περιβάλλον, την ασφάλεια και την επικινδυνότητα «..............» και η οποία προσκομίζεται από την αιτούσα, αφού μνημονεύεται το προαναφερόμενο ιστορικό και περιγράφεται η παραγωγική διαδικασία που ακολουθεί η βιομηχανική μονάδα της αιτούσας (με την αναφορά μετρήσεων και την παραπομπή σε τεχνικά παραρτήματα), βεβαιώνεται ότι όχι μόνο δεν ισχύουν πλέον οι λόγοι σφράγισης των εγκαταστάσεών της, αλλά και ότι δεν θα προκληθεί περιβαλλοντική ρύπανση από την τυχόν επαναλειτουργία της.

6. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα επιφέρει στην ίδια βλάβη δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η ασκηθείσα από την ίδια αίτηση ακυρώσεως, και η οποία συνίσταται σε οικονομικό της κλονισμό. Προβάλλει, ειδικότερα, προσκομίζοντας τους σχετικούς οικονομικούς ισολογισμούς ότι τα έτη 2010, 2011 και 2012 έως τη σφράγισή της, έχει υποστεί ζημιά 146.030, 138.261,66 και 415.242 ευρώ, αντίστοιχα, και ότι εξαιτίας της σφράγισής της αφενός μεν δεν παράγει εμπόρευμα για διάθεσή του στις αγορές αν και έχει ανειλημμένες υποχρεώσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, γεγονός που πέραν της οικονομικής βλάβης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τη φήμη της και θα επιφέρει διαρροή της πελατείας της, αφετέρου δε δεν έχει καταβάλει τους μισθούς των 75 εργαζομένων της ύψους 89.000 ευρώ περίπου, τους οποίους θα αναγκαστεί να απολύσει στην περίπτωση που εξακολουθήσει η αδυναμία λειτουργίας της. Προβάλλει ακόμη ότι, παρά τη δεινή οικονομική της θέση, η ίδια έχει προβεί, όπως προαναφέρθηκε, σε επένδυση ύψους 80.000 ευρώ (προσκομίζει φωτογραφίες, τη σχετική παραγγελία και την απόδειξη πληρωμής), η οποία αφορά σε αγορά νέου αποδοτικότερου από το προηγούμενο μηχανήματος που εξατμίζει τα απόβλητα και υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις της Διοίκησης με βάση την ήδη χορηγηθείσα έγκριση περιβαλλοντικών όρων.

7. Επειδή, η Επιτροπή εκτιμά ότι η άμεση επίλυση του προβλήματος της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής του ποταμού Ασωπού και της λεκάνης απορροής του, το οποίο έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις και καθίσταται απειλητικό για την υγεία και τη ζωή του πληθυσμού, αποτελεί επείγοντα λόγο δημοσίου συμφέροντος, η ικανοποίηση του οποίου οφείλει να επιτευχθεί χωρίς καθυστέρηση και με τη συμβολή της αιτούσας, προς τις περιβαλλοντικές επιδόσεις της οποίας η εμπιστοσύνη της Διοίκησης έχει ευλόγως κλονισθεί, μεταξύ άλλων, λόγω της επικινδυνότητας των ουσιών που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγική της διαδικασία, αλλά και ως εκ του γεγονότος ότι η τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας εκ μέρους της αιτούσας, η οποία ενέχεται σε παραβάσεις μέτρων που εξειδικεύουν την αρχή της προφύλαξης δεν υπήρξε υποδειγματική κατά το παρελθόν (βλ. το υπ’ αριθμ. 4772/25.9.2012 έγγραφο απόψεων του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης Ενέργειας και Φυσικών Πόρων προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Λειβαδιάς). Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι κατά την διενέργεια

της εκσκαφής για την αποκάλυψη του αποχετευτικού δικτύου της αιτούσας ελήφθησαν δείγματα από το υπέδαφος του γηπέδου της, τα οποία εστάλησαν για έλεγχο στο αρμόδιο εργαστήριο του Πολυτεχνείου Αθηνών, τα αποτελέσματα δε αυτού θεωρούνται κρίσιμα από τη Διοίκηση ως προς το μέγεθος και τη σοβαρότητα της ρύπανσης που έχει προκληθεί από την παραγωγική δραστηριότητα της επίμαχης μονάδας. Ενόψει αυτών, η Επιτροπή, κατά συνεκτίμηση της ανεπανόρθωτης βλάβης, την οποία πιθανολογείται ότι θα επιφέρει στην αιτούσα η διατήρηση της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά και της ανάγκης να παρασχεθεί στην ίδια η δυνατότητα να συμβάλει στην αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής σύμφωνα με το ήδη ισχύον κανονιστικό καθεστώς, κρίνει ότι πρέπει να αρθεί η σφράγιση της επιχείρησης της αιτούσας μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2013 και να επαναλειτουργήσει το σφραγισθέν αυτής τμήμα υπό τους εξής όρους: α) λεπτομερής και απαρέγκλιτη τήρηση των υφιστάμενων περιβαλλοντικών όρων της αιτούσας, καθώς και εκείνων, οι οποίοι, τυχόν θα εγκριθούν, β) τήρηση, ομοίως λεπτομερής και

απαρέγκλιτη, της άδειας διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων καθώς και της εγκριθείσας μελέτης επεξεργασίας και διάθεσης υγρών αποβλήτων, γ) παράλληλη ολοκλήρωση και έγκριση της μελέτης εξυγίανσης και αποκατάστασης του εδάφους στη γειτνίαση του βόθρου της και άμεση έναρξη εκτέλεσης των σχετικών εργασιών, δ) παράλληλη ολοκλήρωση και έγκριση της μελέτης διευθέτησης των ομβρίων υδάτων της καθώς και εκείνων που διέρχονται στο γήπεδο της αιτούσας από άλλα γήπεδα και άμεση έναρξη εκτέλεσης των σχετικών εργασιών και ε) επανέλεγχος ανά

τακτά χρονικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες της λειτουργίας της επίμαχης βιομηχανικής μονάδας ως προς την επίδρασή της στο φυσικό περιβάλλον και επανεκτίμηση της θέσης τους μετά την παραλαβή και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του προαναφερόμενου ελέγχου από το Πολυτεχνείο Αθηνών επί των ληφθέντων μη επιφανειακών δειγμάτων από το γήπεδο της αιτούσας.

8. Επειδή, ενόψει της εν μέρει αποδοχής της υπό κρίση αιτήσεως, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων.

 

Σχόλιο

 

Η μόλυνση του Ασωπού ποταμού από τις παρακείμενες βιομηχανίες απασχολεί συχνά την επιστημονική κοινότητα και την κοινή γνώμη. Για το λόγο αυτό οι αποφάσεις που ασχολούνται με αυτό το λεπτό ζήτημα έχουν ευρύτερο επιστημονικό και κοινωνικό ενδιαφέρον. Ενπροκειμένω ο Αντιπεριφερειάρχης Βοιωτίας  ανέστειλε τη λειτουργία μίας βιομηχανικής μονάδας  γιατί από δύο ελέγχους που έγιναν από την αρμόδια υπηρεσία προέκυψε, σύμφωνα με την διοίκηση, ότι δεν τηρούνταν οι περιβαλλοντικοί όροι για τη λειτουργία της μονάδας με αποτέλεσμα να προκαλείται μόλυνση στον Ασωπό και στην ευρύτερη περιοχή.

Η διοίκηση προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα: «Για την εν λόγω βιομηχανική μονάδα είχαν ήδη εγκριθεί περιβαλλοντικοί όροι διάρκειας 5 ετών με την4444/12.11.2003 απόφαση του Αντινομάρχη Βοιωτίας, ενώ με την Φ.42/666/2827/ 16.12.2003 απόφαση της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας είχε εγκριθεί μελέτη για υπεδάφια διάθεση των υγρών αποβλήτων της, ύστερα από φυσικοχημική επεξεργασία. Περαιτέρω,με την υπ’ αριθμ. 169-1194/10.4.2009 απόφαση του Αντινομάρχη Βοιωτίας χορηγήθηκε στην αιτούσα νέα έγκριση περιβαλλοντικών όρων διάρκειας πέντε ετών, με τη δε υπ’ αριθμ. Φ42/666/2668-40/514/19.3.2009 απόφαση της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας εγκρίθηκε νέα μελέτη για επεξεργασία και διάθεση μη επικίνδυνων υγρών αποβλήτων, στην οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι τα μη επικίνδυνα υγρά απόβλητα θα συλλέγονται στην υπέργεια στεγανή δεξαμενή συλλογής των επικινδύνων αποβλήτων για από κοινού διαχείριση στημονάδα εξάτμισης. Εξάλλου, για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων η αιτούσα διαθέτει την υπ’ αριθμ. 51484/5641/7.9.2010 σχετική άδεια που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση ΠΕΧΩ Στερεάς Ελλάδας. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, περαιτέρω, ότι μετά από έκτακτο μερικό έλεγχο τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ως προς τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων που διενεργήθηκε στο επίμαχο εργοστάσιο της αιτούσας από το Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος νομού Βοιωτίας στις 8.3.2012 και επαναλήφθηκε στις 15.3.2012 και στις 17.3.2012, συντάχθηκε, αρχικά, η υπ’ αριθμ. 692/14.5.2012 έκθεση μερικού ελέγχου και, εν συνεχεία, η από 14.6.2012 εισήγηση του ΚΕΠΠΕ, από τις οποίες προκύπτει ότι η αιτούσα διαχειριζόταν τα υγρά απόβλητά της κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

            Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν οι εξής παραβάσεις ως προς τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων της βιομηχανικής μονάδας της αιτούσας: α) δεν έχει κατατεθεί μελέτη αποκατάστασης - εξυγίανσης του υφιστάμενου σηπτικού- απορροφητικού βόθρου διάθεσης υγρών βιοηχανικών αποβλήτων κατά παράβαση του περιβαλλοντικού όρου ε.10 της αρ. πρωτ.169-1194/10.4.2009 απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, β) γίνονταν διάθεση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων στο παρακείμενο οικόπεδο μέσω κρυφού αγωγού (πιθανότητα απόβλητα επιμετάλλωσης) και υγρών αποβλήτων (πιθανότητα βαφής) τα οποία δεν είχαν δηλωθεί στην περιβαλλοντική μελέτη, από την εξέταση δε

δείγμα αποβλήτου που ελήφθη προέκυψε ότι πράγματι γίνονταν διάθεση υγρού βιομηχανικού αποβλήτου υψηλής συγκέντρωσης σε βαρέα μέταλλα (νικέλιο, χαλκό) τα οποία περιέχονται στις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία της εταιρείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, γ) από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι το νερό της γεώτρησης δεν χρησιμοποιείται για την παραγωγική διαδικασία και επιπλέον με κάποιο τρόπο έχει ρυπανθεί με ρυπαντές που απαντώνται στις πρώτες ύλες και τα απόβλητα της ελεγχόμενης μονάδας, δ) από τη χημική εξέταση του δείγματος που πάρθηκε από το όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας άλλης εταιρείας προκύπτει ότι πρόκειται για απόβλητο με πολύ υψηλό Ph, μάλλον οικοτοξικό Η15 σύμφωνα με το Ν.4042/2012, σε συνδυασμό με τις συγκεντρώσεις σε νικέλιο, μόλυβδο, χαλκό, βάριο και κυανιούχα. Σε κάθε περίπτωση αυτό το απόβλητο καταλήγει μέσω του σχεδόν επιφανειακού υδροφόρου και του υποκείμενου μπαζωμένου ρέματος στον Ασωπό ποταμό μαζί με τα όμβρια και συνεπώς παραβιάζεται η ΚΥΑ 20488/2010 που απαγορεύει την επιφανειακή διάθεση υγρών αποβλήτων και θέτει πολύ αυστηρά όρια για τη διάθεση των επεξεργασμένων αποβλήτων στον Ασωπό, ε) από τα αποτελέσματα δείγματος στερεού αποβλήτου που ελήφθησαν σε διάφορα σημεία του αδιαμόρφωτου οικοπέδου της εταιρείας, κατάντη των κτιριακών εγκαταστάσεων από την επιφάνεια του σχηματισμένου ρυακιού απορροής, τα οποία εστάλησαν στη Χημική Υπηρεσία Λειβαδιάς, προκύπτουν τιμές συγκέντρωσης νικελίου που καθιστούν το δείγμα μη αποδεκτό για διάθεση σε χώρο υγειονομικής ταφής για μη επικίνδυνα απόβλητα βάσει της 2003/33/ΕΚ και στ) δεν κατέστη δυνατή η ταυτοποίηση των εγκεκριμένων και των τελικά κατασκευασμένων και χρησιμοποιηθέντων βόθρων για τη διάθεση υγρών αποβλήτων και λυμάτων της βιομηχανίας. Ενόψει της εισήγησης αυτής, και ύστερα από το από 6.6.2012 απολογητικό υπόμνημα της αιτούσας εταιρείας, με την υπ’ αριθμ. 764/26.6.2012 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας επιβλήθηκε σε αυτήν πρόστιμο ύψους 55.000 ευρώ.

            Ακολούθως, με το υπ’ αριθμ. 3186/5.7.2012 έγγραφο του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας κλήθηκε η αιτούσα σε απολογία καθώς η συνέχιση της λειτουργίας της μονάδας παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας και συγκεκριμένα η διαχείριση των υγρών αποβλήτων αυτής προκαλεί ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Εν συνεχεία, κατόπιν του από 23.7.2012 απολογητικού υπομνήματος της αιτούσας, εκδόθηκε από τον Αντιπεριφερειάρχη Βοιωτίας η με την πρώτη αίτηση προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4016/26.7.2012 απόφαση περί προσωρινής διακοπής λειτουργίας και σφράγισης των εισόδων της μονάδας παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας. Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε η σφράγιση της ανωτέρω εγκατάστασης προκειμένου α) να γίνει αποκάλυψη του παλαιού αλλά και του τωρινού αποχετευτικού δικτύου και δικτύου ομβρίων υδάτων και β) να ταυτοποιηθούν οι βόθροι που κατασκευάστηκαν από την έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου και αυτών που τελικά σήμερα λειτουργούν και να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται εξυγίανση και αποκατάσταση των χώρων αυτών. Δεδομένου δε ότι δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση της σφράγισης κατά την προγραμματισμένη ημέρα, εκδόθηκε από τον ίδιο Αντιπεριφερειάρχη η με την δεύτερη αίτηση προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.4426/28.8.2012 απόφαση με ταυτόσημο περιεχόμενο με την προαναφερόμενη απόφαση. Κατόπιν τούτων, την 10.9.2012 σφραγίσθηκε η επίδικη επιχείρηση και άρχισαν οι εργασίες εκσκαφής από την αρμόδια υπηρεσία, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 12.9.2012»

            Η βιομηχανική μονάδα αντέτεινε τα ακόλουθα: «… οι δύο βόθροι διάθεσης υγρών βιομηχανικών αποβλήτων δεν κατασκευάσθηκαν στις εγκεκριμένες θέσεις. Σε θέση που κατά την προ ημερών αυτοψία υποδείχθηκε στην Υπηρεσία σας κατασκευάσθηκε μόνον ένας βόθρος (απενεργοποιημένος από το έτος 2009). Αναφορικά με την ενδεχόμενη αναγκαιότητα για εξυγίανση και αποκατάσταση του εδάφους στη γειτνίαση του βόθρου η εταιρεία μας έχει ήδη υποβάλει προσχέδιο μεθοδολογίας εκπόνησης σχετικής μελέτης εξυγίανσης και αποκατάστασης στην αρμόδια Διεύθυνση ΠΕΧΩ Στερεάς Ελλάδας (αρ. πρ. 3256/ 132668/4.7.2012). Το προσχέδιο μεθοδολογίας επί του παρόντος είναι υπό αξιολόγηση και η εταιρεία μας πρόσφατα (13.9.2012) ανταποκρινόμενη σε σχετικό έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΕΧΩ (αρ. πρωτ. 3505/143554/7.8.2012 με κοινοποίηση στην Υπηρεσία σας) κατέθεσε, ως συμπληρωματικά στοιχεία, τοπογραφικό με επισήμανση σε αυτό, μεταξύ άλλων, και του υφισταμένου ανενεργού βόθρου και υπεύθυνη δήλωσή μας περί της αληθοφάνειας των στοιχείων του τοπογραφικού». Περαιτέρω, στο ίδιο απαντητικό έγγραφο η αιτούσα, κατόπιν παράθεσης σχετικών στοιχείων και μετρήσεων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μονάδα εξάτμισης που χρησιμοποιεί ως μέσο διαχείρισης των υγρών αποβλήτων της μονάδας της, με βάση τις ώρες λειτουργίας της έχει καλύψει επακριβώς τις απαιτήσεις για κατεργασία των παραχθέντων υγρών αποβλήτων καθ’ όλο το διάστημα από την εγκατάστασή της έως σήμερα, ενημερώνει δε την αρμόδια υπηρεσία ότι έχει ήδη προμηθευθεί εξατμιστήρα που θα αντικαταστήσει τη μονάδα αντίστροφης όσμωσης και σε συνδυασμό με την υφιστάμενη μονάδα εξάτμισης θα αποτελέσει ένα σύστημα αυξημένης ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση. Εξάλλου, ως προς το ζήτημα της διευθέτησης των ομβρίων υδάτων, η αιτούσα αναφέρει ότι έχει ήδη υποβάλει σχετική αίτηση (αρ. πρωτ. 2387/19.9.2012) ενώ έχει αναθέσει σε εταιρεία τη σύνταξη μελέτης για τα όμβρια του γηπέδου της που θα την υποβάλει στην υπηρεσία. Τέλος, στην από τον Οκτώβριο του 2012 τεχνική έκθεση με τίτλο «Πρόκληση ενδεχόμενης ρύπανσης του περιβάλλοντος από τις δραστηριότητες παραγωγής μεταλλικών εξαρτημάτων και ειδών κιγκαλερίας της ......», την οποία συνέταξε η εταιρεία συμβούλων μηχανικών σε μελέτες και έργα για το περιβάλλον, την ασφάλεια και την επικινδυνότητα «..............» και η οποία προσκομίζεται από την αιτούσα, αφού μνημονεύεται το προαναφερόμενο ιστορικό και περιγράφεται η παραγωγική διαδικασία που ακολουθεί η βιομηχανική μονάδα της αιτούσας (με την αναφορά μετρήσεων και την παραπομπή σε τεχνικά παραρτήματα), βεβαιώνεται ότι όχι μόνο δεν ισχύουν πλέον οι λόγοι σφράγισης των εγκαταστάσεών της, αλλά και ότι δεν θα προκληθεί περιβαλλοντική ρύπανση από την τυχόν επαναλειτουργία της».

            Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η βιομηχανική μονάδα προέβη στην αγορά εξοπλισμού υψηλής  τεχνολογίας (εξατμιστήρας), η χρησιμοποίηση του οποίου σύμφωνα με την τεχνική έκθεση που προσκομίστηκε θα έχει ως  αποτέλεσμα τη μη πρόκληση περιβαλλοντικής ρύπανσης. 

            Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχολιαζόμενη απόφαση (662/2012) σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας πρέπει να ασκείται με τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλει στην επίτευξη ενός επείγοντα λόγου δημοσίου συμφέροντος όπως είναι η προστασία τόσο του Ασωπού όσο και της δημόσιας υγείας των κατοίκων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων όχι μόνο δεν πρέπει να προσκρούει σε λόγους δημοσίου συμφέροντος αλλά αντίθετα οφείλει να συμβάλει στην πράγματωσή τους. Η πρωτοπόρα σκέψη της απόφασης είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τα συνταγματικά δικαιώματα αντιθετικά αλλά συνθετικά. Έτσι υπογραμμίζει ότι «η άμεση επίλυση του προβλήματος της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής του ποταμού Ασωπού και της λεκάνης απορροής του , το οποίο έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και καθίσταται απειλητικό για την υγεία και τη ζωή του πληθυσμού αποτελεί επείγοντα λόγο δημοσίου συμφέροντος , η ικανοποίηση του οποίου οφείλει να επιτευχθεί και με τη συμβολή της αιτούσας». Συνεκτιμώντας λοιπόν το δικαστήριο και την συνακόλουθη ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη που θα υποστεί η βιομηχανική μονάδα από τη σφράγιση αλλά και την ανάγκη να συμβάλει στην αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος ανέστειλε την σφράγισή της για περιορισμένο χρονικό διάστημα θέτοντας αυστηρές προϋποθέσεις προϋποθέσεις.

            Η σχολιαζόμενη απόφαση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της δημιουργικής όσμωσης των συνταγματικών δικαιωμάτων σε περίπτωση σύγκρουσής τους. Εν προκειμένω η προστασία του περιβάλλοντος (προστασία του υδροφόρου ορίζοντα και της λεκάνης του Ασωπού) συγκρούεται με το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, το οποίο πλήττεται στον πυρήνα του με την απόφαση σφράγισης και το δικαίωμα της εργασίας (των εργαζομένων στην επιχείρηση). Η Επιτροπή αναστολών του Συμβουλίου της επικρατείας δεν προχώρησε στην άνευ όρων συρρίκνωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας και του δικαιώματος της εργασίας. Αντιμετωπίζοντας την σύγκρουση των συνταγματικών δικαιωμάτων συνθετικά και διαπλαστικά έθεσε τα όρια άσκησης του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας. Η στάθμιση μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων έγινε προφανώς με γνώμονα την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας και οδήγησε μέσω της όσμωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην διαπλαστική ερμηνεία του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας. Η στάθμιση αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή μετάβαση του νομικού μας συστήματος από την «κυριαρχία» του γενικού και απρόσωπου νόμου  στην a posteriori εκτίμηση των υποθέσεων από το δικαστή. Αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία  για τις συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν συνταγματικά δικαιώματα, οι οποίες απαιτούν δυναμική ερμηνεία, όπως η οικονομική ελευθερία.

 

Μαρίνα Χρ. Μπούζη

Δικηγόρος

DEA DROIT PUBLIC

Université Paul Cézanne Aix-Marseille 3

 

 

 

 

ΣτΕ Ολ. 33/2013 *

[Νόμιμα αιτιολογημένη πράξη αναδάσωσης]

 

Πρόεδρος: Π. Πικραμένος

Εισηγητής: Ν. Ρόζος

Δικηγόροι: Γ. Μακράκης, Δ. Αναστασόπουλος,

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και, ειδικότερα, από την εισηγητική έκθεση, ύστερα από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναδάσωσης, καθώς και την έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας, η επίδικη έκταση συνορεύει βόρεια με δάσος και αναδασωτέα έκταση, δυτικά με καλλιέργειες, ανατολικά με αναδασωτέο δάσος και νότια με δάσος, πριν δε από την αλλοίωσή της καλυπτόταν από πρίνο, ασφένδαμο και θαμνώδη υποβλάστηση σε ποσοστό άνω του 50%, εμφανιζόμενη ως δάσος στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1968 και 1989. Υπό αυτά τα δεδομένα η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη αιτιολόγηση και ο λόγος ακυρώσεως ότι η επίδικη έκταση ανέκαθεν εκαλλιεργείτο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση στο σύνολό της.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος ζητεί την ακύρωση της 1789/3.6.2004 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης (ΦΕΚ 551/Δ/25.6.2004), που υπογράφεται με εντολή του από το Γενικό Διευθυντή. Με την ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε αναδασωτέα δασική έκταση εμβαδού 217,64 τ.μ., ευρισκόμενη στη θέση «Πασπαρασέλι» Καθαρού (Δημοτικό Διαμέρισμα Κριτσάς του αιτούντος Δήμου, Νομού Λασιθίου), της οποίας ο αιτών ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης.

3. Επειδή επί της αιτήσεως αυτής δημοσιεύτηκε η απόφαση 3559/2008 του Ε' Τμήματος του δικαστηρίου τούτου. Με αυτήν διαπιστώθηκε ότι οι έννοιες «δάσος» και «δασική έκταση», όπως ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α'), που αντικατέστησαν τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α') και οι οποίες ίσχυαν το χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση   δεν   συνέπεπταν   με   αντίστοιχους ορισμούς που περιέχοντο στο άρθρο 3 στοιχεία α' και β' του Κανονισμού 2152/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17.11.2003 «για την παρακολούθηση των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Κοινότητα «Έμφαση στα δάση» (Ε.ΕL 324/11.12.2003).

Εκρίθη συνεπώς περαιτέρω ότι ενδέχετο η ανωτέρω νομοθεσία να είναι ασύμβατη προς το κοινοτικό δίκαιο, οπότε και θα έπρεπε να μην την εφαρμόσει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αμφιβάλλουν όμως ως προς το βάσιμο της εκτιμήσεως του αυτής, αφού δέχτηκε την κρινόμενη αίτηση ως προς το παραδεκτό αυτής, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) προδικαστικά ερωτήματα περί του αν, μεταξύ άλλων, εφαρμόζονται οι διδόμενοι από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού 2152/2003 ορισμοί του δάσους και της δασικής εκτάσεως και σε θέματα προστασίας και διαχειρίσεως εν γένει των κατά τους ανωτέρω ορισμούς δασών και δασικών εκτάσεων τα οποία δεν ρυθμίζονται μεν ρητώς από τον Κανονισμό αυτόν αλλά προβλέπονται από την ελληνική έννομη τάξη, όπως στην περίπτωση της επιβληθείσης με την προσβαλλόμενη απόφαση αναδασώσεως. Επί των ερωτημάτων αυτών με την απόφαση του της 22.4.2010 (C-82/09) το Δ.Ε.Κ. αποφάνθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού 2152/2003 ορίζουν τις έννοιες «δάσος» και «δασική έκταση» αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς του Κανονισμού και δεν αποκλείουν εθνικές διατάξεις περιέχουσες διαφορετικούς ορισμούς των εννοιών αυτών όσον αφορά προγράμματα που δεν διέπονται από τον Κανονισμό.

4. Επειδή, μετά την περιέλευση της αποφάσεως αυτής του Δ.Ε.Κ. στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 5.5.2010, η παρούσα υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητας με την από 29.11.2010 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

5. Επειδή, ύστερα από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Δ.Ε.Κ., και εν όψει του ότι, όπως ελέχθη στη σκέψη 3, ο Κανονισμός 2152/2003 δεν περιλαμβάνει την αναδάσωση στα προγράμματα προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων, τις έννοιες των οποίων δίνει στο άρθρο 3 στοιχεία α' και β' αυτού, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εξεταστέα εν όψει των ορισμών που δίνει στις έννοιες αυτές η ελληνική νομοθεσία.

6. Επειδή, ύστερα από την κατά τα  αναφερόμενα στη σκέψη 4 περιέλευση της  αποφάσεως  του  Δ.Ε.Κ.   στο   Συμβούλιο  της  Επικρατείας εκδόθηκε η απόφαση 32/2013 της Ολομέλειας του επί υποθέσεως κατά την εκδίκαση της οποίας ενώπιον της είχαν τεθεί, μεταξύ άλλων, και τα αναγόμενα στα προαναφερόμενα προδικαστικά ερωτήματα ζητήματα, λόγω των οποίων και είχε αναβληθεί με την 3973/2009 απόφαση της η επ’ αυτών οριστική απόφαση.

7. Επειδή με την ανωτέρω 32/2013 απόφαση έγινε δεκτό ότι η τεθείσα υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση, με την οποία δίνονται οι ορισμοί του δάσους και της δασικής εκτάσεως, υιοθέτησε τους αντίστοιχους ορισμούς   που   είχε   δώσει   η   απόφαση   27/1999   του   Ανωτάτου   Ειδικού Δικαστηρίου. Κατόπιν δε αυτού, έκρινε ότι είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπ’ αυτό ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση και, συνεπώς, ανίσχυρες, οι εξής ρυθμίσεις του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκαν, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 2, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003: α) η της περ. Ι της παρ. 3, κατά την οποία το δάσος ή η δασική έκταση αποτελείται μόνο άγρια ξυλώδη φυτά που είναι δασοπονικά, δηλαδή δυνάμενα να παράγουν προϊόντα από τη δασοπονική του εκμετάλλευση, β) η του πρώτου εδαφίου της περ. II της παρ. 3, κατά την οποία η έκταση ενός δάσους ή μιας δασικής εκτάσεως πρέπει να έχει ένα αριθμητικώς καθοριζόμενο ελάχιστο εμβαδόν (τρία στρέμματα), γ) η του πρώτου εδαφίου της περ.  III  της παρ.  3,  που ορίζει ότι  η συγκόμωση,  η  κατακόρυφη  δηλαδή προβολή της κόμης των επί της ανωτέρω εκτάσεως δασικών ειδών πρέπει να καλύπτουν το 25% αυτής. Και δ) των στοιχείων α' και β' του δευτέρου εδαφίου της περ. III  της παρ. 3,  που ορίζουν,   μεταξύ  άλλων,   και  αναλόγως του ποσοστού της συγκομώσεως, πότε μία έκταση είναι δάσος και πότε δασική.

8. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα ως μη νόμιμη διότι η έκταση η οποία κηρύχθηκε με αυτήν αναδασωτέα δεν πληροί τα κριτήρια τα οποία θέτει το άρθρο άρθρο 3 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε κατά τα αναφερόμενα στην σκέψη 7 με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3208/2003, δηλαδή παραγωγή προϊόντων από τη δασοπονική   τους   εκμετάλλευση,   ελάχιστη έκταση τριών στρεμμάτων και συγκόμωση 25%. Δεδομένου όμως ότι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, οι θέτουσες τα ανωτέρω κριτήρια διατάξεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και ως εκ τούτου ανίσχυρες και αντισυνταγματικές, ο λόγος αυτός, ο οποίος  στην αντίθετη προϋπόθεση -προϋπόθεση δηλαδή ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι ισχυρές, και άρα εφαρμοστέες- είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

9. Επειδή η κατά τα άρθρα 117 παρ. 1 του Συντάγματος και 38 παρ. 1 του Ν. 998/1979, σε περίπτωση καταστροφής ή αποψιλώσεως εκτάσεως που είναι   δάσος   ή   δασική   από   οποιοδήποτε  αιτία,   η   αναδάσωση   της  είναι υποχρεωτική ασχέτως του χαρακτήρα της ως δημόσιας ή ιδιωτικής. Συνεπώς ο λόγος ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη διότι η πεδινή έκταση ανήκει στον αιτούντα Δήμο είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής (ΣτΕ 3871/2004, 1308/2005, 3185/2009 κ.ά.).

10. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως ότι της εκδόσεως της προσβαλλομένης έπρεπε   να   είχε   προηγηθεί   η    διαδικασία   της   επιλύσεως   των   τυχόν αμφισβητήσεων για το χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως ως δασικής ή μη κατά το άρθρο 14 του Ν. 998/1979 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ' όσον η εφαρμογή των ανωτέρω αρθρ. 117 παρ. 3 του Συντάγματος και 38 παρ. 1 του Ν. 998/1979 δεν προϋποθέτει τούτο (ΣτΕ 904, 2126/2002, 946/2002, 2294/2003, 1308/2005,2519/2009).

11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και, ειδικότερα, από την εισηγητική έκθεση, ύστερα από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την ΔΥ/13.10.2002 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας, η επίδικη έκταση συνορεύει βόρεια με δάσος και αναδασωτέα έκταση, δυτικά με καλλιέργειες, ανατολικά με αναδασωτέο δάσος και νότια με δάσος, πριν δε την αλλοίωση της καλυπτόταν από πρίνο, ασφένδαμο και θαμνώδη υποβλάστηση σε ποσοστό άνω του 50%, εμφανιζόμενη ως δάσος στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1968 και 1989. Υπό τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη και νόμιμη αιτιολόγηση, και ο λόγος ακυρώσεως ότι η επίδικη έκταση ανέκαθεν εκαλλιεργείτο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση στο σύνολό της.

 

* Όμοια η ΣτΕ Ολ. 34/2013.

 

ΣτΕ Ολ. 32/2013

[Αντισυνταγματικότητα του ν. 3147/2003 ως προς τον ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης]

Πρόεδρος: Π. Πικραμένος

Εισηγητής: Ν. Ρόζος

Δικηγόροι: Δ. Νικόπουλος, Δ. Αναστασόπουλος

 

Η υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση, με την οποία δίνονται οι ορισμοί του δάσους και της δασικής εκτάσεως, υιοθέτησε τους αντίστοιχους ορισμούς που είχε δώσει η απόφαση 27/1999 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπ’ αυτό ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση και, συνεπώς, ανίσχυρες, οι εξής ρυθμίσεις του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003: α) η της περ. Ι της παρ. 3, κατά την οποία το δάσος ή η δασική έκταση αποτελείται μόνο άγρια ξυλώδη φυτά που είναι δασοπονικά, δηλαδή δυνάμενα να παράγουν προϊόντα από τη δασοπονική τους εκμετάλλευση, β) η του πρώτου εδαφίου της περ. II της παρ. 3, κατά την οποία η έκταση ενός δάσους ή μιας δασικής εκτάσεως πρέπει να έχει ένα αριθμητικώς καθοριζόμενο ελάχιστο εμβαδόν (τρία στρέμματα), γ) η του πρώτου εδαφίου της περ. III της παρ. 3, που ορίζει ότι  η συγκόμωση,  η  κατακόρυφη  δηλαδή προβολή της κόμης των επί της ανωτέρω εκτάσεως δασικών ειδών πρέπει να καλύπτουν το 25% αυτής, και δ) των στοιχείων α' και β' του δευτέρου εδαφίου της περ. III της παρ. 3, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, και  αναλόγως του ποσοστού της συγκομώσεως, πότε μία έκταση είναι δάσος και πότε δασική.

Η απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων δεσμεύει τα αρμόδια δασικά όργανα αφενός ως προς το ζήτημα της ιδιοκτησίας της εκτάσεως, αφετέρου ως προς το επιτρεπτό της χρήσεως για την οποία είχε γίνει αρχικώς η αποκατάσταση με την απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως. Για το χαρακτηρισμό όμως της εκτάσεως ως δασικού χαρακτήρα ή μη αρμόδια παραμένουν τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπει.

 

Βασικές σκέψεις

 

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως συμπληρώθηκε με το από 17.4.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της υπ' αριθμ. 90532/174/16.3.2005 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας υπό τον τίτλο «Καθορισμός διαδικασίας κατάρτισης, τήρησης, κωδικοποίησης και ενημέρωσης του δασολογίου» (ΦΕΚ Β' 370/23.3.2005).

2. Επειδή, επί της αιτήσεως αυτής δημοσιεύτηκε η 3973/2009 απόφαση της Ολομέλειας του δικαστηρίου τούτου. Με οριστικές διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως διατάχθηκε η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου και απορρίφθηκαν οι λόγοι ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε α) αναρμοδίως κατά χρόνο και β) κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος δηλαδή ότι μη νομίμως εκδόθηκε ως απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και όχι ως διάταγμα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Περαιτέρω προβαλλόταν λόγος ακυρώσεως περί αντιθέσεως της προσβαλλόμενης στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η προβλεπόμενη από αυτήν να διεξαχθεί εργασία καταρτίσεως του δασολόγου γίνεται βάσει των ορισμών του δάσους και της δασικής εκτάσεως, όπως αυτοί δίνονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α'), που αντικατέστησαν τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α'), αναφερόμενες (οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003) εφεξής ως «νέο άρθρο 3 Ν. 998/1979», λαμβανομένων επίσης υπόψη των οριζομένων στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 1 του   ν.   3147/2003   (ΦΕΚ 135 Α'). Σύμφωνα δε με προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως αυτό, οι ανωτέρω ορισμοί είναι αντίθετοι προς την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη διότι απομειώνουν την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Επί του λόγου αυτού το Δικαστήριο δεν έλαβε θέση και ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Τούτο δε εν όψει της ήδη εχούσης δημοσιευθεί 3559/2008 αποφάσεως  του Ε'  Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία προκειμένης εφαρμογής των διδομένων στο ανωτέρω νέο άρθρο 3 του Ν. 9981/1979 ορισμών του δάσους και της δασικής εκτάσεως του δοθέντος ότι οι ορισμοί αυτοί δεν συμπίπτουν με τους ορισμούς του δάσους και της δασικής εκτάσεως που δίδονται από το άρθρο 3 εδαφ. α) και β) του ισχύοντος από 1.1.2003 Κανονισμού 2152/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17.11.2003   «για την παρακολούθηση των   δασών   και   των   περιβαλλοντικών   αλληλεπιδράσεων   στην   Κοινότητα "Έμφαση   στα  δάση"»   (ΕΕ 324),  πλην  υποβληθεί  στο  Δικαστήριο  των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ. ερωτήματα) από την απάντηση στα οποία εξαρτάται το κύρος των ανωτέρω ορισμών που δίδονται νέο άρθρο 3 του Ν. 998/1979.   Ειδικότερα δε,  αν οι  διδόμενοι  από  τις διατάξεις του  ανωτέρω Κανονισμού ορισμοί εφαρμόζονται και σε θέματα προστασίας και διαχειρίσεως των  κατά  τους  ανωτέρω  ορισμούς  του   κανονισμού   δασών  και   δασικών εκτάσεων τα οποία δεν ρυθμίζονται ρητώς από αυτόν, προβλέπονται όμως από την ελληνική έννομη τάξη. Επί των ερωτημάτων αυτών με την απόφαση του της 22.4.2010 (C - 82/09) του Δ.Ε.Κ. αποφάνθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού 2152/2003  ορίζουν τις έννοιες «δάσος»  και  «δασική  έκταση» αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς του Κανονισμού και δεν αποκλείουν εθνικές διατάξεις περιέχουσες διαφορετικούς ορισμούς των εννοιών αυτών όσον αφορά προγράμματα προστασίας των δασών που δεν διέπονται από τον Κανονισμό.

3. Επειδή, μετά την περιέλευση της αποφάσεως αυτής του Δ.Ε.Κ. στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 5.5.2010, η παρούσα υπόθεση συζητείται εκ νέου στην Ολομέλεια κατόπιν ορισμού δικασίμου της με την από 13.12.2010 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

4. Επειδή, μετά την ανωτέρω απόφαση του Δ.Ε.Κ. και εν όψει του, ότι ο Κανονισμός 2152/2003 δεν περιλαμβάνει τη σύνταξη δασολογίου στα προγράμματα προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων, τις έννοιες των οποίων δίνει στο άρθρο 3 στοιχεία α' και β' αυτού, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εξεταστέα εν όψει των ορισμών που δίνει στις έννοιες αυτές η ελληνική νομοθεσία.

5. Επειδή, με την παρ. 1 του Ν. 3818/2010 (ΦΕΚ 17/16.2.2010) ορίζεται ότι «Η   παρ. 3  του άρθρου   3   του   ν.   998/1979   (ΦΕΚ   289  Α'),   όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α') καταργείται, πλην της περιπτώσεως υπό στοιχείο γ) η οποία διατηρείται σε ισχύ ως αυτοτελής παράγραφος 5. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, αναριθμούνται αντιστοίχως σε παραγράφους 3 και 4»,   ενώ  με   την  παρ.   12   του   άρθρου  25   του   Ν.   3889/2010   (ΦΕΚ   182 Α714.10.2010) ορίζεται ότι «Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 3818/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: μετά το ανωτέρω πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του Ν. 3818/2010 «Η κατάργηση αφορά και εκκρεμείς διαδικασίες για το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, προς το σκοπό της επίλυσης του σχετικού ζητήματος σε όποιο στάδιο και αν βρίσκονται». Εν όψει των ανωτέρω δεν συντρέχει περίπτωση καταργήσεως της παρούσας δίκης και άρθρο 32 π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α'), εφ' όσον η προσβαλλόμενη, όπως το περιεχόμενο της είχε κατά τη δημοσίευση της, ίσχυε κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, (δηλαδή την 13.6.2008) κατόπιν της οποία δημοσιεύτηκε η αναφερόμενη στη σκέψη 2 3973/2009 απόφαση (ΣτΕ Ολομ. 693/1986, Ολομ. 2612/1989, Ολομ. 1993/1992, Ολομ. 4022/2006) εξακολουθεί δε να ισχύει (βλ. και το 119441/687/27.11.2011    έγγραφο του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Δασικών Χαρτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής).

6. Επειδή,  στο άρθρο  1  του  Συντάγματος  1975 ορίζεται ότι «1. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Το Κράτος υποχρεούται να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα προς διαφύλαξιν αυτού. Νόμος καθορίζει τα αφορώντα εις την προστασίαν των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων ...» και στο άρθρο 117, (το οποίο δεν τροποποιήθηκε κατά τις αναθεωρήσεις του 1985 και του 2001), ότι «1. ... 2. ...   3.   Δημόσια ή ιδιωτικά δάση ή δασικές εκτάσεις καταστραφείσαι ή καταστρεφόμεναι εκ πυρκαϊκάς ή άλλως πως αποψιλωθείσαι ή αποψιλούμεναι δεν αποβάλλουν εκ του λόγου τούτου τον ον εκέκτηντο προ της καταστροφής των χαρακτήρα και κηρύσσονται υποχρεωτικώς αναδασωτέα, αποκλειόμενης της διαθέσεως τούτων δι' έτερον προορισμόν. 4.  ...». Υπό την ισχύ των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και προς εκτέλεση τους δημοσιεύτηκε ο Ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α'). Με το άρθρο 1 αυτού, ευρισκόμενο στο υπό τον τίτλο «Γενικαί Διατάξεις» πρώτο κεφάλαιο του (άρθρα 1 -5), καθορίζεται ο σκοπός του,   που   είναι   αφ'  ενός  μεν  ο   καθορισμός  των  συγκεκριμένων  μέτρων προστασίας για τη διατήρηση, ανάπτυξη και βελτίωση των δασών και των δασικών εκτάσεων, αφ’  ετέρου δε ο προσδιορισμός των όρων και προϋποθέσεων με τις οποίες μπορεί να μεταβληθεί η κατά τον προορισμό τους χρήση τους ή να εξυπηρετηθεί και άλλη. Και τούτο διότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις συνιστούν εθνικό κεφάλαιο (άρθρο 2 αυτού Ν.). Με το επόμενο άρθρο 3 δίδεται ο ορισμός του δάσους και της δασικής εκτάσεως, ενώ τα εξαγγελόμενα στο  ανωτέρω  άρθρο   1   μέτρα προστασίας των  δασών  και  των δασικών εκτάσεων περιέχονται όχι μόνο στο υπό τον τίτλο αυτό τρίτο κεφάλαιο του (αρθρ. 11-22), όπου προβλέπονται, πλην άλλων, η σύνταξη δασικών χαρτών και δασολογίου καθώς και η μέχρι τη σύνταξη του δασολογίου προσωρινή επίλυση του χαρακτηρισμού μιας εκτάσεως ως δάσους ή δασικής (άρθρα 12 -14),  αλλά  και  στο τέταρτο  κεφάλαιο  (άρθρα 23 - 36),  όπου περιέχονται ειδικότερες ρυθμίσεις ως προς την προστασία τους από τις πυρκαγιές καθώς και στο πέμπτο (άρθρα 37 - 44). Σε αυτό περιέχονται ειδικότερες ρυθμίσεις όσον αφορά την αναδάσωση, την αναδημιουργία δηλαδή   της   δασικής βλαστήσεως που έχει κατά οποιοδήποτε τρόπο καταστραφεί ή σημαντικώς αραιωθεί ή κατ' άλλον τρόπο υποβαθμιστεί (άρθρ. 37 παρ. 1). Η αναδάσωση, που είναι υποχρεωτική εάν δάσος ή δασική έκταση καταστραφεί ή αποψιλωθεί, πλην άλλων, με παράνομη υλοτομία (άρθρ. 38 παρ. 1), κηρύσσεται με διοικητική πράξη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 41 παρ. 1). Οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του Ν. 998/1979 ως προς την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων τίθενται εν όψει του ορισμού αυτών, που δίδεται, κατά τα ανωτέρω, με το άρθρο 3 αυτού, κατά το οποίο «1. Ως  δάσος  νοείται   πάσα   έκτασις  της  επιφανείας  του   εδάφους,   η   οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρών ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα,   και  η  οποία  δύναται  να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν Της φυσικής και  βιολογικής ισορροπίας ή  να εξυπηρέτηση  την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. 2. Ως δασική έκτασις νοείται πάσα  έκτασις  ηης  επιφανείας  του  εδάφους,   καλυπτόμενη   υπό  αραιός  ή πενιχρός,    υψηλής    ή    θαμνώδους,    ξυλώδους    βλαστήσεως    οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσότερος των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών. 3. ...».

7. Επειδή, όπως σαφώς προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου, οι δοθέντες από αυτόν ορισμοί του δάσους και της δασικής εκτάσεως, η συμφωνία των οποίων προς το Σύνταγμα επιβεβαιώθηκε και με την αναφερόμενη στην επόμενη σκέψη απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ.), εκκίνησαν από την άποψη ότι το δάσος και η δασική έκταση είναι οικοσυστήματα που η σημασία τους για το επιθυμητό ποιοτικό επίπεδο ζωής υπερβαίνει τις ωφέλειες από τη δασοπονική και μόνο διαχείριση τους, ως πηγής παραγωγής ξυλείας, στοιχείο δηλαδή, στο οποίο η παλαιότερη νομοθεσία αποκλειστικώς απέβλεπε. Εν όψει δε αυτών, δεν ορίστηκαν ούτε η ελάχιστη επιφάνεια που πρέπει να καταλαμβάνει ένα δάσος ή μία δασική έκταση, διότι τούτο, όπως ρητώς αναφέρεται στην ανωτέρω εισηγητική έκθεση, είναι χρήσιμο μόνο για τον καθορισμό μιας μονάδας εκμεταλλεύσεως, δηλαδή αφορά τη δασοπονική διαχείριση (βλ. σελ. 1-4 εισηγητικής εκθέσεως). Δεν ορίστηκαν επίσης, ορισμένα μόνο είδη άγριων ξυλωδών φυτών, η οργανική ενότητα των οποίων μπορεί να προσδώσει την ιδιότητα του δάσους ή της δασικής εκτάσεως στην επιφάνεια επί της οποίας φύονται, εφ’ όσον η ανωτέρω ενότητα μπορεί να δημιουργηθεί από όλα τα είδη των αγρίων ξυλωδών φυτών.

8. Επειδή, αίρον την αμφισβήτηση που ανέκυψε από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου ως προς την έννοια της παρατιθέμενης στη σκέψη 5 διατάξεως του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, με την 27/1999   απόφαση   του,   το   Ανώτατο   Ειδικό   Δικαστήριο   (Α.Ε.Δ)   δέχτηκε ομοφώνως τα ακόλουθα: «το Σύνταγμα, προστατεύοντας δια του άρθρου 24 το δάσος και τις δασικές εκτάσεις, παραπέμπει στην επιστημονική έννοια των εδαφικών    τούτων οικοσυστημάτων προς την οποία  υποχρεούται να συμμορφωθεί και ο   νομοθέτης, κατά  την  ειδικότερη οργάνωση της συνταγματικής προστασίας. Είναι δε,   κατά την οικεία επιστήμη   (δασική οικολογία), δάσος ή δασικό οικοσύστημα, οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη   κορμό  επί  της επιφανείας εδάφους,   τα  οποία,   μαζί  με  την εκεί συνυπάρχουσα  χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Εξ άλλου, δασική έκταση υπάρχει όταν στο ανωτέρω σύνολο η αγρία ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι ο οργανική ενότης της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους)    βλαστήσεως,  η  οποία  καθιστάμενη    δια    των    ειρημένων διασυνδέσεων της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας, προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαιτέρα του ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Νομικώς η ενότης αυτή  δύναται να συνάγεται εκ των εις τα στοιχεία του φακέλλου περιγραφόμενων χαρακτηριστικών της περί της εκάστοτε πρόκειται αγρίας ξυλώδους βλαστήσεως. Πάντως, εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική  προϋπόθεση  της εννοίας  του  δάσους  ή   δασικής  εκτάσεως, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία παντός δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος, ήτοι ο κύριος ρόλος του εις τον κύκλο άνθρακος και στην παραγωγή οξυγόνου η συγκράτηση τν ομβρίων υδάτων και του χώματος κ.ο.κ. Τοιουτρόπως δεν απαιτείται να βεβαιούται εκάστοτε ρητώς και ειδικώς κατά τον χαρακτηρισμό δάσους ή δασικής εκτάσεως η προϋπόθεση αυτή. Κατά ταύτα, ορίζοντας το άρθρο 3 του ν. 998/1979 ότι «δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη  εις την διατήρησιν της φυσικής και  βιολογικής ισορροπίας  ή  να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου-εντός του φυσικού περιβάλλοντος», είναι σύμφωνος με την προεκτεθείσα επιστημονική έννοια του δάσους, διότι, κατά  την  αληθή   του  έννοια,  το  άρθρο  τούτο  δεν  θέτει  δύο  αθροιστικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του δάσους, αλλά μόνον μίαν, ήτοι την οργανική ενότητα αυτού, ώστε αν αυτή υπάρχει έπεται κατ' ανάγκην, πλεοναστικώς  αναφερομένη   εις  τον  νόμον,   η   συμβολή   του   δάσους  στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και στην εξυπηρέτησιν της διαβιώσεως του ανθρώπου ή με τα προϊόντα της δασοπονίας».  Σύμφωνα επομένως με τους διδόμενους και ερμηνευόμενους με την απόφαση αυτή ορισμούς, το δασικό οικοσύστημα, δυνάμενο να δημιουργηθεί από την οργανική ενότητα   όλων   των  ειδών  των  αγρίων  ξυλωδών   φυτών,   δύναται   μεν  να προσφέρει δασικά προϊόντα στον άνθρωπο πλην δεν παύει να υφίσταται και όταν για ποικίλους λόγους δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, οπότε συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή εξυπηρετεί τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.

9. Επειδή, μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, η μεν παρ. 1 του άρθρου 24 αυτού αντικατασταθείσα διατυπώθηκε ως εξής: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.  Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών   εκτάσεων.    Η    σύνταξη    δασολογίου    συνιστά    υποχρέωση    του Κράτους...»,  υπό δε το άρθρο τούτο (24) προστέθηκε η εξής ερμηνευτική δήλωση: «Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η αγρία ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά». Από την αντιπαραβολή της διατυπώσεως της ερμηνευτικής αυτής δηλώσεως με εκείνη της παρατιθέμενης στην προηγούμενη σκέψη αποφάσεως του Α.Ε.Δ. ως προς την έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως συνάγεται ότι η μόνη διαφορά συνίσταται στην προσθήκη, στην ερμηνευτική δήλωση, της λέξεως «αναγκαίος» πριν από τις λέξεις «επιφανείας εδάφους». Προκύπτει δε από τις σχετικές συζητήσεις που  περιέχονται  στα  Πρακτικά  της Ζ' Αναθεωρητικής  Βουλής (Σύνοδος Α',   Συνεδρίαση   ΡΗ',   7.2.2001,   σελ.   224)   ότι   ο   Εισηγητής  της Πλειοψηφίας εισηγήθηκε την προσθήκη της εν λόγω ερμηνευτικής δηλώσεως, που δίνει τους ορισμούς του δάσους και της δασικής εκτάσεως, για λόγους ασφαλείας δικαίου («για να μην ενεργεί ο νομοθέτης και κυρίως η δασική διοίκηση   κατά   το   δοκούν   και   τελικά  ο   δικαστής  εμπειροτεχνικά   και   όχι επιστημονικά»). Εισηγήθηκε δηλαδή να τεθούν οι ορισμοί αυτοί όπως ακριβώς είχαν διατυπωθεί στην ανωτέρω απόφαση 27/1999 του Α.Ε.Δ., δηλαδή κατά την επιστήμη της δασικής οικολογίας, όπως στην απόφαση αυτή ρητά αναφέρεται, ανακοινώνοντας και ότι οι προαναφερόμενοι ορισμοί λαμβάνονται από την ανωτέρω  απόφαση,   την  οποία  και   κατέθεσε.  Αντιθέτως,   δεν έγινε  δεκτή πρόταση ότι δεν πρέπει να ορίζονται επιστημονικώς οι έννοιες του δάσους και της δασικής εκτάσεως («... ο νόμος θα ορίσει την έννοια του δάσους και της δασικής  έκτασης.   Ο   νόμος.   Δεν   θα   το   ορίσει   το   δικαστήριο.   Ούτε   θα αναφερθούμε στους κανόνες της επιστήμης. Ως γνωστόν, τα πορίσματα της επιστήμης είναι αόριστο, ασαφή και δεν παρέχουν καμία ασφάλεια δικαίου. Είναι ανάγκη ο νόμος να προσδιορίσει. Και αυτό έγινε και με το Σύνταγμα του 1975. Ο νόμος προσδιόρισε με πρόβλεψη του Συντάγματος τι είναι δάσος και τι είναι δασική έκταση ...», αυτή συνεδρίαση σελ. 238). Τέλος, η προσθήκη της λέξεως «αναγκαία» έγινε ύστερα από πρόταση του βουλευτή Στ. Μάνου ότι οι καλυπτόμενες με δασική βλάστηση εκτάσεις πρέπει να είναι «μεγάλες εκτάσεις» ώστε να είναι  «πράγμα»  δάσος,   με  την  κοινή  λογική  δάσος»,  την οποία αποδέχθηκε ο Εισηγητής της πλειοψηφίας με την παρατήρηση όμως ότι «και η νομολογία, αν θέλετε, του Συμβουλίου της Επικρατείας πάντοτε μιλούσε για την εξαρκούσα επιφάνεια»  (αυτή  συνεδρίαση  σελ.  252).  Κατά τα ανωτέρω,  ο αναθεωρητικός νομοθέτης υιοθέτησε τους ορισμούς του δάσους και της δασικής εκτάσεως που είχε δώσει η απόφαση 27/1999 του Α.Ε.Δ.·  η οποία ρητώς αναφέρει ότι αυτοί αποτελούν ορισμούς της επιστήμης της δασικής οικολογίας. Τούτο δε έπεται, πρώτον, ότι είναι αδιάφορο το είδος ή τα είδη αγρίων ξυλωδών φυ,τών από τα οποία αποτελούνται, δηλαδή, αν είναι δασοπονική ή μη, εφ’ όσον αποτελούν οργανική  ενότητα. Και, δεύτερον, ότι η προσθήκη της λέξεως «αναγκαία»   εντάσσεται   στους ορισμούς  αυτούς   και   δεν   τους  ανατρέπει, απαιτώντας    μία    αριθμητικώς    προσδιορισμένη    ελάχιστη    έκταση    προς δασοπονική εκμετάλλευση, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του ν. 998/1979 (ανωτέρω σκέψη 7), ή προς ικανοποίηση της «κοινής λογικής», αλλά μία έκταση που είναι πράγματι αναγκαία προκειμένου να λειτουργήσει ένα δασικό οικοσύστημα αναλόγως της θέσεως αυτής (υψομέτρου, γεωγραφικού πλάτους   και   μήκους)   και   των   επικρατουσών   σε   αυτήν   εδαφολογικών, κλιματικών και άλλων συνθηκών.  Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Μ.  Βηλαρά, Δ. Αλεξανδρή, Γ. Ποταμιά,  Β. Αραβαντινού, Δ. Κυριλλόπουλου, Κ. Πισπιρίγκου και Α. Χλαμπέα, από το ανωτέρω προκύπτει ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης ναι μεν αποδέχθηκε τους ορισμούς του δάσους και της δασικής εκτάσεως που δίνει η δασική οικολογία πλην δεν απέκλειε τον αριθμητικό προσδιορισμό μιας ελάχιστης εκτάσεως η οποία απαιτείται για την λειτουργία ενός δασικού οικοσυστήματος και μάλιστα αδιαφόρως της θέσεώς της και των προαναφερόμενων συνθηκών που επικρατούν σε αυτήν.

10. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια της ανωτέρω ερμηνευτικής δηλώσεως, κριτήριο υπάρξεως του δασικού οικοσυστήματος είναι η οργανική ενότητα της επ’ αυτού βλαστήσεως, τούτο δε κρίνεται εν όψει του είδους και της ηλικίας αυτής καθώς και της κατά τα ανωτέρω θέσεως του εδάφους επί του οποίου φύεται και των επικρατουσών σε αυτό συνθηκών.

11. Επειδή, οι παρ. 1 έως 5 του παρατιθέμενου στη σκέψη 6 άρθρου 3 του Ν. 998/1979 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003 (ΦΕΚ 303 Α/24.12.2003) ως εξής: «1. Ως δάσος ή δασικόοικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο ή άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή   ή   θαμνώδης,   είναι   αραιά.   3.   Η   κατά  τις  παραγράφους   1   και  2 δασοβιοκοινότητα υφίσταται και το δασογενές περιβάλλον δημιουργείται σε μια έκταση όταν: Ι. Φύονται στην εν λόγω έκταση άγρια ξυλώδη φυτά, δυνάμενα μεδασική εκμετάλλευση να παράγουν δασική προϊόντα (δασοπονικά είδη). II. Το εμβαδόν της εν λόγω έκτασης στην οποία φύονται εν όλω ή σποραδικά τα ωςάνω δασικά είδη είναι κατ' ελάχιστον 0,3 εκτάρια, με γεωμετρική μορφή κατά τοδυνατόν αποστρογγυλωμένη ή σε λωρίδα πλάτους τουλάχιστον τριάντα (30) μέτρων. Η   δασοβιοκοινότητα   υφίσταται    και   το   δασογενές περιβάλλον δημιουργείται και σε εκτάσεις με μικρότερο εμβαδόν από 0,3 εκτάρια, όταν λόγω της θέσης τους βρίσκεται σε σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης με άλλες γειτονικές εκτάσεις που συνιστούν δάσος ή δασική έκταση. ΜΙ. Οι κόμες των δασικών ειδών σε κατακόρυφη προβολή καλύπτουν τουλάχιστον το είκοσι πέντε τοις εκατό (συγκόμωση 0,25) της έκτασης του εδάφους. Τα δασικά οικοσυστήματα χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις κατά τις επόμενες διακρίσεις: α) Εάν στην ως άνω βιοκοινότητα τα δασικά είδη έχουν ευδιάκριτη κατακόρυφη δομή (ορόφους) και οι κόμες τους καλύπτουν ποσοστό μεγαλύτερο του τριάντα τοις εκατό του εδάφους (συγκόμωση μεγαλύτερη του 0,30%), η εν λόγω έκταση χαρακτηρίζεται, δάσος, με την προϋπόθεση ότι η συγκόμωση του ανορόφου υπερβαίνει τα δεκαπέντε εκατοστά 0,15) και σε περίπτωση έλλειψης υπορόφου η συγκόμωση του ανορόφου υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατοστά (0,25). β. Εάν στην ως άνω βιοκοινότητα η ξυλώδης βλάστηση αποτελείται από δασοπονικά είδη αείφυλλων ή φυλλοβόλων πλατύφυλλων που εμφανίζονται σε θαμνώδη μορφή, η εν λόγω έκταση χαρακτηρίζεται δασική έκταση, εφόσον οι κόμες των ειδών αυτών καλύπτουν ποσοστό μεγαλύτερο του είκοσι πέντε τοις εκατό του εδάφους (συγκόμωση μεγαλύτερη του 0,25). γ...».

12.  Επειδή  με τις ανωτέρω διατάξεις του νέου άρθρου  3  του  Ν. 998/1979   ορίζεται   ότι   δασικό   οικοσύστημα   υπάρχει   όταν   σωρευτικώς συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία:  α) άγρια ξυλώδη  φυτά τα οποία είναι δασοπονικά, μπορούν δηλαδή να παράγουν με δασική εκμετάλλευση δασικά προϊόντα (παρ. 3 περ. Ι), β) έκταση επί της οποίας τα ανωτέρω φυτά υπάρχουν αριθμητικώς προσδιοριζόμενων των ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων αυτής (παρ. 3 περ. II εδάφιο πρώτο). Και γ) συγκόμωση των επί της αυτής εκτάσεως αυτής δασοπονικών ειδών αριθμητικώς επίσης καθοριζόμενη (παρ. 3 περ. III εδάφιο πρώτο). Περαιτέρω δε, με τις αυτές διατάξεις" ορίζεται ότι τα κατά τα ανωτέρω δασικά οικοσυστήματα  είναι: ι) δάση αν η συγκόμωση των δασοπονικών ειδών καλύπτει αριθμητικώς  προσδιοριζόμενο  ποσοστό   της επιφάνειας επί της οποίας ευρίσκονται (παρ. 3 περ. III εδάφιο δεύτερο στοιχ. α') και ιι) δασικές εκτάσεις αν η συγκόμωση των θαμνώδους μορφής δασοπονικών ειδών καλύπτει αριθμητικώς επίσης προσδιοριζόμενο ποσοστό της εκτάσεως επί της οποίας ευρίσκονται (παρ. 3 περ. ΙΙΙ εδάφιο δεύτερο στοιχ. β').

13. Επειδή οι αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη υπό στοιχεία α', β' και γ' διατάξεις είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση για τους εξής λόγους. α) Η της περ. Ι της παρ. 3 του νέου άρθρου 3 διότι εξαρτά την ύπαρξη ενός δασικού οικοσυστήματος από τη δυνατότητα οικονομικής του εκμεταλλεύσεως, η οποία ενδέχεται μεν να υπάρχει πλην δεν είναι υποχρεωτική, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 8, επανεισάγουσα έτσι στη θέση των υιοθετηθέντων από τον αναθεωρητικό νομοθέτη ορισμών της δασικής οικολογίας εκείνους στης δασοπονίας, β) η του πρώτου εδαφίου της περ. II της παρ. 3 του νέου άρθρου 3 διότι, πέραν του ότι το δασικό οικοσύστημα πρέπει, σύμφωνα με αυτήν, κατά την αμέσως ανωτέρω αντίθετη προς το Σύνταγμα διάταξη, να αποτελείται αποκλειστικά από δασοπονικά μόνο είδη, εξαρτά την ιδιότητα του ως δασικού οικοσυστήματος από έκταση της οποίας το ελάχιστο εμβαδόν καθορίζεται αριθμητικώς αδιαφόρως της θέσεως της και των επικρατουσών σε αυτήν εδαφολογικών, κλιματικών και άλλων συνθηκών. Κατά τη γνώμη όμως των αναφερόμενων στη σκέψη 8 Συμβούλων που μειοψήφισαν, η κρινόμενη διάταξη, καθ' όσον καθορίζει αριθμητικώς το ελάχιστο εμβαδόν της εκτάσεως που πρέπει να καταλαμβάνει ένα δασικό οικοσύστημα δεν αντίκειται στην ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση. Και γ) η του πρώτου εδαφίου της περ. II! της παρ. 3 του νέου άρθρου 3 διότι, πέραν του ότι το δασικό οικοσύστημα πρέπει, κατά την κατά τα ανωτέρω αντίθετη προς το Σύνταγμα διάταξη, να αποτελείται από δασοπονικά μόνο είδη, εξαρτά την ιδιότητα ενός οικοσυστήματος ως δασικού όχι από την εν όψει του είδους και της ηλικίας της δασικής βλαστήσεως καθώς και των ιδιομορφιών της περιοχής όπου αυτή φύεται επίτευξη της οργανικής της ενότητας, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 9, αλλά από το ανελαστικό αριθμητικό κριτήριο της συγκομώσεως του εδάφους όπου αυτή φύεται. Κατά τη γνώμη όμως των αναφερόμενων στη σκέψη 8 Συμβούλων που μειοψήφισαν, η κρινόμενη διάταξη, καθ' όσον καθορίζει αριθμητικώς το ποσοστό της συγκομώσεως δεν αντίκειται στο προαναφερθέν άρθρο του Συντάγματος και την υπ' αυτό ερμηνευτική δήλωση.

14. Επειδή, περαιτέρω, το τελευταίο εδάφιο της υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτικής δηλώσεως θέτει ως κριτήριο της διακρίσεως δάσους και δασικής εκτάσεως όχι το υψηλό ή το θαμνώδες της επ' αυτής βλαστήσεως αλλά το αραιό ή μη αυτής. Από το συνδυασμό δε των παρατιθέμενων στη σκέψη 11 διατάξεων του πρώτου εδαφίου της περ. III της παρ. 3 του νέου άρθρου 3 και των στοιχείων α' και β' της αυτής περ. ΠΙ της παρ. 3, συνάγεται ότι α) ένα οικοσύστημα είναι δασικό όταν υφίσταται συγκόμωση τουλάχιστον 25% των επί της εκτάσεως που καλύπτει δασοπονικών ειδών, β) ένα δασικό οικοσύστημα είναι δάσος, επομένως έκταση με μη αραιή δασική βλάστηση, όταν η συγκόμωση του ανορόφου, σε περίπτωση που ελλείπει υπόροφος, άνω του 25% και γ) ένα δασικό οικοσύστημα είναι δασική έκταση, επομένως έκταση με αραιή δασική βλάστηση, όταν τα επ’ αυτής θαμνώδη δασοπονικά είδη έχουν, όπως ακριβώς και στον αμέσως ανωτέρω περίπτωση, συγκόμωση άνω του 25%. Οι ανωτέρω διατάξεις, επομένως, πέραν της κατά τα ανωτέρω αντισυνταγματικότητας τους διότι προϋποθέτουν την ύπαρξη  δασοπονικών μόνον ειδών και μάλιστα επί αριθμητικώς προσδιοριζόμενης   ελαχίστης εκτάσεως, προσκρούουν και στο τελευταίο εδάφιο της υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτικής δηλώσεως. Τούτο δε διότι δεν θέτουν ως κριτήριο χαρακτηρισμού μιας εκτάσεως ως δάσους ή δασικής όχι το αραιό ή μη της επ' αυτής δασικής βλαστήσεως αλλά άλλο κριτήριο που συνάπτεται με το ύψος της βλαστήσεως, εφ' όσον η άνω του 25% συγκόμωση των επί μιας εκτάσεως δασοπονικών ειδών συνεπάγεται το χαρακτηρισμό της τόσο ως δάσους, άρα μη αραιής βλαστήσεως, όσο και ως δασικής εκτάσεως άρα αραιής βλαστήσεως, αρκεί στην τελευταία αυτή περίπτωση (για το χαρακτηρισμό της δηλαδή ως δασικής)   η   βλάστηση   να   είναι   θαμνώδης  άρα  χαμηλή   ακόμα   και   αν   η συγκόμωση της είναι 100%.

15. Επειδή με την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 1734/1987, ορίζεται ότι «Κοινόχρηστες και διαθέσιμες δασικές εκτάσεις του αγροτικού κώδικα, οι οποίες έχουν παραμείνει στην αρμοδιότητα της δ/νσης γεωργίας, περιέχονται με πράξη του νομάρχη, μετά από κοινή έκθεση ενός δασολόγου και ενός γεωπόνου, που υπηρετούν στις αντίστοιχες δ/νσεις γεωργίας και δασών της νομαρχίας στη διαχείριση της δασικής υπηρεσίας, εφ' όσον καλύπτονται μερικά ή ολικά από δάσος δρυός (εκτός πρίνου και αριάς), πεύκης, ελάτης, οξιάς, πλατάνου, σκλήθρου και καστανιάς και δεν είναι απαραίτητες για την κτηνοτροφία. Οι τοπικές δασικές υπηρεσίας έχουν υποχρέωση, μετά τη δημοσίευση της πράξης του νομάρχη να θέσουν τις εκτάσεις αυτές σε δασοπονική διαχείριση και εκμετάλλευση ως δημόσια δάση». Περαιτέρω, με την παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 3147/2003 (ΦΕΚ 135 Α') αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου 15 του Ν. 1734/1987 ως εξής: «3. Δημόσιες εποικιστικές εκτάσεις που παραχωρήθηκαν για αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καλύπτονται σε ποσοστό τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατό από τα δασοπονικά είδη της παραγράφου 1, διατηρούν το δασικό χαρακτήρα ως προς την καλυπτόμενη έκταση και οι δικαιούχοι τους τις διαχειρίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Για την υπόλοιπη έκταση ή για ολόκληρη την έκταση, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας», (εφεξής: νέα παράγραφος 3 του άρθρου 15 του Ν. 1734/1987).

16. Επειδή, κατά τα αναφερόμενα στις σκέψεις 7 και 9, σύμφωνα με την υπό το άρθρ. 24 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση το δάσος και η δασική έκταση μπορεί να αποτελούνται από οποιοδήποτε είδος ή είδη άγριων ξυλωδών φυτών, δασοπονικών ή μη εφ’ όσον αυτά αποτελούν οργανική ενότητα, η οποία εξ άλλου, δεν εξαρτάται από μαθηματικής οριζόμενο ποσοστό συγκομώσεως. Τούτου δε έπεται ότι η αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη νέα παράγραφος 3 του άρθρου 15 του Ν. 1734/1987, που θεωρεί μία έκταση ως έχουσα δασικό χαρακτήρα από την ύπαρξη σε αυτήν ορισμένων μόνο δασοπονικών φυτών και με μαθηματικώς οριζόμενο ποσοστό συγκομώσεως είναι αντίθετη προς το ανωτέρω άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπ' αυτό ερμηνευτική δήλωση και ως εκ τούτου ανίσχυρη, ως προσκρούουσα στην ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση.

17. Επειδή, με την παρ. 7 του αυτού άρθρου 1 του Ν. 3147/2003 ορίστηκαν τα εξής: «7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Ν. 1734/1987, ο χαρακτηρισμός από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων και τις Επιτροπές Οριστικών Διανομών, ως προς τη μορφή των εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο διανομής, σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, είναι έγκυρος και δεσμευτικός και δεν επανεξετάζεται από   τα   όργανα   της  Διοίκησης.   Εκτάσεις  στις  οποίες  έγινε   κτηνοτροφική αποκατάσταση και χαρακτηρίστηκαν από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων ως χερσολίβαδα της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του Ν. 4173/1929 (ΦΕΚ 205 Α') υπάγονται στις εκτάσεις που αναφέρονται στην   περίπτωση β΄της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με εκείνο της παρ. 1 του άρθρου 117 του Συντάγματος η απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων δεσμεύει τα αρμόδια δασικά όργανα το μεν ως προς το ζήτημα της ιδιοκτησίας της εκτάσεως το δε ως προς το επιτρεπτό της χρήσεως για την οποία είχε γίνει αρχικώς η αποκατάσταση με την απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως. Για το χαρακτηρισμό όμως της εκτάσεως ως δασικού χαρακτήρα ή μη αρμόδια παραμένουν τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει. Με αυτή δε την έννοια από   την ανωτέρω ρύθμιση δεν παραβιάζονται το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ούτε τα άρθρα 17 και 118 του Συντάγματος (βλ. και ΣτΕ 2959/2006 7μελούς, 3612/2011   επταμελούς),  ούτε και το άρθρ. 24 και του  Συντάγματος και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως περί ανίσχυρου της ανωτέρω διατάξεως λόγω της αντιθέσεως της προς την υπό το αρθρ. 24 και του Συντάγματος και την υπ' αυτό ερμηνευτική δήλωση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαρά, Γ. Ποταμιά, Β. Αραβαντινού, Δ. Κυριλλόπουλου και Α. Χλαμπέα, η ανωτέρω διάταξη είναι αντίθετη προς το άρθρο 17 του Συντάγματος διότι συνεπάγεται την ανατροπή του χαρακτηρισμού εκτάσεων ο οποίος είχε γίνει κατά κανόνα προ πολλών ετών και, ενταύθεν, ριζική μείωση της αξίας ενός ακινήτου.

18. Επειδή, μετά τη διαπίστωση με τις σκέψεις 13, 14 και 16 της αντιθέσεως προς το Σύνταγμα συνεπώς δε και του ανίσχυρου των ανωτέρω διατάξεων του νέου άρθρου 3 του Ν. 998/1971 και της νέας παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.  1734/1987, με τις οποίες δίνεται ο ορισμός των δασών και των δασικών εκτάσεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο αναφερόμενος στη σκέψη 2 λόγος ακυρώσεως με τον οποίο το αιτούν προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα ως αντισυνταγματική γιατί η προβλεπόμενη από αυτήν να διεξαχθεί εργασία καταρτίσεως του δασολογίου γίνονται βάσει των ορισμών που δίδονται στις ανωτέρω ανίσχυρες διατάξεις. Τούτου δε έπεται ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 32/2013 ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ Σ.τ.Ε

 

Θέμα: Αντισυνταγματικότητα των νόμων 3208/2003 και 3147/2003 ως προς τον ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης

 

I. Με την απόφαση 32/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 1, §3, περίπτ. Ι, περίπτ. ΙΙ, περιπτ. ΙΙΙ, εδ. 1ο και εδ. 2ο, στοιχεία α’ και β’ του νόμου 3208/2003 και του άρθρου 1, §§ 6,7 του νόμου 3147/2003 που θέτουν προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό έκτασης ως δασικής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ορισμός του δάσους ή των δασικών εκτάσεων στα ως άνω νομοθετήματα γίνεται με τρόπο που προσκρούει ευθέως στο άρθρο 24 του Συντάγματος και στην υπό αυτό ερμηνευτική δήλωση.

Η παραπάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από αίτηση του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου με την οποία ζητούσε την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 90532/174/16.3.2005 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας για τον καθορισμό της διαδικασίας κατάρτισης, τήρησης, κωδικοποίησης και ενημέρωσης του δασολογίου, η οποία θα πραγματοποιούνταν με βάση τους νόμους 3208/2003 και 3147/2003. Με την απόφαση 3973/2009 η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάνθηκε με οριστικές διατάξεις για όλους τους προβαλλόμενους από τους αιτούντες λόγους ακυρώσεως πλην του αναφερόμενου στην αντισυνταγματικότητα της προσβαλλόμενης ως προς το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, για τον οποίο ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης. 

ΙΙ. Η ως άνω αναβολή κρίθηκε σκόπιμη, ενόψει του ότι είχαν υποβληθεί προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΚ, πλέον ΔΕΕ, στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. 3559/2008 απόφασης του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ σχετικά με τη νομική ισχύ των ορισμών των εννοιών δάσος και δασική έκταση που δίνουν οι δύο αμφισβητούμενοι ως προς την συνταγματικότητά τους νόμοι, λόγω της διαφοροποίησής τους από αυτούς που δίνονται από τον υπ’ αριθ. 2152/2003 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του  Συμβουλίου της 17.11.2003 «για την παρακολούθηση των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Κοινότητα “Έμφαση στα δάση”». Στην απόφαση C-82/2009 της 22.4.2012 κρίθηκε πως υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης διαφορετικών ορισμών για τις ως άνω έννοιες αποκλειστικά και μόνον στο βαθμό που αφορούν ζητήματα που δε ρυθμίζονται στα πλαίσια του Κανονισμού. Κατά τον Ενωσιακό Δικαστή, οι διαδικασίες σύνταξης δασολογίου δεν εντάσσονται εντός των προγραμμάτων προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων του συγκεκριμένου Κανονισμού (ρυθμίσεις για παρακολούθηση της ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως και των συνεπειών της καθώς και την παρακολούθηση και πρόληψη των πυρκαγιών στα δάση) και συνεπώς μπορούν να διέπονται από διαφορετικούς ορισμούς των κρίσιμων όρων. Υπό το φως της συγκεκριμένης απόφασης, συνάγεται πως η νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης θα αξιολογηθεί με άξονα τους ορισμούς που δίνει η ελληνική νομοθεσία στις επίμαχες έννοιες.

Παράλληλα, η έκδοση νεότερων νόμων 3818/2010 και 3889/2010 που επιφέρουν καταργήσεις ή τροποποιήσεις στο πλέγμα των νομοθετικών ρυθμίσεων που αποτέλεσαν το θεμέλιο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης από τον Υπουργό Γεωργίας, δεν οδηγεί σε κατάργηση της συγκεκριμένης δίκης, καθόσον στο χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης (δηλαδή την 13.06.2008), που οδήγησε στην έκδοση της υπ’ αριθ. 3973/2009 απόφασης, η προσβαλλόμενη πράξη ίσχυε με το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τη δημοσίευσή της.

ΙΙΙ. Προτού εξετάσουμε την επιχειρηματολογία της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας οχτώ συμβούλων επί του κεντρικού ζητήματος της συνταγματικότητας των ως άνω νομοθετικών διατάξεων, κρίνεται αναγκαία η συνοπτική παρουσίαση των ρυθμίσεων που αφορούν το νομικό καθεστώς προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων και που βρίσκονται στο επίκεντρο του  προβληματισμού της σχολιαζόμενης απόφασης.

Καταρχάς συνταγματικό έρεισμα της προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων αποτελεί το άρθρο 24 παρ. 1, εδ. γ’, δ’ και ε’ Συντ., καθώς και η ερμηνευτική δήλωση υπό αυτό. Η συνταγματική προστασία των δασών συμπληρώνεται και εμπλουτίζεται με το άρθρο 117 παρ. 3 και 4. Η ειδική πρόβλεψη της προστασίας του δασικού περιβάλλοντος στο συνταγματικό κείμενο, παρά την επάρκεια της παρ. 1 του άρθρου 24, που αφορά στο φυσικό περιβάλλον και συνεπώς καταλαμβάνει και το δασικό, καταμαρτυρεί τη βούληση του νομοθέτη για ύπαρξη ενός ιδιαίτερα αυστηρού προστατευτικού καθεστώτος των δασών και δασικών εκτάσεων.

Ο ανωτέρω –κατά τη δασική οικολογία– ορισμός του δάσους και της δασικής έκτασης υιοθετήθηκε ήδη από την υπ’ αριθ. 27/1999 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία ήρθη η διχογνωμία στη νομολογία σχετικά με τη νομική έννοια των ως άνω όρων όπως αυτές ορίζονταν στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979. Το ΑΕΔ αξιολογώντας την συγκεκριμένη διάταξη, κατά την οποία κρίσιμο στοιχείο για τον ορισμό του δάσους είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης,  έκρινε πως είναι σύμφωνη με την προεκτεθείσα επιστημονική έννοια του δάσους, διότι αναγνωρίζει το ρόλο των δασών στη φυσική και βιολογική ισορροπία χωρίς να τον συναρτά με την οικονομική εκμετάλλευσή τους. Στο ίδιο πνεύμα εκδόθηκε πιο πρόσφατα και η απόφαση του ΣτΕ 718/2003 που διαπιστώνει ρητά πως οι ορισμοί του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 «είναι σύμφωνοι με την επιστημονική έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης στην οποία παραπέμπει το Σύνταγμα».

Το άρθρο 3 του Ν. 998/1979 τροποποιήθηκε από το Ν. 3208/2003, ο οποίος στο άρθρο 1 παρ. 3 εξειδικεύει τον συνταγματικό ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης. Συγκεκριμένα προβλέπει πως «η δασοβιοκοινότητα υφίσταται και το δασογενές περιβάλλον δημιουργείται σε μια έκταση, όταν ι) φύονται στην εν λόγω έκταση άγρια ξυλώδη φυτά, δυνάμενα με δασική εκμετάλλευση να παράγουν δασικά προϊόντα (δασοπονικά είδη),ιι) το εμβαδόν της εν λόγω έκτασης στην οποία φύονται εν όλω ή σποραδικά τα ως άνω είδη είναι κατ’ ελάχιστο 0,3 εκτάρια, με γεωμετρική μορφή κατά το δυνατόν αποστρογγυλωμένη ή σε λωρίδα πλάτους τουλάχιστον τριάντα (30) μέτρων και ιιι) όταν οι κόμες των δασικών ειδών σε κατακόρυφη προβολή καλύπτουν τουλάχιστον το είκοσι πέντε τοις εκατό (συγκόμωση 25%) της έκτασης του εδάφους».

Παρότι με την απόφαση 27/1999 του ΑΕΔ, -με την οποία ευθυγραμμίσθηκε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 2994/2003, 2895/2004, 2743/2011, 4550/2011)- κρίθηκε πως είναι αδιάφορο στοιχείο το είδος των φυτών που υπάρχουν στα δάση ή τις δασικές εκτάσεις, καθώς και η απαίτηση για αριθμητικά προσδιορισμένη ελάχιστη έκταση, στην συγκεκριμένη διάταξη ο ορισμός του δασικού οικοσυστήματος γίνεται βάσει μεθόδου που θεμελιώνεται στον αριθμητικό προσδιορισμό των συστατικών στοιχείων του γεγονός που γεννά σοβαρότατες επιφυλάξεις για την συνταγματικότητά του.  Άλλωστε, είναι πάγια η νομολογία του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 3188/00, 2620/01, 2270/04, 3871/04) σύμφωνα με την οποία η οριοθέτηση των εννοιών του δάσους και της δασικής έκτασης αφήνεται μεν στον κοινό νομοθέτη, αυτός όμως οφείλει να συμμορφώνεται στις συνταγματικές επιταγές, σύμφωνα με τις οποίες ακολουθούνται ως κριτήριο οι κανόνες της δασικής επιστήμης. Σύμφωνα μάλιστα με τον Μ. Δεκλερή (Εφημερίδα Καθημερινή , 26/3/2003, σελ. 3), «ο ορισμός του δάσους, όπως διατυπώνεται στο Σύνταγμα είναι πλήρης και λεπτομερής, ώστε να μη χρήζει εξειδικεύσεως. Κάθε περαιτέρω εξειδίκευσή του είναι αντισυνταγματική, αλλοιώνει τον ορισμό του δάσους και θα έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείσει από την προστασία του Συντάγματος εκτάσεις που είναι πράγματι δασικές».

IV. Με βάση τα ανωτέρω, το Συμβούλιο της Επικρατείας στην απόφαση 32/2013 αποφάνθηκε για την αντισυνταγματικότητα του επίμαχου ορισμού του Ν. 3208/2003 διαπιστώνοντας την ευθεία αντίθεσή του στο προστατευτικό πλαίσιο του άρθρου 24 Συντ. Συγκεκριμένα, σε τρία σημεία διαπιστώθηκε η αντισυνταγματικότητα της ως άνω διάταξης: πρώτον, στην εξάρτηση της ύπαρξης δασικού οικοσυστήματος από την υποχρεωτική δυνατότητα οικονομικής εκμετάλλευσής του, δεύτερον, στην απαίτηση για ύπαρξη ελάχιστου εμβαδού της έκτασης καθοριζόμενου αριθμητικά μη λαμβάνοντας υπόψη επιμέρους κρίσιμα στοιχεία, όπως θέση, εδαφικές και κλιματικές συνθήκες, και τρίτον, στην απαίτηση για σύσταση της δασοβιοκοινότητας ή του δασικού περιβάλλοντος αποκλειστικά από δασοπονικά είδη καθώς και για συγκόμωση 25%.

Ως προς το πρώτο σημείο, η επιχειρηματολογία της πλειοψηφίας (19 από τα 27 μέλη) της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας για την αντισυνταγματικότητα του ως άνω ορισμού αφορούσε την από το Ν.3208/2003 προβλεπόμενη προϋπόθεση της δυνατότητας παραγωγής δασικών προϊόντων για την ύπαρξη δάσους ή δασικής έκτασης. Το κριτήριο αυτό κρίθηκε αναχρονιστικό και επαναφέρει την προ του Ν.998/1979 αντίληψη της θεωρήσεως του δάσους αποκλειστικά ως οικονομικού αγαθού. Κατά το Σύνταγμα, αρκεί η οργανική ενότητα υψηλής ή θαμνώδους βλάστησης ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη πλήρωση των θεμελιωδών λειτουργιών του δασικού οικοσυστήματος.

Επιπρόσθετα, σχετικά με το δεύτερο σημείο που αναφέρεται στον αριθμητικό περιορισμό των 3 στρεμμάτων, κρίθηκε πως με τη ρύθμιση αυτή απελευθερώνονται ανυπολόγιστης οικονομικής αξίας δασικές εκτάσεις σε παραλιακές ζώνες ακόμη κι αν έχουν 100% δασοκάλυψη. Αυτή η ρύθμιση ενέχει τεράστιους κινδύνους ειδικά δεδομένης της μορφολογίας της χώρας μας, όπου υπάρχει αφθονία δασικών «νησίδων» κάτω των τριών στρεμμάτων. Ταυτόχρονα, προστασία των χορτολιβαδικών ή φρυγανωδών εκτάσεων προβλέπεται μόνον στις περιπτώσεις που  περικλείονται από δάση και δασικές εκτάσεις, πρόβλεψη που εξαιρεί από το δασικό νομοθετικό πλαίσιο εκατομμύρια στρέμματα ποώδους και φρυγανικής βλάστησης.  

Παράλληλα, προσκρούει στο Σύνταγμα η διάταξη του Ν. 3208/2003, η οποία θεωρεί δάσος και δασική έκταση μόνον εκείνες τις εκτάσεις που έχουν συγκόμωση (δηλαδή βαθμό κάλυψης του εδάφους από τη βλάστηση) μεγαλύτερη του 25% αντί για 15% που ίσχυε πριν τη θέσπιση του συγκεκριμένου νόμου. Το αντίστοιχο ποσοστό μάλιστα στο χρόνο θέσπισης του νόμου ήταν 10% στη Γαλλία, την Πορτογαλία και τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, αντισυνταγματικότητα εντοπίστηκε από το δικαστήριο στη θέσπιση ως προϋπόθεσης της ύπαρξης συγκεκριμένων -μόνον δασοπονικών-  φυτικών ειδών στα δάση ή τις δασικές εκτάσεις, όπως διατυπώνεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 3147/2003. Είναι, συνεπώς, φανερό πως με τις ως άνω ρυθμίσεις τίθενται διαφορετικά –αυστηρότερά– κριτήρια από αυτά του τελευταίου εδαφίου της υπό το άρθρο 24 Συντ. ερμηνευτικής δήλωσης, σύμφωνα με το οποίο ο προσδιορισμός του δάσους και της δασικής έκτασης γίνεται με βάση το αραιό ή το πυκνό της υπάρχουσας βλάστησης κι όχι το υψηλό ή το θαμνώδες ή με τυχόν αριθμητικώς οριζόμενα ποσοστά συγκομώσεως.

Τέλος, αξίζει μνείας και η θέση που διατυπώθηκε από οκτώ συμβούλους που μειοψήφησαν, καθόσον κατά τη γνώμη τους οι κρινόμενες διατάξεις που αναφέρονται πρώτον στην απαίτηση ελάχιστου εμβαδού για να δοθεί σε μία έκταση δασικός χαρακτηρισμός και δεύτερον στην προϋπόθεση της ύπαρξης μόνον δασοπονικών ειδών στις εδαφικές περιοχές που ορίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα. Η θέση τους ερείδεται στο επιχείρημα που εκφράσθηκε ήδη στα πλαίσια της απόφασης 27/1999 του ΑΕΔ, σύμφωνα με την οποία «ναι μεν ο αναθεωρητικός νομοθέτης αποδέχθηκε τους ορισμούς του δάσους και τις δασικής έκτασης που δίνει η δασική οικολογία, πλην δεν απέκλεισε τον αριθμητικό προσδιορισμό μιας ελάχιστης εκτάσεως η οποία απαιτείται για τη λειτουργία ενός δασικού οικοσυστήματος και μάλιστα αδιαφόρως της θέσεως της και των προαναφερόμενων συνθηκών που επικρατούν σε αυτήν». 

V. Με τις κρινόμενες διατάξεις διαπιστώθηκε εμφατικά πως οδηγούμαστε σε λιγότερο αποτελεσματική προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, καθώς και στον αποκλεισμό από αυτήν πλήθους εκτάσεων εν τοις πράγμασι δασικών. Η αντισυνταγματικότητα των ως άνω κανόνων είχε στηλιτευθεί πολλάκις από τη θεωρία με τον Α. Τάχο (Η επιστήμη και το άρθρο 24 του Συντάγματος (Αντίκρουση Συνταγματικού αφορισμού), ΕλλΔνη 1/2005, σελ. 8), να υπογραμμίζει πως  «ο καθορισμός ποσοτικών κριτηρίων με τις διατάξεις του Ν. 3208/2003 αντίκειται στο προστατευτικό πλέγμα του άρθρου 24 Συντ».

Σαφέστατα, λοιπόν, η απόφαση 32/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συμπλέει με την απόφαση 27/1999 του ΑΕΔ,  συνιστά θετική εξέλιξη σε μία περίοδο «αποψίλωσης» της δασικής νομοθεσίας και εν γένει οπισθοδρόμηση του νομικού πλέγματος της περιβαλλοντικής προστασίας. Με αιχμή τους νόμους 3986/2011 (εφαρμοστικός του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος), 4014/2011 (περιβαλλοντική αδειοδότηση και αυθαίρετα), 4042/2011 (διαχείριση αποβλήτων), 4067/2011 (Νέος Οικοδομικός Κανονισμός) και 4030/2011 (νέος τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών) τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της χώρας δέχονται ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις  και ελλοχεύει ο κίνδυνος περαιτέρω διάσπασης των φυσικών περιοχών και υποβάθμισης του τοπίου.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας –προβαίνοντας σε μια αντιστοίχηση του επιστημονικού με το νομικό ορισμό των εξεταζόμενων εννοιών και σε σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία τους– επιδιώκει να φρενάρει την εξασθένιση της νομικής προστασίας των δασών είτε με πολύ στενούς ορισμούς των όρων δάσος και δασική έκταση, είτε με την εξαίρεση εκτάσεων από τη δασική νομοθεσία. Άλλωστε, η σχολιαζόμενη δικαστική απόφαση έχει και ιδιαίτερη πρακτική σημασία, αφού μπορεί να ανακληθούν αποφάσεις άρσης αναδασώσεων και αποχαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων, που έγιναν υπό την ισχύ του κρινόμενου νόμου.

Εντούτοις -και παρά τις ως άνω αποφάσεις του ΑΕΔ και του ΣτΕ- η κρίση περί αντισυνταγματικότητας των αριθμητικών κριτηρίων δεν μπορεί να εμφορείται από μία στενή και μονοσήμαντη οικολογική λογική, διότι δεν πρέπει να παραβλέπεται πως η προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων εν τέλει μπορεί να λειτουργήσει ως περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων. Με δεδομένο ιδιαίτερα πως η πολυετής επεξεργασία από το ΣτΕ των συνταγματικών διατάξεων για την προστασία του δασικού περιβάλλοντος διακρίνεται από αυστηρότητα ως προς την εφαρμογή των σχετικών συνταγματικών εγγυήσεων (ενδεικτικές είναι οι αποφάσεις για τη μεταβολή προορισμού ενός δάσους που θέτουν ακόμη αυστηρότερα κριτήρια από αυτά του Συντάγματος, ΣτΕ 772/1992, 2435/1993, 666/1994, 2089/2004), δεν μπορεί να αποκρουσθεί αφοριστικά η υπαγωγή των επιστημονικών ορισμών σε νομικές ρυθμίσεις και μέσω αριθμητικώς προσδιοριζόμενων κριτηρίων προκειμένου να υπάρξει σαφής εξειδίκευση των πρώτων, ώστε να εφαρμοσθούν κατόπιν με ασφάλεια, αντικειμενικότητα και ομοιομορφία. Αυτή η προοπτική δεν οδηγεί αδήριτα σε απεμπόληση της δασικής προστασίας, ειδικά εάν εφαρμοσθεί συνδυαστικά με άλλα κριτήρια όπως το υψόμετρο, η γεωγραφική θέση, το είδος και η ηλικία των φυτών, δεδομένου μάλιστα ότι αντίστοιχες ρυθμίσεις υπάρχουν σε αρκετές δασικές νομοθεσίες ευρωπαϊκών κρατών.

 

Κλεονίκη Πουϊκλή

Υπ. διδάκτωρ Δικαίου Περιβάλλοντος

 

ΣτΕ 4846/2012 *

[Νόμιμο π.δ. για την έγκριση ΖΟΕ στην ευρύτερη περιοχή των Μεσογείων

και η ένταξη τμήματός της στις καθοριζόμενες ζώνες πρασίνου]

 

Πρόεδρος: Ν. Ρόζος

Εισηγητής: Όλ. Παπαδοπούλου

Δικηγόροι:

 

Ο χαρακτηρισμός και ο καθορισμός των ορίων και των ζωνών προστασίας των χερσαίων, υδάτινων ή μικτού χαρακτήρα περιοχών και στοιχείων ή συνόλων της φύσης και του τοπίου που βρίσκονται εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, καθώς και ο καθορισμός ειδικών χρήσεων γης, κατώτατου ορίου κατάτμησης και άλλων όρων, περιορισμών και απαγορεύσεων στη δόμηση και τις  λοιπές δραστηριότητες για την προστασία των περιοχών αυτών, γίνεται χωρίς σύνταξη ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης.

Εφόσον το κείμενο του διατάγματος, το οποίο παραπέμπει στα αντίστοιχα διαγράμματα που συνδημοσιεύθηκαν στην ΕτΚ, υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους προτείνοντες υπουργούς, αβασίμως προβάλλεται ότι το επίδικο διάταγμα είναι ακυρωτέο διότι τα ανωτέρω διαγράμματα υπογράφονται μόνον από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών, χωρίς σχετική εξουσιοδότηση.

Κατά την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων για τον καθορισμό ειδικών χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δόμησης σε εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχές, η κρίση της Διοίκησης νομίμως ερείδεται, όσον αφορά τα δάση και τις δασικές περιοχές, στις παρεχόμενες από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες πληροφορίες, με βάση τα υφιστάμενα στοιχεία φωτογράφησης και χαρτογράφησης κάθε συγκεκριμένης περιοχής, τις διενεργηθείσες αυτοψίες ή άλλα πρόσφορα σχετικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύνταξη δασολογίου και δασικών χαρτών ή η προηγούμενη έκδοση πράξεων χαρακτηρισμού, όσον αφορά δε τις αναδασωτέες περιοχές, στις υφιστάμενες σχετικές πράξεις κήρυξης της αναδάσωσης.

Ο λόγος ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατά πλάνη περί τα πράγματα, διότι η Διοίκηση αγνοούσε, κατά την ένταξη της περιοχής «Περιβολάκια» στις ζώνες πρασίνου, τη δημιουργία οργανωμένου οικισμού και την απώλεια του δημόσιου και  δασικού χαρακτήρα της περιοχής ότι, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, δεν αποτυπώθηκαν στα οικεία διαγράμματα οι υφιστάμενες οικοδομές, είναι αβάσιμος, διότι τέτοιος τύπος δεν προβλέπεται. Λόγος για υπέρβαση και κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης κατά τη θέσπιση των επίδικων ρυθμίσεων πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι οι κανονιστικές πράξεις δεν ελέγχονται από την άποψη αυτή, αλλά μόνον από την άποψη της τήρησης των προϋποθέσεων που τάσσει η εξουσιοδότηση και της μη υπέρβασης των ορίων της.

Σε περιοχές στις οποίες έχουν δημιουργηθεί οικιστικά σύνολα χωρίς εγκεκριμένο πολεοδομικό σχεδιασμό επιδιώκεται όχι η συλλήβδην, αλλά η επιλεκτική και σε περιορισμένο βαθμό ένταξή τους στο σχέδιο πόλεως, διαφορετικά η σχετική κατεύθυνση του ΡΣΑ θα αντέφασκε προς τον στόχο της «ανάσχεσης της εξάπλωσης της πόλης» και την επιδίωξη προστασίας του περιβάλλοντος.

Αβασίμως προβάλλεται, επομένως, ότι δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τους κατά τους αιτούντες υπέρμετρους περιορισμούς, οι οποίοι επιβάλλονται στην ιδιοκτησία τους με τις ρυθμίσεις των χρήσεων γης στην περιοχή «Περιβολάκια», περιορισμούς αναμενόμενους, άλλωστε, ενόψει της δασικής μορφής της περιοχής και της άναρχης δομήσεώς της, και ότι, ως εκ τούτου, οι περιορισμοί αυτοί θεσπίζονται κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Προϋπόθεση για την πολεοδόμηση εκτάσεως που ανήκει σε οικοδομικό συνεταιρισμό, εφόσον η έκταση αυτή περιλαμβάνεται, πάντως, σε περιοχή προβλεπόμενη ως οικιστική από τον οικείο χωροταξικό σχεδιασμό, είναι η κίνηση της σχετικής διαδικασίας με πρωτοβουλία του συνεταιρισμού. Πριν από την κίνηση της ανωτέρω διαδικασίας δεν νοείται δημιουργία προστατευόμενης εμπιστοσύνης περί του ότι η ανήκουσα στον συνεταιρισμό έκταση μπορεί να καταστεί οικιστική. Τυχόν ανοχή της οικοδομικής δραστηριότητας που αναπτύχθηκε εντός της εκτάσεως αυτής και η συνεπεία της ανοχής δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση, δεν μπορούν να θεμελιώσουν προσδοκία μετεξέλιξης της εκτός σχεδίου περιοχής σε οικιστική.

 

Βασικές σκέψεις

 

1.      Επειδή, με το από 6.3.2003 προεδρικό διάταγμα (Δ΄ 199) καθορίζονται χρήσεις γης και όροι και περιορισμοί δομήσεως στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 ευρύτερη περιοχή των Μεσογείων, η οποία περιλαμβάνεται στην εγκριθείσα με το από 22.6-7.7.1983 προεδρικό διάταγμα (Δ΄ 284) Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου του Νομού Αττικής. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της, η ακύρωση του ανωτέρω διατάγματος, καθ’ ο μέρος με αυτό η περιοχή «Περιβολάκια» του Δήμου Ραφήνας εντάχθηκε στις περιοχές με στοιχείο Α΄ (ζώνες πρασίνου).

2.      Επειδή, οι αιτούντες, οι οποίοι με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία φέρονται ως συγκύριοι ακινήτου στην προαναφερθείσα περιοχή «Περιβολάκια», με έννομο συμφέρον και εμπροθέσμως ασκούν την κρινόμενη αίτηση, ομοδικούν δε παραδεκτώς, προβάλλοντες κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην αυτή πραγματική και νομική αιτία.

3.      Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, με το προσβαλλόμενο διάταγμα επιχειρείται η θέσπιση όρων, περιορισμών και απαγορεύσεων στη δόμηση και στις χρήσεις γης, στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών περιοχή των Μεσογείων. Ειδικότερα, στη σχετική από 14.12.1998 εισήγηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Αθήνας αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η περιοχή των Μεσογείων εκτείνεται στο πεδινό βόρειο τμήμα της υποενότητας  Ανατολικής Αττικής, η οποία αποτελεί, σύμφωνα με το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, μια από τις πέντε οργανικές υποενότητες της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας στο πλαίσιο της λειτουργικής χωροταξικής οργανώσεώς της (Λεκανοπέδιο και Σαλαμίνα, Δυτική Αττική, Βόρεια Αττική, Ανατολική Αττική και Νησιωτική Αττική). Περιβάλλεται από τους ορεινούς όγκους της Πεντέλης και του Υμηττού, τα υψώματα της Μερέντας, το Πάνειον και τον Ευβοϊκό και «αποτελεί την άμεση περιοχή επιρροής του διεθνούς αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος». Ο ΟΡΣΑ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για την εφαρμογή του Ρυθμιστικού Σχεδίου ανέθεσε τον Ιούνιο του 1995 στο Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΙΠΑ) του Παντείου Πανεπιστημίου ερευνητικό πρόγραμμα, με θέμα «Οικονομική Ανάπτυξη και Χωροταξικός Σχεδιασμός Πεδιάδας Μεσογείων 1995-2020-Ειδική Χωρική Ρύθμιση Περιοχής Αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος». Το ερευνητικό πρόγραμμα είχε ως αντικείμενο «τη συνολική προγραμματική και σχεδιαστική ρύθμιση του χώρου των Μεσογείων, τη συνολική εκτίμηση των τομέων παραγωγής [της περιοχής] … και τον προσδιορισμό των ειδικότερων οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων από το αεροδρόμιο», αποσκοπούσε δε «στην τεκμηρίωση ενός πλαισίου σχεδιασμού, το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα στον Οργανισμό Αθήνας να προχωρήσει στην επικαιροποίηση των ΓΠΣ, την οριστικοποίηση των μακροπρόθεσμα αναγκαίων επεκτάσεων των οικισμών και στη θεσμοθέτηση της ΖΟΕ των Μεσογείων». Η α΄ φάση της μελέτης είχε ως αντικείμενο την «γενική αναγνώριση της περιοχής», παραδόθηκε δε τον Αύγουστο του 1995 και η β΄ φάση, που παραδόθηκε τον Απρίλιο του 1996, είχε ως αντικείμενο την «ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης και τις αναπτυξιακές προοπτικές». Ακολούθησε ενημέρωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των οικείων ΟΤΑ, αφού δε ελήφθησαν υπόψη οι προτάσεις της μελέτης, οι απόψεις των ΟΤΑ, καθώς και των άλλων φορέων, και έγιναν οι αναγκαίες προσαρμογές, τον Απρίλιο του 1997 παρελήφθη η γ΄ φάση από την ορισθείσα Επιτροπή Επίβλεψης. Κατά τη δ΄ φάση, η τελική πρόταση διαβιβάσθηκε, τον Ιανουάριο του 1998, σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, ήτοι σε Υπουργεία, ΟΤΑ, Επιμελητήρια κ.λπ., προκειμένου να διατυπώσουν και πάλι τις απόψεις τους, ακολούθως δε, με βάση τις διατυπωθείσες απόψεις και τις σχετικές κατευθύνσεις του ΟΡΣΑ, οριστικοποιήθηκε η πρόταση του Ινστιτούτου Περιφερειακής Ανάπτυξης και παραδόθηκε τον Ιούλιο του 1998. Οι αρχές και οι κατευθύνσεις του χωροταξικού προγραμματισμού και σχεδιασμού που ελήφθησαν υπόψη από το ανωτέρω ερευνητικό πρόγραμμα είναι «ο έλεγχος και η ρύθμιση … των σημερινών τάσεων αστικοποίησης στην περιοχή … η διασφάλιση κατά τον πλέον οικονομικό και λειτουργικά-κοινωνικά αποδεκτό τρόπο της κατασκευής των αναγκαίων έργων υποδομής, η ελαχιστοποίηση των επιβαρύνσεων του αστικού περιβάλλοντος και των γεωργοκτηνοτροφικών δραστηριοτήτων από τη λειτουργία του αεροδρομίου, η αναζήτηση των χωροταξικά καταλληλότερων θέσεων των συναφών και εξαρτημένων άμεσα [από] αυτό … δραστηριοτήτων, η διασφάλιση των πλέον κατάλληλων χωρικών ρυθμίσεων και ελέγχων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την απρόσκοπτη ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας». Περαιτέρω, γίνεται ανάλυση της υφιστάμενης καταστάσεως του φυσικού και  οικιστικού περιβάλλοντος και παρέχονται στοιχεία για την κατανομή και εξέλιξη του πληθυσμού των περιοχών που επηρεάζονται, αμέσως ή εμμέσως, από τη λειτουργία του αεροδρομίου των Σπάτων. Ειδικότερα, στην έκθεση που συνοδεύει τη μελέτη του ΙΠΑ διαλαμβάνονται τα εξής: «Ι. Φυσικό Περιβάλλον … Στην περιοχή μελέτης υπάρχουν τα ακόλουθα οικοσυστήματα: δάση πεύκων, θαμνώνες και φρύγανα, ρέμματα με υγρόφιλη βλάστηση, υγρότοποι, ακτές, στο μεγαλύτερο μέρος τους βραχώδεις, κυρίως με μικρή κλίση αλλά και κατά τόπους απόκρημνες, σπηλιές και βάραθρα που παρουσιάζουν αρχαιολογικό, παλαιοντολογικό ή και βιολογικό ενδιαφέρον και αξιόλογο διάκοσμο. Στις περιοχές όπου οι καλλιέργειες έχουν παραμείνει αναλλοίωτες επί εκατοντάδες (ακόμα και χιλιάδες) χρόνια, τα αγροοικοσυστήματα έχουν αναπτύξει κάποια σταθερότητα και συντηρούν σημαντικούς και ιδιαίτερους πληθυσμούς ζώων και πουλιών … ΙΙ. Πληθυσμός … ΙΙΙ. Οικονομία της περιοχής (Βασικές Δραστηριότητες): Η περιοχή της μελέτης χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη των εξής βασικών δραστηριοτήτων: γεωργία (κύρια στην πεδιάδα των Μεσογείων), παραθεριστική κατοικία και εσωτερικός τουρισμός (κατά μήκος των ακτών), ζώνες μόνιμης κατοικίας στα βόρεια και στα δυτικά και εγκατάσταση μεταποιητικής δραστηριότητας καθώς και υπηρεσιών προς τους κατοίκους της Πρωτεύουσας (ιδιωτική εκπαίδευση, εμπόριο, αναψυχή) … ΙV. Χρήσεις γης: Στο διάστημα των τελευταίων 30-40 ετών, η ανάπτυξη στην πεδιάδα των Μεσογείων διαμόρφωσε πρότυπο εξέλιξης του χώρου με κύρια χαρακτηριστικά: Τη μετατροπή εκτεταμένων περιοχών δασικής ή γεωργικής γης σε οικιστικές περιοχές 1ης ή 2ης κατοικίας. Την αυθαίρετη κατάτμηση της γης και την επίσης αυθαίρετη δόμηση κατοικιών … Την αυθαίρετη αλλαγή των προβλεπόμενων χρήσεων γης και τη μετατροπή γεωργικής κυρίως γης σε γη για χρήσεις εμπορικές, βιοτεχνικές, βιομηχανικές, αποθηκών κ.λπ. Τη σημαντική υστέρηση σε αναγκαία δίκτυα υποδομής, αποτέλεσμα της απουσίας σχεδιασμού, αλλά και του εν λόγω προτύπου εξέλιξης του χώρου. Η αυθαίρετη δόμηση αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο της οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής των Μεσογείων. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, οι περιοχές γύρω από τους πυρήνες όλων των παλαιών οικισμών, καθώς και εκτεταμένες περιοχές της παραθαλάσσιας ζώνης εντάχθηκαν στο σχέδιο … [Τούτο] δεν ανέκοψε, όπως αρχικά αναμενόταν, την αυθαίρετη οικιστική ανάπτυξη, παρά το γεγονός ότι εκτεταμένες εκτάσεις εντός των υφισταμένων σχεδίων παραμένουν αδόμητες … ήδη βρίσκονται σε τελική φάση επεξεργασίας και εγκρίσεων οι νέες αναθεωρήσεις και οι επεκτάσεις των ΓΠΣ … Παρά το γεγονός ότι εξαιρετικά μεγάλες εκτάσεις της παραλιακής ζώνης έχουν ενταχθεί σε ζώνες εγκεκριμένων σχεδίων Β΄ κατοικίας και παρά το γεγονός ότι οι εντεταγμένες περιοχές περιλαμβάνουν μεγάλα ποσοστά μη κατειλημμένων εκτάσεων, μια νέα ζώνη εκτός σχεδίου δόμησης (κατά κανόνα αυθαίρετης αλλά και νόμιμης) έχει αναπτυχθεί σε επαφή με την παραλιακή ζώνη … Όσον αφορά τους χώρους πρασίνου, με εξαίρεση την Πεντέλη  και τον Υμηττό, δεν υπάρχει θεσμοθετημένη άλλη ζώνη προστασίας ορεινών όγκων ή δασών στην περιοχή, σημαντικότερα των οποίων είναι … οι διάσπαρτοι πευκόφυτοι λόφοι που βρίσκονται είτε πίσω από τη ζώνη της παραθεριστικής κατοικίας, είτε στην περιοχή παράλληλα με τους πρόποδες της Πεντέλης, από το Γέρακα, τα Γλυκά Νερά και την Παιανία ως τις παρυφές της Ραφήνας. Η γεωργική γη, πέρα από τη … σημασία της για την οικονομία της περιοχής, αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο του περιβαλλοντικού και κατ’ επέκταση και του οικονομικού πλούτου της.

Συμπερασματικά, μπορούμε να τονίσουμε ότι στην περιοχή μελέτης αντιπροσωπεύονται … τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά [του αττικού περιβάλλοντος] … Ανεξάρτητα από τις μεγάλες επιπτώσεις … που θα προκαλέσει η εγκατάσταση του αεροδρομίου, υπάρχουν στην περιοχή μικρότερης κλίμακας περιβαλλοντικές επιπτώσεις, που οφείλονται στο πρότυπο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια, όπως η δόμηση στις κορυφογραμμές των λόφων, η δόμηση σε οικόπεδα με έντονη κλίση, η δόμηση κατά μήκος των εθνικών και επαρχιακών οδών … V. Ισχύον θεσμικό καθεστώς … VΙΙ. Γενική αναφορά στον ρόλο της περιοχής μελέτης: … Η περιοχή … θα αποτελέσει τον υποδοχέα του μέγιστου … αριθμού των νέων δραστηριοτήτων που αναμένεται ότι  θα … δημιουργηθούν  από τη λειτουργία του νέου αεροδρομίου. Μέσω του νέου αεροδρομίου και των … μεγάλων έργων υποδομής, αποκτά έναν νέο κυρίαρχο ρόλο στο σύστημα των εθνικών και διεθνών μεταφορών … [εξαιτίας της δυναμικής της εξέλιξης] επιβάλλεται να διατηρήσει ένα φυσικό περιβάλλον κατάλληλο για τη διαφύλαξη στο μέγιστο δυνατό βαθμό της σημερινής οικολογικής ισορροπίας …». Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων και στο πλαίσιο των προαναφερομένων αρχών και κατευθύνσεων χωροταξικού προγραμματισμού και σχεδιασμού, το εκπονηθέν ερευνητικό πρόγραμμα προτείνει, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό ζώνης Α΄ προστασίας του πρασίνου, η οποία περιλαμβάνει, εκτός από τους ορεινούς όγκους του Υμηττού και της Πεντέλης, που ήδη διέπονται από συγκεκριμένες ρυθμίσεις, τους υπόλοιπους ορεινούς όγκους της περιοχής, καθώς και λόφους, ζώνες πρασίνου και ενδιαφέροντα τοπία, και στην οποία απαγορεύεται κατ’ αρχήν η δόμηση. Βάσει των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, παραδόθηκε τον Ιούλιο του 1998, ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών συνέταξε μελέτη για τη χωροταξική οργάνωση της περιοχής Μεσογείων και για τον καθορισμό χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δομήσεως εντός αυτής. Ειδικότερα, στην πρόταση των υπηρεσιών του Οργανισμού Αθήνας αναφέρονται τα εξής: «Η οργάνωση της περιοχής μελέτης … βασίζεται στις τάσεις-προοπτικές ανάπτυξης της περιοχής, κυρίως λόγω της εγκατάστασης του αεροδρομίου, σε σχέση πάντα με τους στόχους του ΡΣΑ. Στην περιοχή μελέτης οργανώνονται τρεις γενικές κατηγορίες λειτουργιών: -Η πρώτη αφορά το αεροδρόμιο … -Η δεύτερη αφορά στην οικιστική ανάπτυξη είτε κατοικίας είτε άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων … -Η τρίτη αφορά στο φυσικό περιβάλλον (γεωργική γη και δασικές εκτάσεις) το οποίο δέχεται και τις μεγαλύτερες πιέσεις συρρίκνωσής του». Οι προτεινόμενες ζώνες χρήσεων διακρίνονται, συναφώς, σε τρεις κατηγορίες: Ζώνες προστασίας, ζώνες οικιστικές και ζώνες παραγωγικών δραστηριοτήτων και υπερτοπικών εξυπηρετήσεων. «Οι ζώνες προστασίας στοχεύουν στη διαφύλαξη του εναπομείναντος ελεύθερου χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος, του πρασίνου, της γεωργικής γης, των αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, των αξιόλογων τοπίων, καθώς και στην εξασφάλιση ενός ζωτικού ελεύθερου χώρου γύρω από τους πόλους και ζώνες ανάπτυξης. Ο βαθμός προστασίας στις ζώνες αυτές διαφοροποιείται, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ζώνης ή υποζώνης, από την πλήρη απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης μέχρι τη δυνατότητα εγκατάστασης ήπιων χρήσεων … Οι οικιστικές ζώνες καθορίζονται με προοπτική τη διοχέτευση σ’ αυτές των οικιστικών πιέσεων και περιλαμβάνουν τις εκτάσεις κατοικίας που προωθούνται από τα ΓΠΣ, τις περιοχές υποδοχής εκτάσεων Α΄ κατοικίας, καθώς και τις εκτάσεις των παραλιακών περιοχών όπου εκδηλώνονται έντονες οικιστικές πιέσεις. Οι ζώνες παραγωγικών δραστηριοτήτων και υπερτοπικών εγκαταστάσεων χωροθετούνται σαν υποδοχείς των τάσεων για εγκατάσταση δευτερογενών και τριτογενών δραστηριοτήτων …». Στην προαναφερθείσα μελέτη του ΟΡΣΑ αναφέρονται, περαιτέρω, τα εξής: «Στις παραλιακές περιοχές της Αν. Αττικής, όπου έχει σημειωθεί η μεγαλύτερη εξάπλωση παραθεριστικών αυθαιρέτων της Αττικής και όπου πολύ μεγάλες εκτάσεις έχουν ήδη ενταχθεί στο σχέδιο ή είναι σε διαδικασία ένταξης, τα περιθώρια για χωροθέτηση επιπλέον νέων οικιστικών ζωνών είναι πολύ περιορισμένα. Εξ άλλου οι πολεοδομημένες και υπό έγκριση περιοχές, λόγω της μεγάλης έκτασης και του χαμηλού σήμερα βαθμού κορεσμού τους … μπορούν να απορροφήσουν, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, τη ζήτηση για χρήσεις σχετικές με παραθερισμό και αναψυχή». Για τις περιοχές «που καλύπτονται από δάση και δασικές εκτάσεις ή είναι λοφώδεις εξάρσεις, καθορίζονται … ζώνες πρασίνου, με στόχο της διατήρηση του χαρακτήρα τους». Σύμφωνα με τις ανωτέρω κατευθύνσεις της εκπονηθείσας μελέτης, στην προαναφερόμενη από 14.12.1998 εισήγηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Αθήνας, βάσει της οποίας διατυπώθηκε κατά την 1/συνεδρίαση 20/13.1.1999 η σχετική γνωμοδότηση της εν λόγω Επιτροπής, προτείνεται, μεταξύ άλλων, ο καθορισμός Ζώνης Α (πρασίνου), η οποία περιλαμβάνει «λοφώδεις εξάρσεις, δάση και δασικές εκτάσεις σύμφωνα με τους κτηματογραφικούς χάρτες του Υπ. Γεωργίας και την υπάρχουσα δασοκάλυψη», με επιτρεπόμενες χρήσεις δημόσια και δημοτικά καθιστικά και, κατ’ εξαίρεση, εγκαταστάσεις παραγωγής αιολικής ενέργειας, καθώς και μετεωρολογικών και γεωδυναμικών σταθμών. Και η μελέτη αυτή του ΟΡΣΑ διαβιβάσθηκε στους ΟΤΑ της περιοχής, καθώς και σε άλλους φορείς, οι απόψεις των οποίων εξετάσθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία του Οργανισμού Αθήνας. Στη σχετική από 14.7.2000 εισήγηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή, βάσει της οποίας αυτή κατά την 1/συνεδρίαση 82/4.4.2001 διατύπωσε τη σχετική γνωμοδότησή της, αναφέρεται ότι «η συμμετοχική διαδικασία για τον σχεδιασμό της περιοχής των Μεσογείων υπήρξε συνεχής, ολοκληρωμένη και εξαντλητική» και ότι, κατά την εξέταση των απόψεων που διατυπώθηκαν από τους φορείς, ελήφθησαν υπόψη «οι ακόλουθοι παράγοντες που σχετίζονται με τις υφιστάμενες συνθήκες και τις προοπτικές ανάπτυξης της περιοχής: -Οι αναπτυξιακές ζώνες που χωροθετούνται σε συνάρτηση με τη λειτουργία του αεροδρομίου θα πρέπει να καταστούν ελκυστικές και ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο … Οι τυχόν περαιτέρω επεκτάσεις τους και η περαιτέρω διασπορά αναπτυξιακών δραστηριοτήτων στο χώρο θα είναι όχι μόνον αντιοικονομική αλλά και θα αποδυναμώσει τον αναπτυξιακό στόχο. -Η ανάγκη εξασφάλισης υψηλής ποιότητας περιβάλλοντος στην περιοχή η οποία θα αποτελέσει τη βασική πύλη εισόδου στη Χώρα … Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη ολοκληρωμένης πολεοδομικής οργάνωσης των οικισμών και των παραγωγικών ζωνών και τη διατήρηση του φυσικού χαρακτήρα του ιδιαίτερα αξιόλογου περιβάλλοντος και τοπίου στις εκτός σχεδίου περιοχές. Ειδικότερα, προϋποθέτει την αποφυγή της περαιτέρω άμορφης διάχυσης του οικιστικού ιστού που δεν έχει ούτε χαρακτήρα αστικού τοπίου ενώ συγχρόνως καταστρέφει τα χαρακτηριστικά του φυσικού τοπίου … πρέπει να τονισθεί ο πολύ χαμηλός βαθμός προώθησης των έργων πολεοδομικής αναβάθμισης στις εκτεταμένες περιοχές που έχουν ήδη ενταχθεί στο σχέδιο … Η εικόνα αυτή γεννά εύλογα ερωτηματικά ως προς τη σκοπιμότητα των εκτεταμένων επεκτάσεων και ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησης τέτοιων μεγεθών για την αναβάθμιση του δομημένου περιβάλλοντος. -Ο χαμηλός βαθμός κορεσμού που εμφανίζουν οι περισσότερες από τις περιοχές επεκτάσεων, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχουν εν δυνάμει πολύ μεγάλες χωρητικότητες για μελλοντική ανάπτυξη …. -Η προώθηση των έργων υποδομής στην ευρύτερη περιοχή (οδικά έργα-νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις-έργα αντιπλημμυρικής προστασίας κλπ) συναντά εμπόδια από την άμορφη διάχυση της δόμησης, με συνέπεια σε ορισμένες περιπτώσεις να ακυρώνεται η βέλτιστη χάραξη ή χωροθέτηση αυτών των έργων …». Ενόψει των ανωτέρω, κρίθηκε από τον Οργανισμό Αθήνας «ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για την αποδοχή νέων αιτημάτων που αφορούν την περαιτέρω αστικοποίηση της περιοχής και ότι ο κύριος στόχος των ρυθμίσεων της ΖΟΕ πρέπει να είναι η προστασία των φυσικών πόρων της περιοχής και η διαφύλαξη της οικολογικής ισορροπίας για τη βιώσιμη ανάπτυξή της». Τελικώς, μετά και την κατά την 1/συνεδρίαση 3/27.6.2001 της ΕΕ διατυπωθείσα γνωμοδότησή της, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Στο άρθρο 2 παρ. Ι του διατάγματος αυτού καθορίζονται οι περιοχές με στοιχείο Α, ως ζώνες πρασίνου, ορίζονται δε περαιτέρω τα εξής: «1. Στις παραπάνω περιοχές επιτρέπονται οι χρήσεις: -Δημόσια και δημοτικά καθιστικά -Κατ’ εξαίρεση … επιτρέπονται ύστερα από προέγκριση χωροθέτησης … -Εγκαταστάσεις παραγωγής αιολικής ενέργειας -Εγκαταστάσεις μετεωρολογικών και γεωδυναμικών σταθμών. Ολες οι παραπάνω χρήσεις είναι επιτρεπτές μετά την έγκριση των αρμοδίων δασικών αρχών μόνο στα μη δασικά τμήματα των περιοχών Α. 2. Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των επιτρεπομένων χρήσεων καθορίζονται ως εξής: α) Για τα δημόσια και δημοτικά καθιστικά … β) Για τις εγκαταστάσεις παραγωγής αιολικής ενέργειας και … μετεωρολογικών και γεωδυναμικών σταθμών … 3. Στις παραπάνω περιοχές δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 (Α΄ 124) [Περιοχές ειδικά ρυθμιζόμενης πολεοδόμησης (ΠΕΡΠΟ)]». Στο ίδιο άρθρο καθορίζονται επίσης περιοχές με στοιχείο Β1 ως περιοχές απολύτου προστασίας τοπίου, αρχαιολογικών χώρων και μνημείων στις οποίες «απαγορεύεται κάθε δόμηση ή κατασκευή, καθώς και η αλλοίωση του εδάφους» (παρ. ΙΙ), περιοχές με στοιχείο Β2 ως περιοχές μέσης προστασίας τοπίου, αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, στις οποίες επιτρέπονται κατοικίες, αγροτικές αποθήκες, δημόσια και δημοτικά καθιστικά και αναψυκτήρια με συγκεκριμένους όρους και περιορισμούς (παρ. ΙΙΙ), περιοχή με στοιχείο Β3-Αττικό Πάρκο (παρ. ΙV), περιοχές με στοιχείο Β4 στη Βραυρώνα (παρ. V), περιοχές με στοιχείο Γ1 ως ζώνη ειδικής ενίσχυσης παραδοσιακών και βιολογικών καλλιεργειών (παρ. VΙ), περιοχές με στοιχείο Γ2 που αποτελούνται από γεωργική γη και στις οποίες επιτρέπονται εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την πρωτογενή παραγωγή, κατοικία και ορισμένες άλλες χρήσεις (παρ. VΙΙ), περιοχές με στοιχείο Δ ως ζώνες περιαστικής κατοικίας (παρ. VΙΙΙ), περιοχές με στοιχείο Ε «εντός των ορίων εγκεκριμένων ή υπό έγκριση ΓΠΣ» (παρ. ΙΧ), περιοχές με στοιχείο Ζ ως περιοχές τουριστικών εγκαταστάσεων (παρ. Χ), περιοχές με στοιχείο Η, ως ζώνες υποδοχής Β΄ κατοικίας (παρ. ΧΙ), περιοχές με στοιχείο Θ1 στην παραλιακή ζώνη (παρ. ΧΙΙ), περιοχές αναψυχής με στοιχείο Θ2 (παρ. ΧΙΙΙ), περιοχές με στοιχείο Ι ως ζώνη χονδρεμπορίου (παρ. ΧΙV), περιοχές με στοιχείο Κ1 ως ζώνη για εγκατάσταση του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα (παρ. ΧV), περιοχή με στοιχείο Κ2 για Επιχειρηματικό Πάρκο (παρ. ΧVΙ), περιοχή με στοιχείο Κ3 για Πάρκο Υψηλής Τεχνολογίας και εγκαταστάσεις ΑΕΙ-ΤΕΙ (παρ. ΧVΙΙ), περιοχή με στοιχείο Λ για αθλητικές εγκαταστάσεις (παρ. ΧVΙΙΙ), περιοχή με στοιχείο Λ1 για τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Δήμου Ραφήνας (παρ. ΧΙΧ) και περιοχές με στοιχείο Μ ως ζώνη βιομηχανικών-βιοτεχνικών εγκαταστάσεων (παρ. ΧΧ). Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 36 του προσβαλλόμενου π.δ. ορίζεται ότι «Νομίμως υφιστάμενα κτήρια και εγκαταστάσεις που η χρήση τους δεν επιτρέπεται από τις διατάξεις του παρόντος δ/τος δύνανται να διατηρήσουν την υφιστάμενη χρήση στο γήπεδο επί του οποίου έχουν ανεγερθεί και να επισκευάζονται μόνο για λόγους χρήσεως και υγιεινής».

4.      Επειδή, το προσβαλλόμενο διάταγμα έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) [άρθρο 183 παρ. 1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ) που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. της 14-27.7.1999 (Δ΄ 580)] και του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160). Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 14 του ν. 1512/1985 (Α΄ 4), ορίζονται τα εξής: «Με π.δ/γματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ορίζονται οι πόλεις και οικισμοί γύρω από τα όρια των οποίων καθορίζεται Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ). Με τα π.δ/γματα αυτά καθορίζεται και το πλάτος των ΖΟΕ σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οικισμού ή θέσης του ή προσδιορίζονται τα όρια της ΖΟΕ σε χάρτη κατάλληλης κλίμακας που δημοσιεύεται με σμίκρυνση μαζί με το π.δ/γμα. Το πλάτος της ΖΟΕ υπολογίζεται από τα αντίστοιχα ακραία όρια του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης ή του οικισμού προ του 1923. Με τα παραπάνω π.δ/γματα καθορίζονται, κατά τη συγκεκριμένη περίπτωση, οι όροι και περιορισμοί χρήσεων γης ή άλλοι όροι και περιορισμοί, που επιβάλλονται μέσα στις ΖΟΕ και ιδιαίτερα το όριο εμβαδού, κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση της γης. Τα π.δ/γματα αυτά εκδίδονται μετά από γνώμη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του νομαρχιακού ΣΧΟΠ ή του ΚΣΧΟΠ για τον νομό Αττικής …». Στο δε άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ν. 1650/1986, όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207), ορίζονται τα εξής: «1. Ο χαρακτηρισμός περιοχών, στοιχείων ή συνόλων της φύσης και του τοπίου, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 και ο καθορισμός των ορίων τους και των τυχόν ζωνών προστασίας τους γίνονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Γεωργίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ύστερα από γνώμη του νομαρχιακού συμβουλίου, σε εφαρμογή περιφερειακού ή νομαρχιακού ή ειδικού χωροταξικού σχεδίου ή γενικού πολεοδομικού σχεδίου ή ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης. Σε κάθε περίπτωση η σύνταξη ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης είναι απαραίτητη για την τεκμηρίωση της σημασίας του προστατευτέου αντικειμένου και τη σκοπιμότητα των προτεινόμενων μέτρων προστασίας … Ειδικά ο χαρακτηρισμός και ο καθορισμός των ορίων και των τυχόν ζωνών προστασίας περιοχών, στοιχείων ή συνόλων της φύσης και του τοπίου, που περιλαμβάνονται σε Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), γίνεται με την πράξη καθορισμού της ΖΟΕ και με τη διαδικασία του άρθρου 29 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. 2. Με το παραπάνω προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι αναγκαίοι για την προστασία του συγκεκριμένου αντικειμένου γενικοί όροι, απαγορεύσεις και περιορισμοί στις χρήσεις γης, στη δόμηση και στην κατάτμηση ακινήτων, καθώς και στην εγκατάσταση και άσκηση δραστηριοτήτων και στην εκτέλεση έργων …».

5.      Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ειδικώς ο χαρακτηρισμός και ο καθορισμός των ορίων και των ζωνών προστασίας των αναφερομένων στο άρθρο 18 του ν. 1650/1986 χερσαίων, υδάτινων ή μικτού χαρακτήρα περιοχών και στοιχείων ή συνόλων της φύσεως και του τοπίου που ευρίσκονται εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, καθώς και ο καθορισμός ειδικών χρήσεων γης, κατωτάτου ορίου κατατμήσεως και άλλων όρων, περιορισμών και απαγορεύσεων στη δόμηση και τις  λοιπές δραστηριότητες για την προστασία των περιοχών αυτών, γίνεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 περί καθορισμού ΖΟΕ, δηλαδή με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, χωρίς να είναι αναγκαία στην περίπτωση αυτή η τήρηση και των κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 1650/1986 διαδικασιών, στις οποίες περιλαμβάνεται η σύνταξη ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης (βλ. ΣΕ 3630/2009 επτ, 1875/2003, 1872/2003 κ.ά.). Εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε (βλ. ανωτέρω, σκέψη 2), η επίδικη περιοχή των Μεσογείων περιλαμβάνεται στη Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου του Νομού Αττικής, όπως τα όριά της καθορίσθηκαν με το από 22.6-7.7.1983 διάταγμα. Συνεπώς, νομίμως εκδόθηκε κατ’επίκληση των προαναφερομένων διατάξεων το προσβαλλόμενο διάταγμα χωρίς πρόταση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και χωρίς να έχει προηγηθεί σύνταξη ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης, είναι δε απορριπτέος ως αβάσιμος ο  περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως.

6.      Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 του ν. 1515/1985 (Α΄ 18), όπως η παράγραφος αυτή  αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.  2052/1992 (Α΄ 94) [άρθρο 12 παρ. 5 του ΚΒΠΝ], «Για την εκπλήρωση του έργου του ο Οργανισμός [Αθήνας] μπορεί να συντάσσει τις απαιτούμενες μελέτες για τις εξειδικεύσεις του ρυθμιστικού σχεδίου και τα προγράμματα εφαρμογής τους. Στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, απαιτείται γνωμοδότηση του ΣΧΟΠ για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων καθορισμού Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) … νοείται γνωμοδότηση της  Εκτελεστικής Επιτροπής του Οργανισμού  Αθήνας …». Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, κατά την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν καθορισμό, τροποποίηση ή συμπλήρωση Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, η οποία υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν. 1515/1985, γνωμοδοτεί, αντί του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, η Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Αθήνας. Συνεπώς, για την έκδοση του επίδικου διατάγματος, που αφορά κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 4 υποενότητα της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, νομίμως γνωμοδότησε η ΕΕ του Οργανισμού, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια σκέψη, οι δε σχετικές γνωμοδοτήσεις της μνημονεύονται στο προοίμιο του προσβαλλομένου διατάγματος. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι τούτο εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 29 παρ. 1 εδ. δ´ του ν. 1337/1983, καθόσον ελλείπει, εν προκειμένω, η γνωμοδότηση του οικείου ΣΧΟΠ.

7.      Επειδή, κατά την θέσπιση ρυθμίσεων κανονιστικού περιεχομένου κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, ρυθμίσεων δηλαδή στις οποίες, εξ ορισμού, ο κύκλος των ενδιαφερομένων δεν είναι εκ των προτέρων γνωστός και προσδιορισμένος, δεν απαιτείται ακρόαση των τυχόν θιγομένων, ούτε σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 2690/1999 (Α΄ 45) και θεσπίζει ειδικότερες ρυθμίσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, χωρίς διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της (πρβλ. ΣΕ 3692/2009 Ολομ, 3633/2009, 3283/1996). Εν προκειμένω, το προσβαλλόμενο διάταγμα καθορίζει χρήσεις γης και όρους και περιορισμούς δομήσεως, έχει δηλαδή κανονιστικό χαρακτήρα. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται ότι το διάταγμα αυτό εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 6 του ΚΔιοικΔιαδ διότι οι αιτούντες δεν κλήθηκαν προηγουμένως να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον της Διοικήσεως. Άλλωστε, κατά τη διαδικασία εκδόσεως των διαταγμάτων καθορισμού ΖΟΕ, προβλέπεται συμμετοχή των οικείων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, καθώς και άλλων φορέων, με σκοπό την ενημέρωση του κανονιστικού νομοθέτη εν σχέσει προς τις επιπτώσεις των σχεδιαζομένων ρυθμίσεων σε κάθε περιοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 2, τόσο η μελέτη του ΙΠΑ όσο και εκείνη του ΟΡΣΑ διαβιβάσθηκαν στους ΟΤΑ της περιοχής, καθώς και σε άλλους φορείς, οι οποίοι ενημερώθηκαν και οι απόψεις τους αποτέλεσαν αντικείμενο συστηματικής επεξεργασίας από την αρμόδια υπηρεσία του Οργανισμού Αθήνας, ο δε Δήμος Ραφήνας, στα όρια του οποίου ευρίσκεται η περιοχή «Περιβολάκια», διατύπωσε τελικώς τις απόψεις του επί των επίδικων ρυθμίσεων με την 28/1999 γνωμοδότησή του, που μνημονεύεται στο προοίμιο του προσβαλλομένου, χωρίς μάλιστα να εκφράσει ενστάσεις για την οριοθέτηση και τις επιτρεπόμενες χρήσεις στις περιοχές με στοιχείο Α΄ (ζώνες πρασίνου) (βλ. σχετικώς τα 233/1.2.1999 και 499/2.3.1999 έγγραφα του Οργανισμού Αθήνας, καθώς και την από 14.7.2000 εισήγηση προς την ΕΕ του ΟΑ, η οποία ελήφθη υπόψη για την έκδοση της σχετικής γνωμοδοτήσεως της ΕΕ κατά τη συν/ση 82/4.4.2001).

8.      Επειδή, η προβλεπόμενη στο ανωτέρω άρθρο 29 του ν. 1337/1983 κανονιστική αρμοδιότητα καθορισμού Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με πρόταση των αρμόδιων υπουργών, δια της θεσπίσεως κανόνων, με τους οποίους καθορίζονται χρήσεις γης και όροι και περιορισμοί δομήσεως εντός της ΖΟΕ. Οι κανόνες αυτοί διατυπώνονται λεκτικώς στο κείμενο του διατάγματος, ενόψει όμως του τεχνικού τους χαρακτήρα, γίνονται κατανοητοί από τους ενδιαφερόμενους μόνον με παραπομπή στα οικεία διαγράμματα, όπου αποτυπώνονται οι τομείς και οι ζώνες εντός των οποίων ισχύουν οι αντίστοιχες κανονιστικές ρυθμίσεις. Τα εν λόγω διαγράμματα δεν απαιτείται να υπογράφονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους προτείνοντες υπουργούς ή να καλύπτονται από την υπογραφή τους, καθόσον αρκεί να παραπέμπουν ρητώς σε αυτά οι λεκτικώς διατυπούμενοι στο κείμενο του διατάγματος κανόνες και να συνδημοσιεύονται, ενιαίως, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το κείμενο και τα αντίστοιχα διαγράμματα. Εν προκειμένω, στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου διατάγματος ορίζεται ότι οι περιοχές στις οποίες ισχύουν οι ρυθμίσεις του απεικονίζονται στα 13 σχετικά πρωτότυπα διαγράμματα, υπό κλίμακα 1:10.000, που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών και των οποίων αντίγραφα σε σμίκρυνση συνδημοσιεύονται με αυτό. Τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα, θεωρημένα με την 17333/20.1.2003  πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, έχουν πράγματι συνδημοσιευθεί με το διάταγμα αυτό, στο φύλλο 199 του Δ΄ τεύχους της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, υπογράφονται δε από τον εν λόγω Προϊστάμενο, από το αρμόδιο δηλαδή για την θεώρηση και την υπογραφή τους όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 9 του π.δ. 51/1988 (Α΄ 19) περί Οργανισμού του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ. Τα εν λόγω διαγράμματα έπονται του λεκτικού μέρους του διατάγματος, το οποίο και φέρει στο τέλος αυτού ημερομηνία, χρονολογία και τις υπογραφές του Προέδρου της Δημοκρατίας και των προσυπογραφόντων αρμόδιων υπουργών. Υπό τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή το κείμενο του διατάγματος, το οποίο παραπέμπει στα αντίστοιχα διαγράμματα που συνδημοσιεύθηκαν στην ΕτΚ, υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους προτείνοντες υπουργούς, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι το επίδικο διάταγμα είναι ακυρωτέο διότι τα ανωτέρω διαγράμματα δεν καλύπτονται από τις υπογραφές των συναρμόδιων υπουργών και υπογράφονται μόνον από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών, χωρίς σχετική εξουσιοδότηση.

9.       Επειδή, το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Στον δε ν. 998/1979 (Α΄ 289) προβλέπεται χαρτογράφηση των δασών και των δασικών εκτάσεων και  σύνταξη δασικού χάρτη (άρθρο 12), τήρηση γενικού δασολογίου στην αρμόδια Κεντρική Υπηρεσία του οικείου Υπουργείου και τοπικών δασολογίων σε κάθε Δασαρχείο, όπου καταχωρίζονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που αποτυπώνονται στον οικείο δασικό χάρτη (άρθρο 13), καθώς επίσης και ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό προσωρινά, μέχρι την έγκριση του ανωτέρω δασικού χάρτη, μιας εκτάσεως ως δάσους ή δασικής (άρθρο 14). Μια έκταση, όμως, η οποία έχει τα οριζόμενα στην ερμηνευτική δήλωση του προαναφερθέντος άρθρου 24 και στις διατάξεις του ν. 998/1979 χαρακτηριστικά, δεν αποβάλλει τον δασικό της χαρακτήρα μέχρι τη σύνταξη δασολογίου ή την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού και, συνεπώς, εξακολουθεί να προστατεύεται λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς της. Η αντίθετη εκδοχή θα καθιστούσε αδύνατη και την επιβαλλόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 117 του Συντάγματος κήρυξη της εκτάσεως ως αναδασωτέας σε περίπτωση καταστροφής ή αποψιλώσεως της επ’ αυτής δασικής βλαστήσεως. Τούτου έπεται ότι κατά την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων για τον καθορισμό ειδικών χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δομήσεως σε εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχές, με τα οποία αποσκοπείται ο άμεσος έλεγχος της δομήσεως και της οικιστικής αναπτύξεως εν γένει των ανωτέρω περιοχών, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, προκειμένου να αποτρέπεται η άναρχη ανάπτυξη που προκαλεί καταστροφή και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, καθώς και η δημιουργία πραγματικών καταστάσεων που δυσχεραίνουν και υπονομεύουν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, η κρίση της Διοικήσεως για τον χαρακτήρα των υπό ρύθμιση εκτός σχεδίου περιοχών νομίμως ερείδεται, όσον αφορά μεν τα δάση και τις δασικές περιοχές στις παρεχόμενες από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες πληροφορίες, με βάση τα υφιστάμενα στοιχεία φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως κάθε συγκεκριμένης περιοχής, τις διενεργηθείσες αυτοψίες ή άλλα πρόσφορα σχετικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύνταξη δασολογίου και δασικών χαρτών ή η προηγούμενη έκδοση πράξεων χαρακτηρισμού δυνάμει του άρθρου 14 του ν. 998/1979, όσον αφορά δε τις αναδασωτέες περιοχές στις υφιστάμενες σχετικές πράξεις κηρύξεως της αναδασώσεως. Το παρόν διάταγμα που αφορά την εντός της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου του Νομού Αττικής περιοχή των Μεσογείων, συνυπογράφεται από τον Υπουργό Γεωργίας, κατόπιν και σχετικής παρατηρήσεως της υπ’ αριθμ. 212/2002 γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξ άλλου, κατά το στάδιο της συνεργασίας του Οργανισμού Αθήνας με τους καθ’ ύλην αρμόδιους φορείς, η μελέτη που εκπονήθηκε για το διάταγμα αυτό διαβιβάσθηκε στη Γενική Διεύθυνση Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας (βλ. το προαναφερθέν 233/1.2.1999 έγγραφο του Οργανισμού Αθήνας) και, συνεπώς, εξετάσθηκε, καθ’ ο μέρος αφορά τον καθορισμό των ζωνών προστασίας, από την υπηρεσία αυτή. Όπως δε βεβαιώνεται στην από 14.12.1998 εισήγηση προς την ΕΕ του Οργανισμού, για την οριοθέτηση της επίδικης ζώνης Α΄ ελήφθησαν υπόψη οι λοφώδεις εξάρσεις, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις «σύμφωνα με τους κτηματογραφικούς χάρτες του Υπουργείου Γεωργίας και την υπάρχουσα δασοκάλυψη». Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 27 του ν. 2664/1998 (Α΄ 275), το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να έχουν συνταχθεί δασολόγιο και δασικοί χάρτες.

10.  Επειδή, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο διατάγμα παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι οι εισαγόμενες ρυθμίσεις για την ζώνη Α΄ ως προς τις επιτρεπόμενες χρήσεις είναι πολύ δυσμενέστερες από τις ρυθμίσεις που προβλέπει για την αντίστοιχη ζώνη Α΄ (ζώνη πρασίνου) το π.δ. της 17-27.2.1998 (Δ΄ 125) για την χερσόνησο της Λαυρεωτικής. Ανεξαρτήτως του ότι το διάταγμα το οποίο επικαλούνται οι αιτούντες τροποποιήθηκε ήδη, πριν από την δημοσίευση του προσβαλλομένου, με το π.δ. της 24.1-19.2.2003 «Καθορισμός Ζωνών προστασίας των ορεινών όγκων της Χερσονήσου Λαυρεωτικής (Ν. Αττικής)» (Δ΄ 121), που ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι η ζώνη Α «Είναι ζώνη απολύτου προστασίας με χρήσεις αναψυχής, υπαίθριων πολιτιστικών εκδηλώσεων, υπαίθριων αθλοπαιδιών μικρής κλίμακας και εγκαταστάσεων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης», ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορετικές περιοχές, οι οποίες τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της αναλογικότητας η περιοχή «Περιβολάκια» εμπίπτει εν μέρει στη ζώνη Α΄, εν μέρει στη ζώνη Γ2 (ζώνη γεωργικής γης) και εν μέρει στη ζώνη Η (ζώνη υποδοχής Β΄ κατοικίας), χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να δικαιολογείται «από την άποψη της μορφολογίας του εδάφους, της φυτοκάλυψης και της σημερινής χρήσης γης». Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι προβάλλεται αορίστως, είναι αβάσιμος διότι κατά τη θέσπιση ζωνών εντός ΖΟΕ δυνάμει των σχετικών εξουσιοδοτικών διατάξεων, λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη φύση και ο συγκεκριμένος χαρακτήρας των προς προστασία περιοχών, το μέγεθος και το είδος των προβλημάτων τους και άλλες παράμετροι, που αξιολογούνται αυτοτελώς εν σχέσει προς τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, και, επομένως, οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί δεν αποκλείεται να διαφοροποιούνται ακόμη και εντός μείζονος περιοχής με την ίδια ονομασία, εφόσον, κατά την εκτίμηση της Διοικήσεως, δεν συντρέχουν οι αυτές συνθήκες (πρβλ. ΣΕ 216/2011 επτ, 3606/2007 επτ).

11.  Επειδή, οι αιτούντες ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι η περιοχή «Περιβολάκια» του Δήμου Ραφήνας αποτελεί ιδιωτική έκταση με οικιστικό χαρακτήρα, καθόσον έχει αναπτυχθεί εκεί οργανωμένος οικισμός, με πλήθος οικιών, μόνιμους κατοίκους, ασφαλτοστρωμένους δρόμους, δίκτυα ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, δημοτική συγκοινωνία, εκκλησίες και ενορία, ότι ο οικισμός αυτός βρίσκεται εντός εκτάσεως που αποκτήθηκε από τον αστικό οικοδομικό συνεταιρισμό «Η Θεοτόκος» για τη δημιουργία θερέτρου, κατόπιν σχετικής αδείας του Υπουργείου Γεωργίας, και συγκεκριμένα της 33168/5675/1952 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας με την οποία επετράπη η μεταβίβαση της εκτάσεως στον οικοδομικό συνεταιρισμό, και ότι η έκταση αυτή δεν έχει δασικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, εκδοθείσες επί αντιρρήσεων που υποβλήθηκαν κατά του προσωρινού κτηματικού χάρτη και του κτηματολογικού πίνακα της περιοχής. Ενόψει των ισχυρισμών αυτών, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται: (α) ότι το προσβαλλόμενο π.δ. εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα και καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, καθόσον η Διοίκηση χαρακτήρισε την επίδικη περιοχή ως ζώνη πρασίνου χωρίς να λάβει υπόψη της την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση, (β) ότι από τα στοιχεία που συνοδεύουν το διάταγμα αυτό δεν προκύπτουν οι λόγοι που δικαιολογούν τις επίμαχες ρυθμίσεις, ότι, αντιθέτως, στο προοίμιό του μνημονεύεται η 68/2001 αρνητική γνωμοδότηση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ανατολικής Αττικής και ότι, συνεπώς, δεν καθίσταται δυνατός ο έλεγχος από τον ακυρωτικό δικαστή της σύννομης χρήσεως της σχετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως, (γ) ότι το διάταγμα αυτό εκδόθηκε κατά παράβαση των ορισμών του Ρυθμιστικού Σχεδίου και ειδικότερα του άρθρου 10 παρ. 3 περίπτωση στ΄ του ΚΒΠΝ, το οποίο μεταξύ των κατευθύνσεων του ΡΣΑ προβλέπει «σχεδιασμό και προγραμματισμό της πολεοδομικής και οικιστικής ανάπτυξης με εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής κατοικίας και γης και επεκτάσεις του σχεδίου πόλεως στις διαμορφωμένες περιοχές αυθαιρέτων με στόχο την αναβάθμισή τους και την ενσωμάτωσή τους στον πολεοδομικό ιστό», (δ) ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τους υπέρμετρους περιορισμούς, οι οποίοι επιβάλλονται στην ιδιοκτησία των αιτούντων με τις ρυθμίσεις των χρήσεων γης στην περιοχή «Περιβολάκια», όπου βρίσκεται το ακίνητό τους, και ότι, ως εκ τούτου, οι περιορισμοί αυτοί θεσπίζονται κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και παραβιάζουν το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως άγοντες σε de facto απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωση, και (ε) ότι εφόσον η Διοίκηση, με πράξεις ή παραλείψεις της και για μεγάλο χρονικό διάστημα, επέτρεψε ή ανέχθηκε τη δημιουργία οικισμού στην επίδικη περιοχή, οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί παραβιάζουν τη δικαιολογημένη προσδοκία των αιτούντων για μελλοντική ένταξη στο σχέδιο πόλεως της περιοχής αυτής.

12.  Επειδή, σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη από τη Διοίκηση για την άσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας, και ειδικότερα σύμφωνα με την εκπονηθείσα από το ΙΠΑ του Παντείου Πανεπιστημίου μελέτη και την μελέτη που συνέταξαν οι υπηρεσίες του ΟΡΣΑ (βλ. ανωτέρω, σκέψη 4), οι περιοχές με στοιχείο Α, όπως η επίδικη περιοχή «Περιβολάκια» του Δήμου Ραφήνας, περιλαμβάνουν, λοφώδεις εξάρσεις, δάση και δασικές εκτάσεις. Η ύπαρξη δασικού χαρακτήρα εκτάσεων στην περιοχή «Περιβολάκια» προκύπτει, άλλωστε, και από πληθώρα πράξεων με τις οποίες κηρύσσονται αναδασωτέες εκτάσεις ευρισκόμενες στην περιοχή αυτή (βλ. σχετικώς τις 1237/97/1998 [Δ΄ 173], 1573/11.12.1998-25.1.1999 [Δ΄ 29], 2563/1999 [Δ΄ 657], 5195/1999/2000 [Δ΄ 71], 5196/1999/2000 [Δ΄ 71], 5296/1999/2000 [Δ΄ 59], 5191/1999/2000 [Δ΄ 56], 5193/1999/2000 [Δ΄ 52], 5304/1999/2000 [Δ΄ 117], 3350/1999/2000 [Δ΄ 135], 3955/2001 [Δ΄ 89], 5594/1999/2000 [Δ΄ 136], 587/2000 [Δ΄ 280], 833/2000 [Δ΄ 282], 5595/1999/2000 [Δ΄ 283], 324/2000 [Δ΄ 283], 846/2000 [Δ΄ 284], 731/2000 [Δ΄ 284], 1049/2000 [Δ΄ 284], 1562/2000 [Δ΄ 510], 1563/2000 [Δ΄ 435], 1565/2000 [Δ΄ 510], 2268/2000 [Δ΄ 502], 1479/2001 [Δ΄ 518], 2276/2001 [Δ΄ 770], 2273/2001 [Δ΄ 785], 2308/2001 [Δ΄ 798], 2337/2001 [Δ΄ 799], 3084/2001 [Δ΄ 1075], 3092/2001 [Δ΄ 1094], 3087/2001 [Δ΄ 1100], 3089/2001 [Δ΄ 1100], 4230/2001 [Δ΄ 185], 6574/4.12.2002-30.1.2003 [Δ΄ 45], 1230/2003 [Δ΄ 472], 2497/2003 [Δ΄ 674], 2208/2003 [Δ΄ 1068], 3598/2005 [Δ΄ 1314], 2781/2005 [Δ΄ 942], 4355/ΠΕ/2006 [Δ΄ 82], 1749/2009 [Δ΄ 255], 1314/2007 [Δ΄ 222], 5215/ΠΕ/2009 [Δ΄ 67], 632/2009 [Δ΄ 145], 1210/2009 [Δ΄ 188], 2375/2009 [Δ΄ 212], 2862/2009 [Δ΄ 243], 2863/2009 [Δ΄ 243], 2864/2009 [Δ΄ 243], 2865/2009 [Δ΄ 243] και 2748/2009 [Δ΄ 249] αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, καθώς και αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως κατά των ανωτέρω πράξεων, ιδίως δε τις ΣΕ 971/2006, 674/2007, 3849/2008 με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως κατά των προαναφερθεισών 2268/2000 [Δ΄ 502], 1563/2000 [Δ΄ 435] και 3955/2001 [Δ΄ 89] αποφάσεων του ΓΓΠ, αντιστοίχως). Το γεγονός ότι η εν λόγω περιοχή έχει εν τοις πράγμασι «αναπτυχθεί οικιστικά» και εξυπηρετείται από οδικό δίκτυο, καθώς και δίκτυα φωτισμού, υδρεύσεως κλπ, δεν αναιρεί ούτε τον χαρακτήρα της ως εκτός σχεδίου ούτε τις ανωτέρω διαπιστώσεις της Διοικήσεως για ύπαρξη δασικών εκτάσεων, διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η ύπαρξη κτισμάτων, τα οποία, μάλιστα, δεν προκύπτει εάν έχουν ανεγερθεί βάσει οικοδομικών αδειών, σε εκτός σχεδίου περιοχή, καθώς και η σύνδεση των κτισμάτων αυτών με δίκτυα οργανισμών κοινής ωφελείας, δεν μεταβάλλει κατ’αρχήν τον δασικό της  χαρακτήρα (βλ. ενδεικτικώς ΣΕ 2476/2009, 2345/2009, 3849/2008, 1956/2008, 1296/2008, 1672/2007, 971/2006, 3511/2006, 1707/2005, 3915/2005). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις ως άνω μελέτες του  ΙΠΑ και του Οργανισμού Αθήνας, η Διοίκηση, κατά τη θέσπιση των ρυθμίσεων του προσβαλλομένου διατάγματος, είχε  πλήρη γνώση της εξελίξεως μέσα στον χρόνο του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής και της αυθαιρέτως συντελεσθείσης μεταβολής του προορισμού της γεωργικής και της δασικής γης, επεδίωκε δε την ανάσχεση της «αστικοποίησης» και την προστασία του τοπίου, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στις σκέψεις 14 και 15. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατά πλάνη περί τα πράγματα, διότι η Διοίκηση αγνοούσε, κατά την ένταξη της περιοχής «Περιβολάκια» στις ζώνες πρασίνου, την δημιουργία εν τοις πράγμασι οργανωμένου οικισμού και την απώλεια του δημόσιου και  δασικού χαρακτήρα της περιοχής (πρβλ. ΣΕ 277/2005). Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ειδικότερος λόγος ότι, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, δεν αποτυπώθηκαν στα οικεία διαγράμματα οι υφιστάμενες οικοδομές, καθόσον τέτοιος τύπος δεν προβλέπεται στο άρθρο 29 του ν. 1337/1983, επί του οποίου ευρίσκει, όπως ήδη εκτέθηκε, έρεισμα το προσβαλλόμενο διάταγμα, αλλά στο μη εφαρμοστέο εν προκειμένω άρθρο 2 παρ. 3 του  ν.δ. της 17.7/16.8.1923 περί εγκρίσεως των σχεδίων πόλεων (Α΄ 228) [άρθρο 153 παρ. 3 του ΚΒΠΝ]. Τέλος, ο λόγος για υπέρβαση και κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας της Διοικήσεως κατά τη θέσπιση των επίδικων ρυθμίσεων πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι οι κανονιστικές πράξεις δεν ελέγχονται από την άποψη αυτή, αλλά μόνον από την άποψη της τηρήσεως των προϋποθέσεων που τάσσει η εξουσιοδότηση και της μη υπερβάσεως των ορίων της.

13.  Επειδή, από τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση του επίδικου διατάγματος, και ιδίως από τις προαναφερθείσες εισηγήσεις προς την Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού Αθήνας, σε συνδυασμό και με την εκπονηθείσα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο μελέτη, προκύπτει (α) ότι στόχος των ρυθμίσεών του είναι, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος των «τάσεων αστικοποίησης» στην περιοχή και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, που έχει υποβαθμισθεί από την μετατροπή της δασικής ή γεωργικής γης σε οικιστικές περιοχές πρώτης ή δεύτερης κατοικίας, την αυθαίρετη κατάτμηση και την αυθαίρετη δόμηση, (β) ότι προς επίτευξη του στόχου αυτού, ήτοι για τη διατήρηση «στο μέγιστο δυνατό βαθμό της σημερινής οικολογικής ισορροπίας», προκρίνεται ο καθορισμός ζωνών προστασίας για τη «διαφύλαξη του εναπομείναντος ελεύθερου χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος, του πρασίνου, της γεωργικής γης, των αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, των αξιόλογων τοπίων», αλλά και για την εξασφάλιση «ενός ζωτικού ελεύθερου χώρου γύρω από τους πόλους και τις ζώνες ανάπτυξης» και την προώθηση των αναγκαίων έργων υποδομής, που «συναντά εμπόδια από την άμορφη διάχυση της δόμησης» και (γ) ότι στη ζώνη Α΄ προστασίας του πρασίνου εντάσσονται περιοχές με λοφώδεις εξάρσεις, δάση και δασικές εκτάσεις και ενδιαφέροντα τοπία, όπως η επίδικη στις παρυφές της Ραφήνας. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα συνοδεύοντα το προσβαλλόμενο διάταγμα στοιχεία είναι επαρκή για τον δικαστικό έλεγχό του ως προς τις επίμαχες ρυθμίσεις, την υπαγωγή δηλαδή της περιοχής «Περιβολάκια» στις ζώνες πρασίνου και τον περιορισμό των εκεί επιτρεπομένων χρήσεων, εν σχέσει προς τις εξουσιοδοτικές διατάξεις δυνάμει των οποίων εκδόθηκε. Είναι, συνεπώς απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο προβαλλόμενος λόγος ότι ούτε από το προσβαλλόμενο διάταγμα ούτε από τον σχετικό φάκελο καθίσταται δυνατός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπερβάσεως των ορίων της εξουσιοδοτήσεως, δυνάμει της οποίας η Διοίκηση άσκησε την κανονιστική της αρμοδιότητα. Εξ άλλου, η 68/2001 απλή γνώμη του Νομαρχιακού  Συμβουλίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης  Ανατολικής Αττικής, με την οποία το όργανο αυτό διατύπωσε την αντίθεσή του προς τις ρυθμίσεις του εν λόγω διατάγματος, εκτιμώντας ότι δεν καλύπτουν «τις πραγματικές ανάγκες της περιοχής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μετά τα μεγάλα έργα», και δεν υλοποιούν προγενέστερες «δεσμεύσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ», εξέφρασε δε, περαιτέρω, την άποψη ότι ο καθορισμός ΖΟΕ πρέπει να γίνεται με νόμο και ότι η αιρετή αυτοδιοίκηση πρέπει «να έχει πρωταρχικό ρόλο και αποφασιστική συμμετοχή» κατά τον προσδιορισμό των χρήσεων γης, ουδόλως κλονίζει τα λοιπά στοιχεία που έλαβε υπόψη η Διοίκηση για  τη θέσπιση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων και είναι αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Τέλος, η περαιτέρω ουσιαστική αξιολόγηση από τη Διοίκηση των ιδιαίτερων μορφολογικών και άλλων χαρακτηριστικών μιας περιοχής, προκειμένου να ενταχθεί σε συγκεκριμένη ζώνη κανονιστικών ρυθμίσεων, δεν υπόκειται στον ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣΕ 2923/2011, 3641/2009).

14.  Επειδή, στο άρθρο 8 του ΚΒΠΝ ορίζεται ότι: «1. Ρυθμιστικό σχέδιο ειδικά της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας (ΡΣΑ) είναι το σύνολο των στόχων, των κατευθύνσεων, των προγραμμάτων και των μέτρων που προβλέπονται από το κεφάλαιο αυτό ως αναγκαία για τη χωροταξική και πολεοδομική οργάνωσή της στα πλαίσια των πενταετών προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Ευρύτερη περιοχή Αθήνας για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού είναι η περιοχή του νομού Αττικής και η Μακρόνησος, εκτός από τα Κύθηρα. 2. Το ΡΣΑ αποβλέπει στο σχεδιασμό και προγραμματισμό της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας … στη λήψη μέτρων και στο σχεδιασμό για τη χωροταξική και τη νέα πολεοδομική δομή της πρωτεύουσας καθώς και στο σχεδιασμό περιοχών ή ζωνών ειδικού ενδιαφέροντος ή ειδικών προβλημάτων, στη λήψη μέτρων, όρων και περιορισμών για την εξασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος …». Στο άρθρο 10 δε του ΚΒΠΝ ορίζονται τα εξής: «1. Οι γενικότεροι στόχοι, που καθορίζονται για την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, είναι οι ακόλουθοι :  α) … β) η βελτίωση της ποιότητας ζωής για όλους τους κατοίκους της και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος … 2. … 3. Οι ειδικότεροι στόχοι και κατευθύνσεις που καθορίζονται για την εξέλιξη της ίδιας της ευρύτερης Περιοχής της Αθήνας είναι οι ακόλουθοι: α) η ανάδειξη και προστασία των ιστορικών στοιχείων και η οικολογική ανασυγκρότηση, ανάδειξη και προστασία του αττικού τοπίου, των ορεινών όγκων, των τοπίων φυσικού κάλλους και των ακτών. β) … στ) ο σχεδιασμός και προγραμματισμός της πολεοδομικής και οικιστικής ανάπτυξης με εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής κατοικίας και γης και επεκτάσεις του σχεδίου πόλεως στις διαμορφωμένες περιοχές αυθαιρέτων με στόχο την αναβάθμισή τους και την ενσωμάτωσή τους στον πολεοδομικό ιστό … 4. Οι ειδικότεροι στόχοι και κατευθύνσεις για τη χωροταξική οργάνωση της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας και τη νέα πολεοδομική δομή της είναι οι ακόλουθοι: α) η θεώρηση της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, όπως αυτή ορίζεται στα διαγράμματα του άρθρου 22, ως αυτοτελούς χωροταξικής ενότητας της Χώρας που μπορεί να υποδιαιρείται σε χωροταξικές υποενότητες έτσι ώστε να επιτυγχάνεται: -αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων κάθε υποενότητας με βάση τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα … -ισόρροπη κατανομή των κεντρικών λειτουργιών που καλύπτουν τις ανάγκες κάθε υποενότητας με σκοπό να λειτουργεί με σχετική αυτάρκεια.   β) η ανασυγκρότηση του αστικού ιστού με την ανάσχεση της εξάπλωσης και την εξυγίανση της πόλης … γ) η ανακατανομή βασικών χρήσεων και λειτουργιών. δ) η βελτίωση και οργάνωση ενιαίου συστήματος μεταφορών με λειτουργική διασύνδεση όλων των μέσων μεταφοράς. ε) ο προγραμματισμός ποιοτικών παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας». Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, «Το ΡΣΑ και το πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος πραγματοποιούνται με τα μέτρα του παραρτήματος και τα διαγράμματα του άρθρου 22 … Οικισμοί προ του έτους 1923 ή οικισμοί με εγκεκριμένο σχέδιο που ενδεχόμενα δεν σημειώνονται στα πιο πάνω διαγράμματα δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου». Τέλος, στο άρθρο 22 παρ. Α υποπαρ. 2 του ΚΒΠΝ, στο οποίο ορίζονται οι ειδικότερες κατευθύνσεις και τα μέτρα για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της πρωτεύουσας, προβλέπονται τα εξής για την «ανάσχεση της εξάπλωσης της πόλης»: «2.1.1. Ανάσχεση της εξάπλωσης της πόλης.  Η ανάσχεση της εξάπλωσης της πόλης επιδιώκεται με: -Απαγόρευση των κατατμήσεων γης, περιορισμένες επεκτάσεις του σχεδίου πόλεως στις διαμορφωμένες περιοχές κατοικίας, ταυτόχρονη εξασφάλιση των αναγκαίων χώρων κοινωνικής υποδομής και περιορισμό της εκτός σχεδίου δόμησης. …  -Συσχετίσεις των εκτάσεων που ανήκουν σε υπάρχοντες οικοδομικούς συνεταιρισμούς με τις περιοχές επεκτάσεων και επιδίωξη συνενώσεων των οικοδομικών συνεταιρισμών ώστε να περιοριστεί η οικιστική εξάπλωση …».

15.  Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες είναι σύμφωνες προς το άρθρο 24 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι μόνον οι νομίμως υφιστάμενοι οικισμοί δεν θίγονται από τις διατάξεις του ΡΣΑ, καθόσον βασικό στόχο του αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, «η ανάσχεση της εξάπλωσης της πόλης» και η προστασία του περιβάλλοντος, ειδικότερα δε «η οικολογική ανασυγκρότηση, ανάδειξη και προστασία του αττικού τοπίου, των ορεινών όγκων, των τοπίων φυσικού κάλλους και των ακτών». Με τον στόχο αυτό πρέπει να συνάδει η ειδικότερη κατεύθυνση του ΡΣΑ περί επεκτάσεως των σχεδίων πόλεως σε εν τοις πράγμασι διαμορφωμένες οικιστικές περιοχές, σε περιοχές δηλαδή στις οποίες έχουν δημιουργηθεί οικιστικά σύνολα χωρίς εγκεκριμένο πολεοδομικό σχεδιασμό (προαναφερθέν άρθρο 10 παρ. 3 περ. στ΄ του ΚΒΠΝ). Συνεπώς, ως προς τις τελευταίες αυτές επιδιώκεται όχι η συλλήβδην, αλλά η επιλεκτική και σε περιορισμένο βαθμό ένταξή τους στο σχέδιο πόλεως, καθόσον άλλως η σχετική κατεύθυνση του Ρυθμιστικού θα αντέφασκε προς τον στόχο της «ανάσχεσης της εξάπλωσης της πόλης» και την επιδίωξη προστασίας του περιβάλλοντος, που αποτελούν επίσης προτεραιότητες του χωροταξικού αυτού σχεδιασμού. Εξ άλλου, προς επίτευξη των ανωτέρω στόχων του Ρυθμιστικού Σχεδίου πρόσφορο μέσο αποτελεί, μεταξύ άλλων, ο καθορισμός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, η οποία συνιστά προσωρινό υποκατάστατο, σε περιορισμένη κλίμακα, της αξιούμενης από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικής χωροταξίας και, όπως προεκτέθηκε, αποβλέπει στον άμεσο έλεγχο των χρήσεων γης σε περιαστικές και άλλες εκτός σχεδίου περιοχές, αφενός προς πρόληψη της περαιτέρω επιδεινώσεως των προβλημάτων τους και προς προστασία του περιβάλλοντος και αφετέρου προς παρεμπόδιση της δημιουργίας δεδομένων και πραγματικών καταστάσεων που δυσχεραίνουν και υπονομεύουν τον μελλοντικό πολεοδομικό σχεδιασμό.

16.  Επειδή, όπως αναφέρεται στις μνημονευόμενες σε προηγούμενη σκέψη μελέτες του Παντείου Πανεπιστημίου και του ΟΡΣΑ, κατά το διάστημα των τελευταίων ετών, στην πεδιάδα των Μεσογείων διαμορφώθηκαν εκτεταμένες οικιστικές περιοχές κατοικίας εντός δασικής ή γεωργικής γης, με αυθαίρετη κατάτμηση και αυθαίρετη δόμηση, κατά την δεκαετία του ΄80 δε εντάχθηκαν στο σχέδιο οι περιοχές γύρω από τους πυρήνες των παλαιών οικισμών, καθώς και εκτεταμένες περιοχές της παραθαλάσσιας ζώνης, με αποτέλεσμα την υπερεπάρκεια της ήδη πολεοδομημένης γης. Στην ίδια μελέτη διαπιστώνεται, εξ άλλου, ότι υπάρχει ανάγκη δημιουργίας ζώνης πρασίνου, μεταξύ άλλων, σε διάσπαρτους πευκόφυτους λόφους που βρίσκονται εκτός των θεσμοθετημένων ζωνών παραθεριστικής κατοικίας, στις παρυφές της Ραφήνας. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,  οι προσβαλλόμενες ρυθμίσεις του διατάγματος που καθορίζουν ζώνη πρασίνου στην περιοχή «Περιβολάκια» Ραφήνας, καίτοι έχει διαμορφωθεί στην περιοχή αυτή αυθαίρετος οικισμός, αποβλέπουσες, προδήλως, στην μη περαιτέρω υποβάθμιση του περιβάλλοντος, στην ανάσχεση της de facto δημιουργίας οικιστικών συνόλων σε εκτός σχεδίου περιοχή και στην αποτροπή πραγματικών καταστάσεων που υπονομεύουν τον μελλοντικό πολεοδομικό σχεδιασμό, είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις του Ρυθμιστικού Σχεδίου. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως ότι οι προσβαλλόμενες ρυθμίσεις έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 10 παρ. 3 περ. στ΄ του ΚΒΠΝ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

17.  Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣΕ 2035/2011 Ολομ, 2923/2011, 216/2011 επτ, 3555/2009 επτ, 3224/2009 επτ, 3111/2008 επτ κ.ά.), κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17 και 24 του Συντάγματος, τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, όπως η κυριότητα, προστατεύονται στο πλαίσιο του προορισμού του ακινήτου, που περιλαμβάνει το φάσμα των επιτρεπτών χρήσεών του. Οι χρήσεις αυτές καθορίζονται, κυριαρχικώς, είτε απ’ ευθείας από συνταγματικές διατάξεις είτε από τον νομοθέτη είτε από τη Διοίκηση, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου. Σύμφωνα και με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θεμελιώδης διάκριση των ακινήτων ως προς τον προορισμό τους είναι η διάκριση μεταξύ των περιλαμβανομένων σε οικιστικές περιοχές και των εκτός των περιοχών αυτών κειμένων [πρβλ. τις διατάξεις του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α΄ 228), ιδίως τα άρθρα 9, 10 παρ. 2, 14 και 17, και τη μεταγενέστερη νομοθεσία, ιδίως τον ν. 1337/1983 (Α΄ 33), τον ν. 2242/1994 (Α΄ 162) και τον ν. 2508/1997 (Α΄ 124)]. Οι οικιστικές περιοχές, οι περιοχές δηλαδή όπου αναπτύσσεται η οργανωμένη κοινωνική ζωή και παραγωγική δραστηριότητα, καθορίζονται, βάσει των αρχών και των κανόνων της επιστήμης, από την γενική και ειδική νομοθεσία για την χωροταξία και την πολεοδομία, τα εντός οικιστικής περιοχής ακίνητα δε προορίζονται κατ’ αρχήν για δόμηση, σύμφωνα με τους εκάστοτε θεσπιζόμενους όρους, οι οποίοι προσιδιάζουν στην ειδική λειτουργικότητα κάθε περιοχής. Αντιθέτως, τα εκτός οικιστικών περιοχών ακίνητα, εφόσον δεν υπάγονται σε ειδικό προστατευτικό καθεστώς, όπως οι αρχαιολογικοί χώροι, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ο αιγιαλός και τα ρέμματα, προορίζονται, κατ’ αρχήν για γεωργική ή άλλη σχετική εκμετάλλευση, είναι δε κατ’ εξαίρεση δυνατόν να δομηθούν, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις δομήσεως εντός των οικιστικών περιοχών, κατά τρόπο προσιδιάζοντα στην ιδιομορφία κάθε περιοχής έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να θίγεται στο ελάχιστο δυνατόν. Εξ άλλου, προκειμένου να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφυλάξεως του περιβάλλοντος, επιτρέπεται η λήψη μέτρων, που είναι δυνατόν να συνίστανται και στον περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεων του ακινήτου ή της εντάσεως της εκμεταλλεύσεώς του. Τα μέτρα αυτά, που υπαγορεύονται από το δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο, όπως προεκτέθηκε, στην  προστασία του περιβάλλοντος και στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως, πρέπει να θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τρόπο σύμφωνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, πρέπει δηλαδή να είναι αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημοσίου συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όταν δε τα μέτρα που λαμβάνονται προς τον σκοπό της προστασίας μιας περιοχής, καίτοι έχουν θεσπισθεί με γνώμονα τα ανωτέρω κριτήρια, έχουν ως αποτέλεσμα την μη αναμενόμενη ουσιώδη στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας, σε σχέση με τον κατά τα προεκτεθέντα προορισμό της, δεν αναιρείται εκ μόνου του λόγου αυτού η νομιμότητά τους, αλλά γεννάται αξίωση των τυχόν θιγομένων ιδιοκτητών προς αποζημίωση, ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ζημίας, αδιαφόρως εάν έχει περιληφθεί σχετική ρήτρα στην κανονιστική πράξη επιβολής των περιοριστικών όρων και απαγορεύσεων, υπό την αυτονόητη, πάντως, προϋπόθεση ότι το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και ενόψει του κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού περιεχομένου της ιδιοκτησίας, μεταβάλλεται δηλαδή σε θυσία ελαχίστων κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Το ζήτημα της αποζημιώσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αυτοτελές, κρινόμενο από τον δικαστή της αποζημιώσεως και όχι από τον ακυρωτικό δικαστή. Συνεπώς, η απουσία σχετικής ρήτρας στην οικεία κανονιστική πράξη δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα του χαρακτηρισμού ορισμένης εκτάσεως ως περιοχής προστασίας και της επιβολής, συναφώς, περιοριστικών μέτρων.

18.  Επειδή, όπως προεκτέθηκε, στόχος των ρυθμίσεων του επίδικου διατάγματος είναι ο έλεγχος των «τάσεων αστικοποίησης» στην περιοχή των Μεσογείων και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, που έχει υποβαθμισθεί από την μετατροπή της δασικής ή γεωργικής γης σε οικιστικές περιοχές πρώτης ή δεύτερης κατοικίας, την αυθαίρετη κατάτμηση, την αυθαίρετη δόμηση και την αυθαίρετη αλλαγή των χρήσεων γης, ο περιορισμός της «άμορφη διάχυσης της δόμησης» που εμποδίζει, μεταξύ άλλων, και την εκτέλεση των αναγκαίων έργων υποδομής, η διατήρηση, δηλαδή, «στο μέγιστο δυνατό βαθμό της σημερινής οικολογικής ισορροπίας» και η εξασφάλιση «ενός ζωτικού ελεύθερου χώρου γύρω από τους πόλους και τις ζώνες ανάπτυξης». Προς επίτευξη του ανωτέρω στόχου, που αποτελεί και κατεύθυνση του Ρυθμιστικού Σχεδίου της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, καθορίζονται ζώνες προστασίας για τη «διαφύλαξη του εναπομείναντος ελεύθερου χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος, του πρασίνου, της γεωργικής γης, των αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, των αξιόλογων τοπίων». Ειδικότερα, για τη διατήρηση των διάσπαρτων πευκόφυτων λόφων στις παρυφές της Ραφήνας, όπου βρίσκεται η επίδικη περιοχή, θεσπίζεται ζώνη πρασίνου, όπου απαγορεύεται κατ’ αρχήν η δόμηση, ακόμη και κατοικίας, καθώς και η πολεοδόμηση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 2508/1997, κατ’ εκτίμηση προεχόντως του χαρακτήρα της περιοχής, καθώς και του γεγονότος ότι «οι πολεοδομημένες και υπό έγκριση περιοχές, λόγω της μεγάλης έκτασης και του χαμηλού βαθμού κορεσμού τους μπορούν να απορροφήσουν τη ζήτηση για χρήσεις σχετικές με παραθερισμό και αναψυχή». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 36 του προσβαλλόμενου διατάγματος ορίζεται ότι νομίμως υφιστάμενα κτήρια και εγκαταστάσεις, με χρήσεις οι οποίες εφεξής  δεν επιτρέπονται «δύνανται να διατηρήσουν την υφιστάμενη χρήση στο γήπεδο επί του οποίου έχουν ανεγερθεί και να επισκευάζονται μόνο για λόγους χρήσεως και υγιεινής», λαμβάνεται δηλαδή μέριμνα για τα νομίμως ανεγερθέντα κτήρια σε περιοχές προστασίας όπου πλέον απαγορεύεται η δόμηση. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτουν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που υπαγόρευσαν, με αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια, τον καθορισμό ζώνης πρασίνου στην επίδικη, εκτός σχεδίου περιοχή. Περαιτέρω, ο περιορισμός της δομήσεως και των επιτρεπομένων στην εν λόγω περιοχή χρήσεων αποτελεί επίσης, ενόψει  του σκοπούμενου αποτελέσματος, της διατηρήσεως δηλαδή του φυσικού περιβάλλοντος και του τοπίου σε περιοχή περιλαμβάνουσα λοφώδεις εξάρσεις, καθώς και εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο, καθ’όσον δε αφορά τις εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα μέτρο συνταγματικώς επιβεβλημένο. Κατά συνέπεια, ενόψει μάλιστα και της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 36 του προσβαλλόμενου διατάγματος, οι ρυθμίσεις του δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση επεμβάσεως στην περιουσία ενός προσώπου, πρέπει να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου (βλ. ΕΔΔΑ 23.9.1982 Sporrong και Lönnroth κατά Σουηδίας) (πρβλ. ΣΕ 216/2011). Αβασίμως προβάλλεται, επομένως, ότι δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τους κατά τους αιτούντες υπέρμετρους περιορισμούς, οι οποίοι επιβάλλονται στην ιδιοκτησία τους με τις ρυθμίσεις των χρήσεων γης στην περιοχή «Περιβολάκια», περιορισμούς αναμενόμενους, άλλωστε, ενόψει της δασικής μορφής της περιοχής και της άναρχης δομήσεώς της, και ότι, ως εκ τούτου, οι περιορισμοί αυτοί θεσπίζονται κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το ζήτημα της αποζημιώσεως είναι αυτοτελές και δεν επηρεάζει την κρίση για τη νομιμότητα του χαρακτηρισμού ορισμένης εκτάσεως ως περιοχής προστασίας με την επιβολή περιοριστικών μέτρων, αβασίμως, εν πάση περιπτώσει, προβάλλεται ότι πάσχει η επίδικη ρύθμιση για τον λόγο ότι δεν συνοδεύεται από πρόβλεψη αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών (πρβλ. ΣΕ 3755/2009 επτ.).

19.  Επειδή, τυχόν εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που έχει ήδη αναπτυχθεί εν τοις πράγμασι σε εκτός σχεδίου περιοχές, χωρίς να έχει ποτέ ενταχθεί σε νομικό πλαίσιο δημιουργίας οικιστικής περιοχής βάσει συγκεκριμένων διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας, η οποία, όπως προεκτέθηκε,  καθιερώνει σαφή διάκριση μεταξύ, αφενός, των περιοχών που ευρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως [ή πολεοδομικής μελέτης] ή εντός νομίμως υφισταμένου οικισμού και, αφετέρου, των λοιπών εκτός πολεοδομικού σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού περιοχών, δεν επάγεται υποχρέωση του Κράτους προς διατήρηση της δημιουργηθείσης καταστάσεως ως έχει ή προς ένταξη της διαμορφωθείσης περιοχής σε σχέδιο πόλεως, έστω και εάν η οικοδομική δραστηριότητα έγινε ανεκτή από τη Διοίκηση επί μακρό χρονικό διάστημα. Τούτο δεν συνιστά παράβαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, και επιβάλλει τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεως (βλ. ΣΕ 2035/2011 Ολομ). Η αρχή αυτή δεν επιβάλλει ούτε τη διαιώνιση των ισχυουσών σε δεδομένη χρονική στιγμή τυχόν ευνοϊκών ρυθμίσεων για το καθεστώς των εκτός σχεδίου περιοχών, ούτε, κατά μείζονα λόγο, τη διατήρηση και νομιμοποίηση αυθαίρετων οικιστικών συνόλων, ιδίως μάλιστα όταν η ένταξή τους στο σχέδιο δεν εναρμονίζεται με τον οικείο ευρύτερο χωροταξικό σχεδιασμό. Αντίθετη εκδοχή θα αναιρούσε την υποχρέωση του νομοθέτη να ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα κατ’ εκτίμηση των επιταγών του δημοσίου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, και να εκπληρώνει, με τον τρόπο αυτό, την κατά το Σύνταγμα επιταγή για προστασία του περιβάλλοντος και για εξασφάλιση των καλυτέρων δυνατών όρων διαβιώσεως. Όσον αφορά δε ειδικότερα τις ανεγερθείσες μέχρι την 31.1.1983 αυθαίρετες κατασκευές εκτός οικιστικών περιοχών, η κρίση περί οριστικής εξαιρέσεώς τους από την κατεδάφιση θα ήταν επιτρεπτή μόνον εάν είχε προηγηθεί, κατά τα ανωτέρω, ένταξη της περιοχής όπου ευρίσκονται σε πολεοδομικό σχέδιο, είχε καταστεί δηλαδή αυτή οικιστική, διότι διαφορετικά το αποτέλεσμα θα ήταν η γενικευμένη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, που θα καθιστούσε λίαν δυσχερή ή και αδύνατο τον πολεοδομικό σχεδιασμό (ΣΕ 3500/2009, 3350/2005 Ολομ), ενώ οι μετά την 31.1.1983 ανεγερθείσες αυθαίρετες κατασκευές είναι κατεδαφιστέες (ΣΕ 3500/2009 Ολομ). Εξ άλλου, όπως συνάγεται από τη νομοθεσία περί οικοδομικών συνεταιρισμών, τόσο τη νεώτερη (βλ. άρθρο 24 του ν. 2508/1997, άρθρα 124 επ. του ΚΒΠΝ]),  όσο και την παλαιότερη (άρθρο 5 του ν.δ. 886/1971, Α΄ 109, άρθρα 3, 4 και 5 του α.ν. 201/1967, Α΄ 285, άρθρο μόνον του β.δ. 1059/1966, Α΄ 287, άρθρα 4 παρ. 5 και 5 του ν.δ. 2936/1954, Α΄ 168), προϋπόθεση για την πολεοδόμηση εκτάσεως που ανήκει σε οικοδομικό συνεταιρισμό, εφόσον η έκταση αυτή περιλαμβάνεται, πάντως, σε περιοχή προβλεπόμενη ως οικιστική από τον οικείο χωροταξικό σχεδιασμό, είναι η κίνηση της σχετικής διαδικασίας με πρωτοβουλία του συνεταιρισμού. Πριν από την κίνηση της ανωτέρω διαδικασίας δεν νοείται δημιουργία προστατευόμενης εμπιστοσύνης περί του ότι η ανήκουσα στον συνεταιρισμό έκταση μπορεί να καταστεί οικιστική. Τυχόν ανοχή της οικοδομικής δραστηριότητας που αναπτύχθηκε εντός της εκτάσεως αυτής και η συνεπεία της ανοχής δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση, δεν μπορούν να θεμελιώσουν προσδοκία μετεξελίξεως της εκτός σχεδίου περιοχής σε οικιστική. Άλλωστε, η επί μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του συνεταιρισμού έχει ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση της σχετικής προσδοκίας και, συνεπώς, την αποδοχή ως αναμενόμενης της τυχόν όλως αντίθετης εξελίξεως, ενόψει μάλιστα της κατά τα ανωτέρω δασικής μορφής της περιοχής και της άναρχης δομήσεώς της.

20.  Επειδή, με την 33168/5675/1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, την οποία επικαλούνται οι αιτούντες,  εγκρίθηκε η σύνταξη οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας για την αγορά από τον οικοδομικό συνεταιρισμό «Η Θεοτόκος»  διακοσίων στρεμμάτων του αγροκτήματος Ραφήνας. Ακολούθως, όμως, ουδέποτε κινήθηκε νόμιμη διαδικασία για την πολεοδόμηση της εκτάσεως αυτής, είτε βάσει των νεωτέρων είτε βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων, αδρανησάντος του συνεταιρισμού επί σειρά δεκαετιών για την πραγμάτωση του σκοπηθέντος από τη σύστασή του αποτελέσματος. Με τις προσβαλλόμενες εν προκειμένω διατάξεις του π.δ. της 6.3.2003 θεσπίζονται χρήσεις στην επίμαχη περιοχή «Περιβολάκια», η οποία κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, εμπίπτει στην αποκτηθείσα από τον συνεταιρισμό έκταση, οι χρήσεις δε αυτές αποκλείουν την οικιστική διαμόρφωση της περιοχής αυτής. Το γεγονός, όμως, ότι στην ανωτέρω εκτός σχεδίου περιοχή, που περιλαμβάνει εκτάσεις έχουσες, κατά νόμον, δασικό χαρακτήρα (βλ. σκέψη 13) και μη δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν για οικιστικούς σκοπούς, τόσο υπό το Σύνταγμα του 1975, όσο και προ αυτού (βλ. ΣΕ 535/2003 Ολομ, 2856/2003 Ολομ, 3111/2008), αναπτύχθηκε οικοδομική δραστηριότητα, βάσει ατομικών αδειών ή αυθαιρέτως, και η δραστηριότητα αυτή έγινε ανεκτή από τη Διοίκηση για μεγάλο διάστημα, χωρίς πάντως αναγνώριση της περιοχής ως οικιστικής με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιούργησε στους αιτούντες εμπιστοσύνη άξια προστασίας, κωλύουσα τον καθορισμό ζώνης πρασίνου και την απαγόρευση της δομήσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσκομίσθηκε διάγραμμα από το οποίο να προκύπτει, αφενός, ταύτιση της ζώνης Α΄ με την αποκτηθείσα από τον συνεταιρισμό, κατόπιν της  προαναφερθείσης 33168/5675/1952 υπουργικής αποφάσεως, έκταση και, αφετέρου, η θέση της ιδιοκτησίας των αιτούντων εν σχέσει προς την έκταση αυτή, είναι αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στη ζώνη Α΄ με το προσβαλλόμενο διάταγμα παραβιάζουν τη δικαιολογημένη προσδοκία των αιτούντων για μελλοντική ένταξη στο σχέδιο της περιοχής «Περιβολάκια» (πρβλ. ΣΕ 3901/2006 επτ, πρβλ. απόφαση της 27.2.2008 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπόθεση Hamer κατά Βελγίου).

21.  Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρώσεως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

 *όμοια η ΣτΕ 5325/2012.

 

 

 

ΣτΕ 4064/2012

[Προθεσμίες στο πλαίσιο της ενδικοφανούς διαδικασίας χαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων]

 

 

Πρόεδρος:  Ν. Ρόζος

Εισηγητής:

Δικηγόροι:

 

Η προθεσμία άσκησης αντιρρήσεων εκ μέρους του αιτούντος ιδιώτη ιδιοκτήτη χαρακτηρισθέντος ακινήτου, ο οποίος δεν μετέσχε στη διαδικασία χαρακτηρισμού και δεν προκύπτει ότι γνώριζε την κίνησή της, δεν άρχισε από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξης χαρακτηρισμού, οι οποίες, μάλιστα, αντιθέτως με όσα υπολαμβάνει η Δευτεροβάθμια Επιτροπή, δεν ολοκληρώθηκαν με τη δημοσίευση στις τοπικές εφημερίδες, αλλά με την πάροδο ενός μήνα από την ανάρτηση της πράξης στο κατάστημα του Δήμου, δοθέντος ότι, εν προκειμένω, το χρονικό σημείο συμπλήρωσης του μήνα αυτού είναι μεταγενέστερο των δημοσιεύσεων στις τοπικές εφημερίδες. Το γεγονός που κινεί την προθεσμία άσκησης αντιρρήσεων κατά πράξης χαρακτηρισμού εκδοθείσα αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως τρίτου είναι για τον επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη χαρακτηρισθείσα έκταση η κοινοποίηση της πράξης σ’ αυτόν ή η εκ μέρους του πλήρης γνώση του περιεχομένου της. Εν προκειμένω δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου κοινοποίηση της πράξης χαρακτηρισμού στον αιτούντα ούτε πλήρης γνώση του περιεχομένου της από αυτόν. Το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των έντεκα μηνών από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξης χαρακτηρισμού μέχρι την κατ’ αυτής άσκηση αντιρρήσεων του αιτούντα δεν είναι αρκετό, ώστε να δημιουργηθεί τεκμήριο γνώσης της πράξης αυτής εκ μέρους του σε χρόνο ώστε οι ως άνω αντιρρήσεις να καθίστανται εκπρόθεσμες. Η κρίση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής ότι οι ασκηθείσες αντιρρήσεις του αιτούντος ήταν εκπρόθεσμες, είναι συνεπώς μη νόμιμη. Πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση προς νέα, νόμιμη κρίση.

 

Βασικές σκέψεις

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 87/2005 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αιτούντος κατά της 4/2002 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Ρεθύμνης. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχαν απορριφθεί αντιρρήσεις του αιτούντος κατά της 222/28.1.1998 πράξης του Διευθυντή Δασών του Νομού Ρεθύμνης, με την οποία χαρακτηρίσθηκε ως δασική έκταση, ευρισκόμενη στη θέση «Γαλλιανό Φαράγγι» του Δήμου Ρεθύμνης.

3. Επειδή, το άρθρο 14 του Ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α΄) ορίζει τα εξής: «1. Εάν δεν έχη καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ’ αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως δια πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη δι’ αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς, ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ' όψιν τον σχετικόν φάκελλον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι' ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινες ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ' όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα".

4. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 998/1979 συνάγεται ότι οι έννομες συνέπειες της  απόφασης του δασάρχη, με την οποία χαρακτηρίζεται έκταση ως δασική ή μη, ως προς τους τρίτους,  αναπτύσσονται μόνον εφόσον ολοκληρωθούν όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας, οπότε γίνεται ευρύτερα γνωστή η απόφαση του δασάρχη και καθίσταται δυνατή η αμφισβήτησή της από το οικείο διοικητικό όργανο  και τους τρίτους ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών [ΣτΕ 1133, 2320/2004, 3660/1999, 2756/1994 (Ολομ), 1040/1988 (Ολομ.)]. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, το οικείο διοικητικό όργανο ή κάθε τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, δύναται, πάντως, εάν έλαβε γνώση της απόφασης του δασάρχη, να φροντίσει ο ίδιος, εντός ευλόγου χρόνου από της γνώσεως, να αποστείλει την απόφαση στον δήμο ή την κοινότητα, για τις δικές τους ενέργειες και να φροντίσει για τις δημοσιεύσεις στον τύπο, ώστε ακολούθως να ασκηθούν αντιρρήσεις κατά της απόφασης ενώπιον της πρωτοβάθμιας επιτροπής εντός προθεσμίας δύο μηνών από της συντελέσεως της τελευταίας, από τις κατά το νόμο απαιτούμενες διατυπώσεις δημοσιότητος. Εξάλλου, κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον, δύναται να προσβάλει την απόφαση του δασάρχη ενώπιον της πρωτοβάθμιας επιτροπής και προ της τηρήσεως των ανωτέρω διατυπώσεων δημοσιότητας, αν η απόφαση αυτή του είναι γνωστή, η προθεσμία δε προσβολής της απόφασης είναι δύο μήνες από την τυχόν δημοσίευση ή την, κατά τα ανωτέρω, γνώση (ΣτΕ 2976/2004, 1641/1998, 2756/1994 Ολομ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, η προθεσμία άσκησης προσφυγής εκ μέρους του εκάστοτε αρμοδίου διοικητικού οργάνου ενώπιον της πρωτοβάθμιας επιτροπής κατά της πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη κινείται οπωσδήποτε από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, σύμφωνα και με τη ρητή διατύπωση της παραγράφου 2 της Απόφασης του Υπουργού Γεωργίας 78806/ 4479/27.3.1993 (ΦΕΚ 396 Β΄), η οποία βρίσκει νόμιμο έρεισμα στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του Ν. 998/1979, δεδομένου, άλλωστε, ότι οι διατυπώσεις αυτές θεωρούνται, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, επαρκείς ώστε να διασφαλισθεί, κατά τα ανωτέρω, η ευρύτερη γνωστοποίηση της πράξης χαρακτηρισμού ακόμη και σε τρίτους (πρβλ. ΣτΕ 2976/2004). Καθόσον, εξάλλου, αφορά τον ενδιαφερόμενο ιδιώτη που είναι συνήθως ο επικαλούμενος ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη χαρακτηρισθείσα έκταση,  η προθεσμία άσκησης προσφυγής εκ μέρους του ενώπιον της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας επιτροπής κατά της απόφασης του Δασάρχη ή της πρωτοβάθμιας επιτροπής αντιστοίχως, κινείται ομοίως από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 998/1979, μόνον, όμως, εφόσον, η πράξη χαρακτηρισμού εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς του. Στην περίπτωση, αντιθέτως, που η πράξη χαρακτηρισμού εκδόθηκε από τον αρμόδιο Δασάρχη είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση τρίτου, όπως του οικείου Δήμου ή άλλου, η προθεσμία άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής για τον ενδιαφερόμενο ιδιώτη, ο οποίος ούτε μετείχε στη διαδικασία χαρακτηρισμού ούτε, κατά τεκμήριο, γνώριζε  ότι αυτή αφορά και ιδιοκτησία του, δεν κινείται από την ολοκλήρωση των προαναφερόμενων διατυπώσεων δημοσιότητας, αλλά από τη γνώση ή την κοινοποίηση σε αυτόν της πράξης χαρακτηρισμού ή της πράξης της αρμόδιας πρωτοβάθμιας επιτροπής.

5. Επειδή, όπως, εν προκειμένω, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 10846/23.12.1997 αίτηση του Δημάρχου Ρεθύμνης προς τη Διεύθυνση Δασών του Νομού Ρεθύμνης (Α.Π. εισερχομένων της Διεύθυνσης αυτής 5917/24.12.1997) ζητήθηκε ο χαρακτηρισμός της έκτασης του δυτικού πρανούς στη θέση «Γαλλιανό Φαράγγι» από τη Νέα Εθνική Οδό μέχρι το Εθνικό Στάδιο. Επί της αιτήσεως αυτής συντάχθηκε η ΔΥ/28.1.1998 υπηρεσιακή εισήγηση και, στη συνέχεια, εκδόθηκε η 222/28.1.1998 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών του Ν. Ρεθύμνης, με την οποία η έκταση αυτή χαρακτηρίστηκε ως δασική έκταση του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979. Ακολούθησε η έκδοση του 223/28.1.1998 εγγράφου της ίδιας δασικής αρχής, με το οποίο ανακοινώθηκε «στο ευρύ κοινό» το περιεχόμενο της πράξης χαρακτηρισμού, το έγγραφο δε αυτό δημοσιεύθηκε στα φύλλα της 30.1.1998 των τοπικών εφημερίδων «Κρητική Επιθεώρηση» και «Ρεθεμνιώτικα Νέα» και αναρτήθηκε την ίδια ημέρα στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Ρεθύμνης, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου, Σ. Κ. Κατά της πράξης χαρακτηρισμού ασκήθηκαν από τον αιτούντα οι από 3.2.1999 αντιρρήσεις του ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Ρεθύμνης, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν στη Διεύθυνση Δασών Ρεθύμνου και στην Επιτροπή στις 9.2.1999 (Α.Π. 728/9.2.1999 και 9/9.2.1999 αντιστοίχως). Με την 4/2002 απόφασή της η ως άνω Πρωτοβάθμια Επιτροπή απέρριψε τις αντιρρήσεις, οι οποίες ασκήθηκαν σε χρόνο που υπερβαίνει το δίμηνο από την ολοκλήρωση των προαναφερομένων διατυπώσεων δημοσιότητας,  ως εκπρόθεσμες. Προσφυγή του αιτούντος κατά της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 87/2005 απόφαση της εν λόγω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, η οποία, επικυρώνοντας την κρίση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, θεώρησε ότι η προθεσμία για την άσκηση αντιρρήσεων κατά της προαναφερόμενης πράξης χαρακτηρισμού είχε κινηθεί από τη δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης στις εφημερίδες και ότι, επομένως, αυτή είχε εκπνεύσει κατά το χρόνο άσκησης των αντιρρήσεων αυτών, οι οποίες νομίμως απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμες.

6. Επειδή, η 222/28.1.1998 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών του Ν. Ρεθύμνης δεν εκδόθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ύστερα από αίτηση του αιτούντος, ο οποίος επικαλείται ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη χαρακτηρισθείσα έκταση, αλλά κατόπιν αιτήσεως του Δήμου Ρεθύμνης. Ενόψει τούτου, η προθεσμία άσκησης αντιρρήσεων εκ μέρους του αιτούντος, ο οποίος δεν μετέσχε στη διαδικασία χαρακτηρισμού και δεν προκύπτει ότι γνώριζε την κίνησή της, δεν άρχισε από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξης χαρακτηρισμού, οι οποίες, μάλιστα, αντιθέτως με όσα υπολαμβάνει η Δευτεροβάθμια Επιτροπή, δεν ολοκληρώθηκαν με τη δημοσίευση στις τοπικές εφημερίδες, αλλά με την πάροδο ενός μήνα από την ανάρτηση της πράξης στο κατάστημα του Δήμου, δοθέντος ότι, εν προκειμένω, το χρονικό σημείο συμπλήρωσης του μήνα αυτού είναι μεταγενέστερο των δημοσιεύσεων στις τοπικές εφημερίδες. Και τούτο, διότι το γεγονός που κινεί την προθεσμία άσκησης αντιρρήσεων κατά πράξης χαρακτηρισμού εκδοθείσης αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως τρίτου είναι για τον επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη χαρακτηρισθείσα έκταση η κοινοποίηση της πράξης σ’ αυτόν ή η εκ μέρους του πλήρης γνώση του περιεχομένου της, εν προκειμένω δε δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου κοινοποίηση της πράξης χαρακτηρισμού στον αιτούντα ούτε πλήρης γνώση του περιεχομένου της πράξης χαρακτηρισμού από αυτόν, το δε διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των έντεκα μηνών από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξης χαρακτηρισμού μέχρι την κατ’ αυτής άσκηση αντιρρήσεων από πλευράς του αιτούντος δεν είναι αρκετό ώστε να δημιουργηθεί τεκμήριο γνώσης της πράξης αυτής εκ μέρους του σε χρόνο ώστε οι ως άνω αντιρρήσεις να καθίστανται εκπρόθεσμες. Κατά συνέπεια, η κρίση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής ότι οι ασκηθείσες αντιρρήσεις του αιτούντος ήταν εκπρόθεσμες, είναι μη νόμιμη. Για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση προς νέα, νόμιμη κρίση.

7. Επειδή, μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης για τον ως άνω λόγο, η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως αποβαίνει αλυσιτελής.

 

 

 

Αποστολή σε email Εκτύπωση